Ζωηφόρος

Η Εισήγηση του Σεβ. Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννου στην Δ' Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη,

Η Εισήγηση του Σεβ. Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννου (Ζηζιούλα)

στην Δ' Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη

από το περιοδικό «ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ», αρ. τεύχους 441, Μάϊος – Ιούνιος 2009

Από 6 έως 13 Ιουνίου συνήλθε στο Σαμπεζύ της Γενεύης η Δ' Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη. Σκοπός των Διασκέψεων αυτών (η Α' συνεκλήθη το 1976, η Β' το 1982, η Γ' το 1986), είναι η προετοιμασία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Από την τελευταία φορά, πού σύμπασα η Εκκλησία έχει συνέλθει σε οικουμενική σύνοδο, έχουν παρέλθει πολλοί αιώνες. Στο μεταξύ τα προβλήματα έχουν συσσωρευθεί και παρίσταται αδήρητος ανάγκη να δοθεί μία λύση. Έτσι, πριν από μερικές δεκαετίες έχει ξεκινήσει η διαδικασία συγκλήσεως της Μεγάλης Συνόδου, πού επέχει θέσιν οικουμενικής, εφόσον θα μετάσχουν άπαντες οι ποιμαίνοντες επισκοπάς επίσκοποι της συνόλου Ορθοδοξίας, όπως σε κάθε οικουμενική σύνοδο.

Η μέλλουσα Μεγάλη Σύνοδος θα ασχοληθεί με δέκα θέματα, τα οποία καθόρισε η Α' Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη το 1976. Ο ρόλος των Προσυνοδικών Διασκέψεων είναι να συζητήσουν διεξοδικώς κάθε θέμα και να ετοιμάσουν τους φακέλους, πού θα υποβληθούν στη μέλλουσα Σύνοδο προς λήψιν αποφάσεων. Από αυτό καθίσταται σαφές, ότι η σύγκληση της Διασκέψεως αυτής αποτελεί Εκκλησιαστικό γεγονός υψίστης σημασίας. Η παρούσα Διάσκεψη ασχολείται με το φλέγον θέμα της ορθοδόξου Διασποράς.

Η ουσία και η καίρια σημασία του θέματος καταφαίνεται από την κατωτέρω παρατιθέμενη περισπούδαστο εναρκτήρια

Εισήγηση

του Σεβ. Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννου (Ζηζιούλα),

Προέδρου της Διασκέψεως.

Θεία συνάρσει και ομοφώνω αποφάσει των σεπτών Προκαθήμενων των Αγιοτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών, προσκλήσει δε της Α.θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου ως κατά την κανονικήν τάξιν εκφραστού της ομοφώνου ταύτης αποφάσεως, συνήλθομεν ενταύθα, ίνα ως εντεταλμένοι εκπρόσωποι των κατά τόπους Εκκλησιών ημών συγκροτήσωμεν την Δ' κατά σειράν Προσυνοδικήν Πανορθόδοξον Διάσκεψιν εις προετοιμασίαν της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Από μέρους της Α.Θ. Παναγιότητος τον Οικουμενικού Πατριάρχου χαιρετίζομεν την παρουσίαν ττάντων υμών εν τω οίκω τούτω του Πανσέτττου Οικουμενικού Θρόνου, ως φιλοξενουμένων της Μητρός Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, και ευχόμεθα υμίν καλήν διαμονήν και καρποφόρον συνεργασίαν πάντων ημών επ' αγαθώ της Αγιωτάτης Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας.

Ευδοκία και χάριτι του εν Τριάδι Θεού η σύναξις ημών πραγματοποιείται καθ' ον χρόνον «Πεντηκοστήν εορτάζομεν και Πνεύματος επιδημίαν», ίνα και δια του τρόπου τούτου δηλωθή ότι η υπό της Αγίας ημών Ορθοδόξου Εκκλησίας δοθείσα εις ημάς εντολή είναι ιερά και αποτελεί εντολήν Αυτού τούτου του Παρακλήτου. Διό και τελέσαντες χθες, κυριώνυμον ημέραν της Πεντηκοστής, διορθόδοξον Συλλείτουργον εν τω ιερώ ναώ τούτω, συμμετασχόντες δε εις την προς τιμήν του Παναγίου Πνεύματος τελεσθείσαν σήμερον Θείαν Λειτουργίαν, επικαλούμεθα ήδη την χάριν του Παρακλήτου, ίνα εφορεύση Ούτος της Διασκέψεως ημών, και οδήγηση τας σκέψεις ημών και τας καρδίας εις αποφάσεις σύμφωνους προς το Άγιο θέλημα του εν Τριάδι Θεού δια την ενότητα και οικοδομήν της Αγίας Αυτού Εκκλησίας.

Η ενότης της μιας Εκκλησίας.

Όντως, αγαπητοί εν Κυρίω αδελφοί, κατά την παρούσαν σύναξιν καλούμεθα, παρά την ελαχιστότητα ημών, να γίνωμεν όργανα του Παρακλήτου, και επόμενοι Αυτώ, Όστις «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας», να συμβάλωμεν και ημείς εις την εδραίωσιν και περαιτερω εμβάθυνσιν της ενότητος της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, εις ην ηξιώθημεν υπό του ελέους του Θεού να ανήκωμεν. Η ενότης αυτή, αν και δεδομένη υπό της χάριτος του Θεού, χρήζει πάντοτε μερίμνης και καλλιέργειας, καθότι ο «αντίδικος ημών διάβολος» (Α' Πέτρου 5,8) δεν παύει, σπείρων ζιζάνια και διχόνοιας, να απειλή αυτήν, άλλοτε ανεπιτυχώς, ενίοτε δε και λίαν σοβαρώς και επικινδύνως. Ευθύνη πάντων ημών, ιδία δε των το επισκοπικόν λειτούργημα εμπεπιστευμένων, δεν παύει να είναι η -προστασία της ενότητος ταύτης και η παντί τρόπω επιβεβαίωσις αυτής. Τούτο καθίσταται ιδιαιτέρως αναγκαίον δι' ημάς τους Ορθοδόξους, καθότι, ως εκ της συγκροτήσεως της Εκκλησίας ημών εξ αυτοκέφαλων Εκκλησιών, πολλάκις θεωρούμεθα ως άθροισμα Εκκλησιών και ουχί ως μία Εκκλησία. Και είναι μεν αληθές ότι η Ορθόδοξος Εκκλησιολογία αντιλαμβάνεται την ενότητα της Εκκλησίας ως ενότητα αυτοκέφαλων Εκκλησιών, κατ' ούδένα όμως τρόπον δεν πρέπει τούτο να ερμηνευθή ως υποδηλούν ότι αποτελούμεν «Εκκλησίας» και όχι «Εκκλησίαν». Υπάρχει μόνον μία και ενιαία Ορθόδοξος Εκκλησία, και τούτο δηλούται τόσον εν τη κοινή πίστει και λατρεία όσον και εν τη κανονική διαρθρώσει αυτής. Ως ετόνισεν ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος εν τη προσφωνήσει αυτού προς τους Προκαθημένους των Ορθοδόξων Εκκλησιών κατά την Σύναξιν αυτών εν Φαναρίω τον παρελθόντα Οκτώβριον, η αυτοκεφαλία δεν πρέπει να εκτραπή εις «αυτοκεφαλισμόν». Εν ταις προς αλλήλας και προς τους έξω σχέσεσιν αι αυτοκέφαλοι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι δέον να ενεργούν ως εν σώμα, ως μία και ενιαία Εκκλησία.

Το συνοδικόν σύστημα

Εν τω πνεύματι ακριβώς τούτω απεφασίσθη υπό πασών των Ορθοδόξων Εκκλησιών, ενεργουσών εν ομοφωνία ως μία και αδιαίρετος Εκκλησία, και η πραγματοποίησις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Διότι κατά την μακραίωνα παράδοσιν της Εκκλησίας, αναγομένην εις αυτάς τας πρώτας Αποστολικάς Κοινότητας, ως μαρτυρούν αι Πράξεις των Αποστόλων (κεφ. 15), το συνοδικόν σύστημα αποτελεί την πλέον αυθεντικήν επιβεβαίωσιν, διασφάλισιν και διακήρυξιν της ενότητος της Εκκλησίας. Και επ' αυτού, η Αγία ημών Ορθόδοξος Εκκλησία δεν ήτο δυνατόν ειμή να ενεργήση συμφώνως προς την παράδοσιν ταύτην και την υπαγορεύουσαν αυτήν Εκκλησιολογίαν.

Άλλ' η τελική πραγματοποίησις της Συνόδου ταύτης βραδύνει ήδη τόσον πολύ, ώστε να προκαλή τον σκανδαλισμόν των ομόδοξων και ενίοτε και την χλεύην των εκτός, οίτινες διερωτώνται εάν όντως η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι ηνωμένη, και εάν πράγματι δύναται να πραγματοποίηση την εξαγγελθείσαν σύνοδον. Η ευθύνη των Εκκλησιών ημών είναι εν προκειμένω πελώρια. Δεν αρκεί να λέγωμεν ότι είμεθα ηνωμένοι εν τη πίστει και τη λατρεία. Οφείλομεν να αποδείξωμεν εν τη πράξει ότι είμεθα μία και αδιαίρετος Εκκλησία, δυναμένη να συνέλθη επί το αυτό εν Συνόδω. Η σύγκλησις και πραγμάτωσις της εξαγγελθείσης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν δύναται να βραδύνη άλλο χωρίς να τραυματισθή καιρίως το κύρος και η αξιοπιστία της Εκκλησίας ημών.

Την εύθύνην ταύτην συναισθανόμενος ο Οικουμενικός Πατριάρχης προέτεινεν εις τους λοιπούς Προκαθημένους των Ορθοδόξων Εκκλησιών κατά την εν Φαναρίω Σύναξιν αυτών τον παρελθόντα Οκτώβριον, όπως επισπευσθή η διαδικασία προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου δια της συγκλήσεως εντός του ενεστώτας έτους των σχετικών Επιτροπών και Διασκέψεων προς έξέτασιν των υπολοίπων εκ του πανορθοδόξως εγκριθέντος Καταλόγου θεμάτων, επί των οποίων θέλει αποφανθή η μέλλουσα να συνέλθη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος. Την πρότασιν ταύτην του Οικουμενικού Πατριάρχου ομοφώνως και ασμένως απεδέχθησαν πάντες οι σεπτοί Προκαθήμενοι των Ορθοδόξων Εκκλησιών, και, εν συνεχεία, κατά τον ισχύοντα Κανονισμόν της προετοιμασίας της Συνόδου και την κανονικήν τάξιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας, συνεκάλεσεν ούτος δια Πατριαρχικών Γραμμάτων τα σχετικά προς την προετοιμασίαν της Συνόδου σώματα.

Η ορθόδοξος Διασπορά

Ούτω, δια μεν το θέμα της Ορθοδόξου Διασποράς, του οποίου η προπαρασκευή είχεν ήδη ωριμάσει, συνεκλήθη η παρούσα Δ' Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις, δια δε τα υπολειπόμενα τρία θέματα, ήτοι του τρόπου ανακηρύξεως του Αυτοκέφαλου, του τρόπου ανακηρύξεως του Αυτονόμου, και των Δίπτυχων, των οποίων θεμάτων η προπαρασκευή δεν έχει εισέτι ολοκληρωθεί, συνεκλήθη δια των αυτών Πατριαρχικών Γραμμάτων η Διορθόδοξος Προπαρασκευαστική Επιτροπή κατά τον προσεχή μήνα Δεκέμβριον.

Καλούμεθα ούτω, πεφιλημενοι εν Κυρίω αδελφοί, ως πληρεξούσιοι Αντιπρόσωποι των Εκκλησιών ημών να διασκεφθώμεν ενταύθα και να αποφασίσωμεν, επ' αναφορά προς την μέλλουσαν να συνέλθη Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον, επί του θέματος, το όποιον έτυχεν ήδη μακράς και εμπεριστατωμένης μελέτης και προπαρασκευής δι' επανειλημμένων συναντήσεων της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής, ήτις και κατέληξεν ομοφώνως εις διορθοδόξως συμπεφωνημένα κείμενα, άτινα και κείνται ενώπιον ημών προς έγκρισιν, καθώς προβλέπει ο Κανονισμός. Δεν πρόκειται, συνεπώς, να συζητήσωμεν το θέμα της Διασποράς εξ υπαρχής, καταργούντες ούτω την ήδη επιτευχθείσαν διορθόδοξον συναίνεσιν, αλλά να εστιάσωμεν τας παρατηρήσεις ημών επί των ενώπιον ημών διορθοδόξως αποδεκτών κειμένων, επιφέροντες ενδεχομένως μεταβολάς τινάς και τελικώς, Θεού θέλοντας, εγκρίνοντες αυτά έπ' αναφορά, ως είπομεν, εις την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον.

Γνωρίζομεν πάντες, αγαπητοί αδελφοί, ότι το θέμα της καλούμενης Ορθοδόξου Διασποράς αποτελεί εν εκ των πλέον σοβαρών προβλημάτων, τα όποια αντιμετωπίζει ή Ορθόδοξος Εκκλησία κατά την εποχήν μας. Η σοβαρότης, αλλά και το επείγον του προβλήματος τούτου, ανεγνωρίσθησαν και υπό των Προκαθημένων των Εκκλησιών ημών κατά την πρόσφατον Σύναξιν αυτών εν Φαναρίω, όπως καθίσταται φανερόν εκ του Μηνύματος, το οποίον εξαπέλυσαν ούτοι κατά το πέρας της Συνάξεως ταύτης. Εν τω Μηνύματι τούτω οι Προκαθήμενοι τονίζουν, μεταξύ άλλων και τα έξης:

«Οι Προκαθήμενοι και οι Αντιπρόσωποι των Αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών... επαναβεβαιούμεν την βούλησιν ημών δια την ταχείαν θεραπείαν πάσης κανονικής ανωμαλίας προελθούσης εξ ιστορικών συγκυριών και ποιμαντικών αναγκών, ως εν τη λεγομένη Ορθοδόξω Διασπορά, επί τω τέλει της υπερβάσεως πάσης τυχόν ξένης προς την Ορθόδοξον εκκλησιολογίαν επιρροής. Προς τούτο, χαιρετίζομεν την πρότασιν του Οικουμενικού Πατριαρχείου να συγκάλεση δια το θέμα τούτο, ως και δια την συνέχισιν της προετοιμασίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, Πανορθοδόξους Διασκέψεις εντός του προσεχούς έτους 2009...».

Εκ των λόγων τούτων των σεπτών Προκαθημένων, εις δύο σημεία δέον να στρέψω μεν την προσοχήν ημών:

α) Η θεραπεία, τουτέστιν η διευθέτησις, του θέματος της Ορθοδόξου Διασποράς δέον να είναι «ταχεία». Δια τον λόγον ακριβώς τούτον η Α.θ. Παναγιότης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης, εκφράζων την βούλησιν των Προκαθημένων, έδωκε προτεραιότητα εις το θέμα τούτο, δοθέντος άλλωστε, ότι, εν αντιθέσει προς τα λοιπά εναπομείναντα θέματα της Συνόδου, το θέμα τούτο διήλθε δι' όλων των προβλεπομένων υπό του Κανονισμού σταδίων προπαρασκευής, και είναι έτοιμον προς έγκρισιν υπό της Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως.

β) Οι Προκαθήμενοι των Εκκλησιών ημών αναγνωρίζουν ότι υφίσταται ανάγκη θεραπείας «πάσης κανονικής ανωμαλίας προελθούσης εξ ιστορικών συγκυριών και ποιμαντικών αναγκών, ως εν τη λεγομένη Ορθοδόξω Διασπορά, επί τω τέλει της υπερβάσεως πάσης τυχόν ξένης προς την Ορθόδοξον εκκλησιολογίαν επιρροής». Τους λόγους τούτους των Προκαθημένων, άκρως βαρυσήμαντους, οφείλομε να λάβωμεν σοβαρώς υπ' όψιν εν τη εκπληρώσει της ανατεθείσης ημίν ευθύνης.

Η κανονική θέσις της ορθοδόξου Διασποράς

Δυσκόλως θα ηδύνατό τις να αμφισβήτηση το ότι, ως έχει σήμερον ο τρόπος διοργανώσεως της Ορθοδόξου Διασποράς, πάσχει σοβαρώς εξ επόψεως κανονικής και εκκλησιολογικής. Ως ολοι γνωρίζομεν, ο 8ος κανών της Α' Οικουμενικής Συνόδου ρητώς ορίζει ότι εν μια και τη αύτη πόλει δεν δύναται να υπάρχουν πλείονες του ενός επίσκοποι. Ο κανών ούτος είναι θεμελιώδης, διότι εκφράζει την Ορθόδοξον Εκκλησιολογίαν κατά τρόπον σαφή. Συμφώνως προς θεμελιώδη εκκλησιολογικήν αρχήν, μαρτυρουμένην ήδη από των χρόνων του Άγιου Ιγνατίου Αντιοχείας και γενομένην απολύτως σεβαστήν υπό της αρχαίας αδιαιρέτου Εκκλησίας, ο επίσκοπος ενώνει εν τω προσώπω αυτού ως κεφαλή αυτής την όλην τοπικήν Εκκλησίαν ανεξαρτήτως φυσικών, φυλετικών, εθνικών, κοινωνικών και άλλων διαφορών. Εν τω προσώπω του επισκόπου υπερβαίνονται αι διαφοραί αύται, ως ακριβώς εν τω Χριστώ, τον Οποίον ο επίσκοπος εικονίζει, «ουκ ενι Έλλην, ή Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος» (Κολ. 3,11). Εις την αρχαίαν Εκκλησίαν θα ήτο εντελώς αδιανόητον να υφίσταται εν τη αυτή πόλει άλλος επίσκοπος δια τους Έλληνας και άλλος δια τους Σύρους ή τους Λατίνους ή άλλης τινός πολιτιστικής ή εθνικής ταυτότητος.

Η αρχή αύτη ετηρήθη μέτ' ευλάβειας υπό της Ορθοδόξου Εκκλησίας μέχρι περίπου των αρχών του 20ου αιώνος, οπότε και παρατηρούνται ολίγον κατ' ολίγον, και ουχί άνευ διστακτικότητας εν αρχή, αι παράλληλοι δικαιοδοσίαι εν τη Διασπορά. Πρόκειται, συνεπώς, περί σχετικώς νεωτέρου ιστορικού φαινομένου παραβιάσεως της θεμελιώδους εκκλησιολογικής αρχής, την οποίαν εκφράζει ο μνημονευθείς κανών της Α' Οικουμενικής Συνόδου.

Κατά την εμφάνισιν του φαινομένου τούτου το Οικουμενικόν Πατριαρχείον αντέδρασε δια της προβολής του 28ου κανόνος της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, κατά τον οποίον «εν τοις βαρβαρικοίς», ήτοι εκτός των καθωρισμένων δι' εκάστην αυτοκέφαλον Εκκλησίαν γεωγραφικών ορίων, αι χειροτονίαι επισκόπων ανατίθενται εις τον Κωνσταντινουπόλεως. 'Αλλ' η ερμηνεία αύτη του κανόνος τούτου ημφεσβητήθη υπό τίνων Ορθοδόξων με αποτέλεσμα να μη γίνεται σεβαστή υπό μερίδος εξ αυτών. Δεν είναι του παρόντος η συζήτησις του θέματος τούτου, ούτε δύναται να απασχόληση την Διάσκεψιν ημών, τοσούτω μάλλον καθ' όσον η διαμορφωθείσα ήδη κατάστασις έχει μετατοπίσει την όλην προβληματικήν επί άλλης βάσεως. Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, χωρίς να αποστή της υπ' αυτού διδομένης ερμηνείας του εν λόγω ιερού κανόνος, και χάριν της ενότητος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ην και θεωρεί υπέρτατον αγαθόν, απεδέχθη την παρουσίαν εν τω χωρώ της Διασποράς επισκόπων ετέρων ορθοδόξων εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών άχρις ου εξευρεθή τρόπος διευθετήσεως των πραγμάτων, συμφώνως προς την κανονικήν τάξιν, την εκφραζόμενων υπό του 8ον κανόνος της Α' Οικουμενικής Συνόδου και τας θεμελιώδεις εκκλησιολογικάς αρχάς της Ορθοδόξου πίστεως και παραδόσεως.

Και ιδού, ότι ευρισκόμεθα ενώπιον του κρισίμου τούτου σημείου. Είμεθα έτοιμοι αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι να επανέλθωμεν εις την αρχαίαν κανονικήν τάξιν, την προβλεπουσαν ένα επίσκοπον εν εκάστη τοπική Εκκλησία; Αι Προπαρασκευαστικαι Επιτροπαί, αι οποίαι ησχολήθησαν με το ερώτημα τούτο και παρήγαγον τα προ ημών προς έγκρισιν κείμενα, έκριναν ότι αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι δεν είναι το γε νυν έχον έτοιμοι να επανέλθουν εις την ακριβή κανονικήν τάξιν δια διαφόρους λόγους. Προτείνουν όμως την σταδιακήν μετάβασιν εις την τάξιν ταύτην, αρχής γενομένης εκ της λειτουργίας επισκοπικών συνελεύσεων εν εκάστη περιοχή των εν αυτή διακονούντων «κανονικών» επισκόπων, αναθέσασαι την επεξεργασίαν των λεπτομερειών της λειτουργίας των συνελεύσεων τούτων εις ειδικήν επιτροπήν Ορθοδόξων κανονολόγων, ήτις και παρήγαγε το προ ημών ωσαύτως ευρισκόμενον κείμενον.

Αυτή είναι εν γενικαίς γραμμαίς η υπό των Προπαρασκευαστικών Επιτροπών γενομένη εργασία, ήτις και εθεωρήθη υπό των Εκκλησιών ημών ως εξαντλήσασα το στάδιον της προπαρασκευής του θέματος της Ορθοδόξου Διασποράς και δυναμένη, κατά τον Κανονισμόν, να υποβληθή εις την παρούσαν Πανορθόδοξον Διάσκεψιν προς έγκρισιν και αναφορά εις την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον. Εξ όσων εξετέθησαν ανωτέρω, καταφαίνεται συμπερασματικως ότι δύο είναι οι βασικοί άξονες, πέριξ των οποίων καλούμεθα να οικοδομήσωμεν την ημετέραν συμφωνίαν εν τη Διασκέψει ταύτη:

Βασικοί άξονες περί την λύσιν του προβλήματος

Πρώτον, ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία επαναβεβαιοί και διακηρύσσει την προσήλωσιν αυτής εις τους ιερούς Κανόνας και την Εκκλησιολογίαν αυτής, άτινα προβλέπουν και επιβάλλουν την ύπαρξιν ενός και μόνου επισκόπου εν εκάστη τοπική Εκκλησία.

Δεύτερον, ότι ένεκα της διαμορφωθείσης ιστορικής συγκυρίας και των σχετικών προς αυτήν ποιμαντικών αναγκών, μεταβατικόν προς την ως άνω κανονικήν τάξιν στάδιον δέον να αποτελέση η λειτουργία των επισκοπικών συνελεύσεων, ως αυτή προβλέπεται υπό των διορθοδόξως εκπονηθέντων κειμένων των Προπαρασκευαστικών Επιτροπών.

Περί τους δύο τούτους βασικούς άξονας θα ηδύνατο να διατυπωθή κατόπιν συζητήσεως και το τελικόν κείμενον της ημετέρας συμφωνίας, ήτις και θέλει υποβληθή εις την μέλλουσαν να συνέλθη, συν Θεώ, Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον της μιας και ηνωμένης Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Προσφιλέστατοι    και   σεβαστοί    εν   Χριστώ αδελφοί,

Η ευθύνη, την οποίαν επωμιζόμεθα κατά την παρούσαν Διάσκεψιν πάντες ημείς οι μετέχοντες αυτής είναι αληθώς πελώρια. Είναι ευθύνη έναντι του Θεού, του λάου του Θεού και της Ιστορίας. Το ερώτημα, το όποιον τίθεται ενώπιον ημών είναι εάν θα επισπευσθή ή θα βραδύνη έτι μάλλον η σύγκλησις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας. Από τας αποφάσεις ημών θα εξαρτηθή τούτο. Τί θα είπωμεν εις τον αγωνιώντα να πληροφορηθή το αποτέλεσμα της Διασκέψεως ημών λαόν του Θεού; Ότι απέτυχα μεν να συμφωνήσωμεν; Άλλα ποίος εξ ημών θα είχε την τόλμην να αναλάβη μίαν τοιαύτην ευθύνην; Ποίος θα ηδύνατο να πρόταξη τα στενά συμφέροντα της ιδικής του Εκκλησίας έναντι του γενικωτέρου συμφέροντος της όλης Ορθοδοξίας και της πιστότητος αυτής εις την κανονικήν παράδοσιν και την εκκλησιολογίαν;

Το θέμα της κανονικής διευθετήσεως της Ορθοδόξου Διασποράς είναι, πράγματι, πολύπλοκον και δεν δύναται να λαβή την οριστικήν αυτού κανονικήν μορφήν ευθύς αμέσως. Είναι όμως συγχρόνως και επείγον, και εάν δεν λάβωμεν την στιγμήν αυτήν μέτρα προς την κατεύθυνσιν της κανονικής διευθετήσεως του. θα παγιωθή μία κατάστασις, η οποία θα εμφανίζη την Ορθοδοξίαν εσαεί διηρημένην. Ήδη οι σκανδαλιζόμενοι εκ της υφισταμένης καταστάσεως είναι πολλοί και διαρκώς μας ψέγουν. Δεν δυνάμεθα πλέον να παραμένωμεν αδρανείς.

Το ολιγώτερον, το οποίον θα ηδυνάμεθα να πράξωμεν είναι, τούτο μεν να διακηρύξωμεν την πιστότητα ημών προς τας αρχάς της Εκκλησιολογίας και τους ιερούς Κανόνας, επί των οποίων ερείδεται η Εκκλησία ημών, ίνα μη κατηγορηθώμεν ότι απεμπολήσαμεν την πίστιν των Πατέρων ημών, τούτο δε, ομολογούντες τας υφιστάμενας δυσκολίας προς άμεσον επάνοδον εις την ακριβή κανονικήν τάξιν, να προτείνωμεν μέτρα προς βαθμιαίαν μετάβασιν εις αυτήν. Τοιαύτα ακριβώς μετρά περιλαμβάνονται εις τα προ ημών ευρισκόμενα προς έγκρισιν κείμενα των Προπαρασκευαστικών Επιτροπών, τα προβλέποντα τον τρόπον λειτουργίας των κατά τόπους επισκοπικών συνελεύσεων. Αρξώμεθα ούν των εργασιών της Διασκέψεως ημών εν πνεύματι αγάπης και ειλικρινούς διαλόγου, ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα της αληθείας, είη οδηγός ημών, ίνα δια της ομοφωνίας ημών δοξασθή και αύθις το Πανάγιον όνομα του εν Τριάδι Θεού. Αμήν.

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration