Ζωηφόρος

«Εξωτερική Εκκλησιαστική Πολιτική», του κ. Ιωάννη Κονιδάρη,

«Εξωτερική Εκκλησιαστική Πολιτική»

του  κ. Ιωάννη Κονιδάρη

καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

από την εφημερίδα «Το ΒΗΜΑ», 17 Μαΐου2009

Θεωρώ επάναγκες εισαγωγικώς να διευκρινίσω ότι προτάσσοντας στον τίτλο της επιφυλλίδας το επίθετο «εξωτερική», θέλω να καταστήσω σαφές ότι στις σκέψεις που ακολουθούν δεν θα

αναφερθώ στο συγγενές και επίσης σύνθετο ζήτημα που θα προσδιόριζα ως «εκκλησιαστική εξωτερική πολιτική».

Θα περιοριστώ δηλαδή στη συνέχεια στην παρουσίαση σκέψεων που αφορούν την εξωτερική πολιτική του κράτους σε σχέση με εκκλησιαστικά ζητήματα, και όχι την πολιτική που αναπτύσσουν οι Εκκλησίες και γενικότερα οι θρησκευτικές κοινότητες και αναφέρονται σε διορθόδοξες, διεκκλησιαστικές και διαθρησκευτικές σχέσεις.

Η εξωτερική εκκλησιαστική πολιτική ασκείται στη χώρα μας από το υπουργείο Εξωτερικών. Συνήθως ανατίθεται από τον υπουργό σε έναν από τους υφυπουργούς, κατά κανόνα σε εκείνον που έχει και τα ζητήματα του Απόδημου Ελληνισμού, σε συνεργασία βεβαίως με την αρμόδια Διεύθυνση Θρησκευτικών και Εκκλησιαστικών Υποθέσεων του υπουργείου.

Εχω επανειλημμένως επισημάνει ότι τούτο ενέχει το μειονέκτημα πως η χάραξη όποιας τυχόν πολιτικής γίνεται ερήμην της εκκλησιαστικής πολιτικής που χαράσσεται για την Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία είναι ανατεθειμένη παραδοσιακώς στο υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Και έχω σημειώσει την ανάγκη να υπάρξει η συνένωση, τουλάχιστον ο συντονισμός των δύο υπηρεσιών, εάν όντως επιθυμούμε να ασκήσουμε κάποια στιγμή σοβαρή εκκλησιαστική πολιτική.

Άρα, εξ υποθέσεως, σε κάθε περίπτωση δεν μπορούμε να μιλάμε για ενιαία εκκλησιαστική πολιτική και για τον λόγο αυτόν ίσως ούτε καν για πολιτική!

Έτσι, στα ζητήματα που έχουν σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ανέκαθεν εκφραστής της επίσημης ελληνικής πολιτικής ήταν, δίπλα στους επίσημους κρατικούς εκπροσώπους, και ο εκάστοτε επικεφαλής της Αρχιεπισκοπής Αμερικής, ένας Μητροπολίτης δηλαδή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο οποίος πρωτίστως υπάγεται σε αυτό και την πολιτική του οποίου κατ΄ εξοχήν υποχρεούται να εκφράζει.

Είναι όμως γνωστό ότι η ελληνική πολιτεία έχει, και τελευταίως αναπτύσσει ακόμη περισσότερο, ιδιαίτερα σημαντικές οικονομικές σχέσεις και με τη Ρωσία, στην πολιτική ζωή της οποίας, και υπό το νέο καθεστώς, η Εκκλησία, και ακριβέστερα το Πατριαρχείο Μόσχας, ασκεί σημαντική επιρροή.

Οι σχέσεις εξ ετέρου των Εκκλησιών Κωνσταντινουπόλεως και Μόσχας δεν διέρχονται τελευταίως την καλύτερη περίοδό τους.

Και η ανάδειξη του νέου Πατριάρχη Μόσχας και πάσης Ρωσίας, γνωστού για συγκεκριμένες απόψεις του, λ.χ. στο ζήτημα της διαποιμάνσεως της Ορθόδοξης Διασποράς, ενδέχεται να τις επιδεινώσει.

Οι πρόσφατες επιθετικές δηλώσεις του νέου επικεφαλής του Τμήματος Εξωτερικών Υποθέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας για το ζήτημα αυτό δείχνουν ήδη ανάγλυφα τις διαθέσεις...

Δεν νομίζω ότι σοβαρώς μπορεί να γίνει λόγος για την ύπαρξη σήμερα από μέρους του ελληνικού κράτους συγκεκριμένης εξωτερικής εκκλησιαστικής πολιτικής, η οποία, ατυχώς, διαμορφώνεται κάθε φορά με βάση τις συγκυρίες και τα παρουσιαζόμενα προβλήματα.

Και τούτο βεβαίως στερεί και τους διπλωματικούς εκπροσώπους της Ελλάδος από τις στοιχειώδεις έστω οδηγίες, που είναι απολύτως απαραίτητες για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και κυρίως για τον επηρεασμό των κέντρων λήψεως αποφάσεων στα ξένα κράτη.

Αντιθέτως, όσο και αν δεν μας αρέσει, χαρακτηριστικό παράδειγμα σαφούς πολιτικής στα ζητήματα αυτά θα μπορούσε να αποτελέσει η Τουρκία.

Η πρόσφατη ματαίωση της επισκέψεως του προέδρου Ομπάμα στο Φανάρι, στην έδρα δηλαδή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, προφανώς υπό την πίεση της τουρκικής διπλωματίας, απέδειξε μια πολύ μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα της τελευταίας, μάλιστα μόλις λίγες ημέρες μετά την προτροπή που απηύθυνε στον ηγέτη των Ηνωμένων Πολιτειών ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, να μιμηθεί τον Μέγα Αλέξανδρο και να κόψει «γόρδιους δεσμούς»...

Αλλά και η αναδίπλωση των αμερικανών επισήμων, να δεχθεί ο πρόεδρος Ομπάμα κατ΄ ιδίαν τον Οικουμενικό Πατριάρχη, έστω για λίγα λεπτά της ώρας, και να αναφερθεί ενώπιον της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνελεύσεως στο ζήτημα της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, που έχει βαλτώσει από το 1971(!), κατέδειξε υποδειγματικώς πώς μπορεί να χρυσωθεί το χάπι και να μείνουν όλοι ικανοποιημένοι, χωρίς όμως να θιγούν τα μείζονα και ουσιώδη ζητήματα, όπως εκείνο της αποδόσεως στο Πατριαρχείο και τα αγαθοεργά καταστήματά του της περιουσίας τους και της αναδείξεως των λειτουργών του Θρόνου ακόμη και εάν δεν έχουν την τουρκική υπηκοότητα...

Ανάλογα και ίσως ακόμη πιο σύνθετα ζητήματα έχει να αντιμετωπίσει η ελληνική εξωτερική πολιτική και όσον αφορά τα άλλα πρεσβυγενή Πατριαρχεία και ιδίως την Εκκλησία των Ιεροσολύμων, όπου το καθεστώς των Πανάγιων Προσκυνημάτων συνδέεται και με εξαιρετικώς περίπλοκα ιδιοκτησιακά ζητήματα και συμπλέκεται όχι μόνον με άλλες Χριστιανικές Κοινότητες, Ρωμαιοκαθολικούς και Αρμενίους, αλλά και με τις άλλες μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες.

Ο χώρος ασφαλώς δεν επαρκεί για να διεξέλθει κανείς, έστω αδρομερώς, τα σχετικά ζητήματα, ούτε είναι ο πλέον κατάλληλος για να τα αναπτύξει περαιτέρω.

Άλλωστε ούτε έτοιμες συνταγές ούτε προκατασκευασμένες λύσεις προσφέρονται. Είναι όμως εθνική ανάγκη η επανεκτίμηση των ζητημάτων αυτών από τους αρμοδίους και ο επανασχεδιασμός της εξωτερικής μας πολιτικής, ακόμη και εάν αυτό προϋποθέτει επώδυνες παραδοχές.

 

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration