Ζωηφόρος

Η χειροτονία των γυναικών, του Παναγιώτου Ι. Μπούμη,

Η χειροτονία των γυναικών

(θέμα αναβαθμίσεως αυτών;)

του Παναγιώτου Ι. Μπούμη

Ομοτίμου Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών

από το περιοδικό της ΠΕΘ, «ΚΟΙΝΩΝΙΑ», τεύχος 2, Απρίλιος – Ιούνιος 1993

Εισαγωγικά

Κατ' αρχάς και εισαγωγικώς και για να προλάβουμε ίσως κάποιες αντιδράσεις, οφείλουμε να πούμε, ότι πράγματι το θέμα αυτό, όπως υποδηλούται και από τον υπότιτλο, αφορμή έχει ορισμένες σύγχρονες τάσεις, αποφάσεις ή και ανακατατάξεις. Αλλά δεν πρέπει να λησμονούμε, για να δικαιολογήσουμε και τη χρησιμοποίηση ειδικώς της λέξεως αναβάθμιση, πού προϋποθέτει κάποια θεώρηση ή και αναθεώρηση, ότι και ο όρος χειροτονία του τίτλου υποδηλώνει ή και σημαίνει μία προηγουμένη θεώρηση, μία κρίση υπέρ ή κατά του ενδιαφερομένου και κρινόμενου υποψηφίου κληρικού, μία τοποθέτηση και ψηφοφορία.(Χειροτονώ= "τείνω την χείρα" ψηφίζοντας). Για μια τέτοια - ορθή βεβαίως -θεώρηση, κρίση, τοποθέτηση και απόφαση (εσωτερική ή εξωτερική) στο θέμα της ιεροσύνης των γυναικών θέλουν να βοηθήσουν και οι γραμμές- θέσεις, οι όποιες ακολουθούν, χωρίς βεβαίως να θεωρούν, ότι εκφέρουν τον τελευταίο λόγο.

Α. Η πράξη της Εκκλησίας.

1. Η τιμή των αγίων γυναικών.

Ευθύς εξ αρχής πρέπει να τονισθεί, ότι η τακτική της Εκκλησίας να μη χειροτονεί γυναίκες στους βαθμούς του πρεσβυτέρου και του επισκόπου και να μη αναθέτει την τέλεση μυστηρίων δεν τους φαίνεται να είναι θέμα ή πολύ περισσότερο προσπάθεια υποβιβασμού, υποβαθμίσεως και υποτιμήσεως της γυναικός. Τούτο αποδεικνύεται σαφώς και από το γεγονός, ότι η Εκκλησία τιμά ιδιαιτέρως τις γυναίκες "αγίους", ότι τις εξυψώνει μέχρι τον ουρανό, ενώ συγχρόνως δέχεται και τα θαύματα πού γίνονται δια μέσου αυτών. Αυτή η απόδειξη καθίσταται πιο εναργής και εντυπωσιακή, εάν αναλογισθούμε, ότι και ο Πατριάρχης ακόμη (άνδρας και αρχιερέας) παρακαλεί τις αγίες να πρεσβεύσουν στο Θεό γι' αυτόν και το πλήρωμα της Εκκλησίας, για κληρικούς και λαϊκούς, για άνδρες και γυναίκες, για μικρούς και μεγάλους, για υγιείς και ασθενείς. Και για να αντιληφθούμε τη βαρύτητα του γεγονότος-αποδείξεως αυτής, οφείλουμε να λάβουμε υπ όψη μας την αρχή, ότι "χωρίς πάσης αντιλογίας το έλαττον υπό του κρείττονος ευλογείται" (Έβρ. 7,7). Άρα για να επικαλείται και ο χριστιανός άνδρας γενικώς την αγία γυναίκα, σημαίνει, ότι αναγνωρίζει "το κρείττον", τ.έ. "το μεγαλύτερον και ανώτερον" (Παν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις τας επιστολάς της Καινής Διαθήκης, τομ. Γ', Αθήναι, σελ. 100) αυτής.

Υπεράνω βεβαίως όλων των αγίων γυναικών πού τις τιμούν ανεξαιρέτως άνδρες και γυναίκες είναι η Παναγία, η οποία γέννησε τον Θεάνθρωπο Ι. Χριστό, χωρίς μάλιστα την παρεμβολή, τη μεσολάβηση, ανδρός, χωρίς να χρειασθεί ό άνδρας. Επιπλέον η Υπεραγία Θεοτόκος είναι η μεσίτρια των ανθρώπων-ανδρών και γυναικών αδιακρίτως - προς τον Υιόν της, τον Ι. Χριστό. Παρά ταύτα ο Κ.Η.Ι. Χριστός δεν έδωσε ιερατική εξουσία στην Παναγία, ενώ έδωσε στους δώδεκα από τον Ίδιο εκλεγμένους αποστόλους, πού ήταν όλοι άνδρες. Φυσικά κανένας δεν μπορεί να ισχυρισθεί, ότι αυτό σημαίνει κάποια υποτίμηση της Θεοτόκου. Ενώ επίσης κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί, ότι αύτη η εντυπωσιακή αντίθεση σημαίνει τη θέση, την εγκαθίδρυση κάποιας αρχής, κάποιας τάξεως εκ μέρους του Ι. Χριστού.

2. Το παράδειγμα των αγγέλων.

Ότι η τακτική της Εκκλησίας να μη χειροτονεί γυναίκες στους βαθμούς του πρεσβυτέρου και του επισκόπου δεν φαίνεται να είναι τάση υποτιμήσεως της γυναικός, μπορούμε να το συμπεράνουμε ευχερώς και από το έξης γεγονός: Ότι ούτε οι ασώματοι άγγελοι και αρχάγγελοι αναλαμβάνουν ιερατικούς βαθμούς, ούτε επιτελούν μυστήρια, καίτοι ίσως θα επιθυμούσαν και αυτό. Πρβλ. Α' Πέτρου 1,12: "Εις α επιθυμούσιν άγγελοι παρακύψαι".

Ίσως ισχυρισθεί κάποιος, ότι το εν λόγω χωρίο της Αγ. Γραφής εννοεί αποκλειστικώς, ότι οι άγγελοι επιθυμούν να παρακύψουν, να εμβαθύνουν, να κατανοήσουν, τα "υπέρ λόγον" μυστήρια του Θεού, και όχι να συμμετάσχουν, ή ακόμη περισσότερο να επιτελέσουν τα μυστήρια της Εκκλησίας, μεταξύ των οποίων και της ιερωσύνης. Ο ισχυρισμός αυτός δεν γνωρίζουμε, εάν ευσταθεί, γιατί αντιθέτως οι άγγελοι και οι αρχάγγελοι είναι εκείνοι, οι οποίοι βρίσκονται πλησίον του Θεού και πρώτοι αντιλαμβάνονται τα περί Αυτόν και αυτοί καθίστανται οι αγγελιοφόροι των βουλών και εντολών του Θεού προς τον άνθρωπο.

Πάντως είτε έτσι έχουν τα πράγματα, είτε αλλιώς, το γεγονός είναι, ότι οι άγγελοι δεν χειροτονούνται ιερείς. Και τίθεται το ερώτημα: Τούτο συμβαίνει, επειδή δεν μπορούν ή πιο συγκεκριμένα, γιατί είναι κατώτερα από τον άνθρωπο-άνδρα όντα; Ασφαλώς όχι, γιατί έχουμε τη μαρτυρία πάλι της θεόπνευστης Γραφής, όπου λέγεται: "Τί εστίν άνθρωπος...; ηλάττωσας αυτόν βραχύ τι παρ' αγγέλους" (Έβρ. 2, 6-7). Τούτο σημαίνει αναμφιβόλως, ότι ο άνθρωπος είναι κατώτερος από τους αγγέλους και όχι το αντίθετον, οι άγγελοι από τους ανθρώπους.

Άρα η μη χειροτονία αγγέλων δεν οφείλεται, ούτε σημαίνει υποτίμηση αυτών, αλλά σημαίνει ότι αυτοί ανήκουν σε άλλη τάξη και έχουν άλλη αποστολή και υπακούουν σ' αυτή και υποτάσσονται σ' αυτή και ανταποκρίνονται σ' αύτη. Η Αγ. Γραφή λέει: "Ουχί πάντες (οι άγγελοι) εισί λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα δια τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν;" (Έβρ. 1,14). Τό χωρίο τούτο σημαίνει, ότι "όλοι οι άγγελοι (είναι) πνεύματα υπηρετικά, τα όποια δεν ενεργούν από ιδικήν των πρωτοβουλίαν, αλλ' αποστέλλονται από τον Θεόν εις υπηρεσίαν δι' εκείνους, πού μέλλουν να κληρονομούν την αιώνιον ζωήν" (Παν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα, σελ. 36-37. Πρβλ. και Ιω. Κολιτσάρα, Η Καινή Διαθήκη, Αι επιστολαί και η Αποκάλυψις, Αθήναι, σελ. 272).

3. Ο θεσμός των διακονισσών.

Μία τέτοια τάξη και αποστολή φαίνεται, ότι αποτελεί και ικανοποιεί και η δημιουργία από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους του θεσμού των διακονισσών (πρβλ. ιθ' καν. της Α' Οίκουμ. Συνόδου, ιε' καν. της Δ' Οικουμ. Συνόδου και ιδ' της Πενθέκτης Οικουμ. Συνόδου). Η αποστολή τους ήταν να βοηθούν τον ιερέα και τις ενήλικες γυναίκες κατά το βάπτισμα για λόγους ευσχημοσύνης, να προετοιμάζουν καταλλήλως τις νεαρές κοπέλλες για την αποστολή τους μέσα στο γάμο και την οικογένεια ως σύζυγοι και μητέρες, να μεταφέρουν τη θεία Ευχαριστία στους φυλακισμένους, επειδή ήταν ανώτερες υποψίας από τους δεσμοφύλακες και να επιμελούνται διαφόρων ζητημάτων πού αφορούσαν τις γυναίκες στην Εκκλησία γενικώτερα και στους ναούς ειδικώτερα (πρβλ. "Πηδάλιον", σελ. 149).

Εδώ πρέπει να καταστεί σαφές, ότι ο βαθμός της διακονίσσης δεν ανήκει στον κατώτερο κλήρο, γιατί η χειροτονία της πρέπει να γίνεται οπωσδήποτε από επίσκοπο και μέσα στο ιερό (στο Άγιο Βήμα), και όχι από πρεσβύτερο, όπως μπορεί να γίνεται η χειροθεσία των κατωτέρων κληρικών ή μοναχών, και εκτός του ιερού. Οι διακόνισσες αποτελούσαν ειδική τάξη. Γι' αυτό άλλωστε και η ακολουθία στο βαθμό της διακονίσσης χαρακτηρίζεται και (άλλοτε) ως χειροτονία και (άλλοτε) ως χειροθεσία. Πρβλ. τον ιε' καν. της Δ' Οικουμ. Συνόδου: "Διάκονον, μη χειροτονείσθαι γυναίκα προ ετών τεσσαράκοντα, και ταύτην μετ' ακριβούς δοκιμασίας. Ει δε γε δεξαμενή την χειροθεσίαν, και χρόνον τινά παραμείνασα τη λειτουργία..."

Σήμερα--για να κάνουμε και μία πρότασή-μπορεί να επαναβιώσει ο θεσμός των διακονισσών ιδίως στα γυναικεία μοναστήρια. Σ' αυτά μπορούν να βοηθούν τους ηλικιωμένους ιερείς, όπως πρέπει να υπάρχουν κατά τον Αγ. Νικηφόρο τον Ομολογητή (καν. κβ') και τον Αγ. Νικόδημο τον Αγιορείτη( "Πηδάλιον", σελ. 340, υποσημ.). Επίσης θα μπορούν να μεταδίδουν τη Θ. Ευχαριστία κατά τις ήμερες πού λόγω εκτάκτων καιρικών συνθηκών δεν είναι δυνατόν να τελείται στις Μονές τους η Θ. Λειτουργία ή λόγω εκτάκτων περιστατικών θανάτου δεν είναι δυνατόν να κληθεί εγκαίρως ιερεύς για τη μετάδοση της Θ. Ευχαριστίας. Ακόμη θα μπορούν να βοηθούν και κατά την τέλεση βαπτίσματος γυναικών πού προσέρχονται σήμερα στην ορθοδοξία και στην Εκκλησία σε μεγάλη ηλικία.

Β. Η τάξη στην Εκκλησία.

1. Τύπος και υπογραμμός ο Ι. Χριστός.

Επομένως από όλα αυτά νομίζουμε φαίνεται, ότι το θέμα της μη χειροτονίας των γυναικών στο βαθμό του ιερέα η αρχιερέα δεν έχει σκοπό την υποτίμηση της γυναικός, αλλά είναι θέμα τάξεως. Θέμα τάξεως της ιερωσύνης. Ότι είναι θέμα τάξεως το θέμα της ιερωσύνης μέσα στη χριστιανική Εκκλησία μαρτυρείται με αυθεντικό τρόπο και από την Αγ. Γραφή. Συγκεκριμένως ο Απ. Παύλος στην προς Εβραίους επιστολή, αναφερόμενος στον Ι. Χριστό, λέει: "Συ ει ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ" (Έβρ. 5,6 και αλλού).

Ο Ι. Χριστός, λοιπόν, είναι ο αιώνιος ("εις τον αιώνα") ιερέας, ο μέγας αρχιερέας, το υπόδειγμα και το πρότυπο κάθε ιερέα και αρχιερέα. Και κατά το πρότυπο αυτό οφείλουν να είναι οι ιερείς και οι αρχιερείς της χριστιανικής Εκκλησίας, ακόμη και κατά το φύλο. Αυτήν την αρχή και αυτήν την τάξη ετήρησαν και υπέδειξαν και οι δώδεκα απόστολοι, όταν επέλεγαν ή όταν χειροτονούσαν τους αντικαταστάτες τους και τους διαδόχους τους.

Γι' αυτό μπορούμε να πούμε, ότι όταν ο Απ. Παύλος ορίζει: α) "Δει τον επίσκοπον...μιας γυναικός άνδρα(είναι)" ( Α' Τιμ. 3,2). β) "Διάκονοι έστωσαν μιας γυναικός άνδρες" (Κ Τιμ. 3,12), και γ) και ο πρεσβύτερος να είναι "μιας γυναικός ανήρ"(Τίτ. 1,6) εμμέσως ορίζει και το φύλο του επισκόπου και του πρεσβυτέρου και εκφράζει αυτήν την αρχή. Ίσως εδώ θα μπορούσαμε να πούμε, ότι εκφράζεται και περί της ισοτιμίας (ισοτιμία= ίση -"τιμή"), ανδρός και γυναικός, όταν λέει "μιας γυναικός άνδρα", ένας άνδρας - μία γυναίκα.

2. Οι λόγοι του Απ. Παύλου.

Ακόμη και οι λόγοι του Απ. Παύλου στην προς Τιμόθεον Επιστολή του: Γυναικί δε διδάσκειν ουκ επιτρέπω, ουδέ αυθεντείν ανδρός... Αδάμ γαρ πρώτος επλάσθη, είτα Εύα και Αδάμ ουκ ηπατήθη, η δε γυνή απατηθείσα εν παραβάσει γέγονε", (Α' Τιμ. 2,12-14,) μάλλον το θέμα της τάξεως και της αρμονίας ένεκα και της διαφοράς των ψυχοσωματικών προϋποθέσεων μας τονίζουν.

 Ίσως στο σημείο αυτό παρεμβάλει κάποιος και προβάλει το χωρίο του Απ. Παύλου: "Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού" (Γαλ.3,28). Και βασιζόμενος σ' αυτό, ίσως ισχυρισθεί, ότι δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ ανδρός και γυναικός κατά την Αγ. Γραφή "εν Χριστώ", στην εποχή της Καινής Διαθήκης. Άρα δεν μπορούμε εμείς να επιτρέπουμε αποκλειστικώς τη χειροτονία μόνο στους άνδρες. Πλην όμως και εδώ νομίζουμε, ότι γίνεται κάποιο σφάλμα. Δεν έχει προσεχθεί επαρκώς η διατύπωση του εν λόγω χωρίου και συνεπώς και η έννοια του. Δεν λέει δηλονότι "ουκ έστι"= δεν υπάρχει, αλλά "ουκ ένι"="ούκ ένεστι"= δεν ενυπάρχει = δεν υπάρχει στην εσωτέρα του φύση-ουσία. Δεν υπάρχει ως προς τα ψυχοπνευματικά χαρίσματα, γιατί όλοι είμαστε ένα "εν Χριστώ Ιησού". Αντιθέτως επιφανειακώς, ως προς τα σωματικά-ψυχικά χαρίσματα ή ως προς τη σωματική διάπλαση υπάρχει και διάκριση και διαφορά. Έκτος αυτού, εάν προσέξουμε καλώς το χωρίο, δεν λέει "πάντες γαρ υμείς ίσοι εστέ εν Χριστώ αλλά λέει εις=ένας. Επομένως πνευματική ενότητα υπάρχει, όχι φυσική ταυτότητα ή ισότητα. Η φυσική διαφορά και διάκριση υφίσταται.

Αλλά αν υπάρχει η φυσική διαφορά αυτό δεν αποκλείει την ισοτιμία. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος μάλιστα σε μια ανάλογη περίπτωση λέει, ότι "η διαφορά αύτη μάλιστα εστίν η ποιούσα την ισοτιμία" (Ρ.Θ.61,2530). Η ορθότητα της παρατηρήσεως αυτής, γίνεται πιο αντιληπτή, εάν σκεφθούμε, ότι αν δεν υπήρχε καμμία διαφορά και η ομοιότητα κατά τα άλλα ήταν απόλυτη, τότε ασφαλώς το επί πλέον προνόμιο της ιερωσύνης θα τοποθετούσε σε πλεονεκτικότερη θέση τον έχοντα την ιερωσύνη.

Άλλα καλλίτερα ας πάμε στη σχετική τριακοστή ομιλία του Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην προς Κορινθίους Α' Έπιστολή, όπου παραθέτει την ανωτέρω γνώμη, σχολιάζοντας και τα έξης χωρία του Απ. Παύλου (κεφ. 12,18 εζ):"Νυνί δε ο θεός έθετο τα μέλη εν έκαστον αυτών εν τω σώματι καθώς ηθέλησεν ει δε ην τα πάντα εν μέλος, που το σώμα; νυν δε πολλά μεν μέλη, εν δε σώμα". Συγκεκριμένως λέει: "Νυνί δε ο Θεός έθετο τα μέλη, εν έκαστον αυτών εν τω σώματι καθώς ηθέλησεν. Ώσπερ περί του Πνεύματος είπε, Καθώς βούλεται, ούτω και ενταύθα, Καθώς ηθέλησε. Μη τοίνυν εξέταζε λοιπόν την αιτίαν, διατί ούτω, και δια τί ουχ ούτω. Καν γαρ μύριους λόγους έχωμεν ειπείν, ουχ ούτω δυνησόμεθα δείξαι ότι καλώς, ως όταν είπωμεν, ότι ως ο αριστοτέχνης ηθέλησεν, ούτω γέγονεν, ως γαρ συμφέρον εστίν, ούτω βούλεται. Ει δε εν τω σώματι τούτω ου περιεργαζόμεθα τα μέλη, πολλώ μάλλον εν τη Εκκλησία… έκαστον κατά το θέλημα αυτού, ούτω κείται. Ώστε και τω ποδί συμφέρει το ούτω τετάχθαι, ουχί τη κεφαλή μόνον καν ανταλλάξη την τάξιν, και την οικείαν χωράν αφείς, εφ' έτερον έλθη καν επί μείζονα δοκη έληλυθέναι, το πάν απώλεσε και διέφθειρε της τε γαρ οικείας εκπίπτει, και της ετέρας ουκ επιτυγχάνει.

Ώστε η διαφορά αυτή μάλιστα εστίν η ποιούσα την ισοτιμίαν...ούτω γαρ ο θεός ηθέλησε. Μη τοίνυν αντιτασσώμεθα. Ει δε έτι θορυβή, εννόησαν ότι το σον έργον ου δύναται εκείνος πολλάκις ανύειν. Ώστε καν ελάττων ης, τούτω πλεονεκτείς καν μείζων εκείνος η, ελαττούται εν τούτω, και ούτως ισότης γίνεται. Και γαρ και εν τω σώματι και τα μικρά ου μικρά δοκεί συντελείν, αλλά και τοις μεγάλοις λυμαίνεται πολλάκις, όταν αποστή.

Τί γαρ τριχών ευτελέστερον εν τω σώματι; αλλά τας ευτελείς ταύτας αν ανέλης από των οφρύων και των βλεφάρων, όλην ηφάνισας της όψεως την ώραν (=ωραιότητα), και οφθαλμός ουκέτι ομοίως φανείται καλός καίτοι γε περί το τυχόν εστίν η ζημία, αλλ' όμως και ούτω πάσα διεφθάρη η ευμορφία ουκ ευμορφία δε μόνον, αλλά και πολύ της χρείας των οφθαλμών. Των γαρ μελών ημών έκαστον και ιδίαν ενέργειαν έχει και κοινήν, και κάλλος ομοίως και ίδιον και κοινόν εστίν εν ημίν και δοκεί μεν διηρήσθαι ταύτα, συμπέπλεκται δε ακριβώς, και θατέρου διαφθαρέντος και το έτερον συναπόλλυται".

3. Η συνέπεια της Εκκλησίας.

Δεν υπάρχει, λοιπόν, αμφιβολία ότι το θέμα της χειροτονίας ή μη της γυναικός είναι θέμα αρχής, γραμμής, τάξεως. Η τάξη αύτη και η διάκριση μεταξύ ανδρός και γυναικός δεν έχει την έννοια της διαιρέσεως ούτε της αντιθέσεως και αντιπαλότητας μεταξύ των φύλων μέσα στο σώμα της Εκκλησίας, όπως φαίνεται και από το ανωτέρω χωρίο (Γαλ. 3,28). Αντιθέτως, συντελεί στη συνεργασία μεταξύ τους, στον αλληλοσεβασμό και την ενότητα. Χαρακτηριστικοί είναι και οι εν συνεχεία λόγοι του Απ. Παύλου στην Α' Κορ. 12, 24-25": Ο Θεός συνεκέρασε το σώμα, τω υστερούντι περισσοτέραν δούς τιμήν, 'ίνα μη ή σχίσμα εν τω σώματι, αλλά το αυτό υπέρ αλλήλων μεριμνούσι τα μέλη".

Αυτήν την αρχή και αυτήν την τάξη επικυρώνει και ο ξδ' καν. της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, όταν ορίζει "ότι ου χρη δημοσία λαϊκόν, λόγον κινείν ή διδάσκειν, αξίωμα εαυτώ διδασκαλικόν εντεύθεν περιποιούμενον, αλλ' είκειν τη παραδοθείση παρά του Κυρίου διαβάζει)", και τονίζει: "Εν γαρ τη μια Εκκλησία διάφορα μέλη πεποίηκεν ο Θεός, κατά την Αποστόλου φωνήν ην ο Θεολόγος ερμηνεύων Γρηγόριος, σαφώς την εν τούτοις τάξιν παρίστησι φάσκων Ταύτην αιδοίμεθα την τάξιν, αδελφοί, ταύτην φυλάττοιμεν".

Αυτήν την αρχή και αυτήν τη γραμμή και τάξη παρέλαβαν και διετήρησαν και συνέχισαν και όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας, οι διάδοχοι των Αποστόλων. Κάθε παρέκκλιση από την τάξη, από την ορθή γραμμή αυτή, δημιουργεί αταξία και αναταραχή με προφανή τον κίνδυνο της διασπάσεως της ενότητας της Εκκλησίας ή με προφανές το εμπόδιο διατηρήσεως ή επιτεύξεως της συνέχειας και της ενότητας αυτής. Ο Αγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει:" Έκβαλε τους κανόνας των στοιχείων από την υλικήν κτίσιν, και παρευθύς λύεται η τάξις, και λυομένης της τάξεως, όλον το πάν αφανίζεται. Έκβαλε και τους ιερούς τούτους κανόνας από την Εκκλησίαν, και παρευθύς επεισέρχεται η αταξία, και εκ της αταξίας άπασα η ιερά αυτής διακόσμησις αφανίζεται" ("Πηδάλιον", σελ. ιστ').

Γι΄ αυτό και η Ορθόδοξη Εκκλησία και σήμερα, επειδή θέλει να υπηρετεί στην αρμονία και στην ενότητα της Εκκλησίας δια μέσου των αιώνων, είναι ο συνεχιστής και ο συνεπής τηρητής αυτής της τάξεως, όπως καθιερώθηκε από τον μέγα αρχιερέα Ι. Χριστό και παραδόθηκε από τους Αποστόλους σ' όλους τους μέχρι σήμερα διαδόχους τους.

Για τη συνέχιση αυτής της τάξεως και τη μη αθέτηση της οφείλουμε να έχουμε υπ' όψη μας όλοι οι χριστιανικοί λαοί και την έξης προειδοποίηση του Απ. Παύλου: "Μετατιθέμενης της ιερωσύνης εξ ανάγκης και νόμου μετάθεσις γίνεται" (Έβρ. 7,12). Τί να σημαίνει άραγε αυτό; Τί νόημα βαθύτερο έχει για την προκειμένη περίπτωση; Και το ακόμη σπουδαιότερο: Ποιες συνέπειες; Ποιες επιπτώσεις; Κάτω από ποιο νόμο θα βρεθούμε; Πάντως το χωρίο λέει: "Όταν μετατίθεται και αλλάσση η ιερωσύνη, κατ' ανάγκην επακολουθεί αλλαγή και αντικατάσταση του νόμου" (Ίω. Κολιτσάρα, οπ. παρ., σελ.285). Πρβλ. και Γ. Γαλίτη - Ι. Καραβιδόπουλου - Ι. Γαλάνη - Π. Βασιλειάδη, Η Καινή Διαθήκη( έκδ. "Βιβλικής εταιρείας"), σελ. 443;" "Όταν όμως αλλάζει ο φορέας της ιεροσύνης, τότε αναγκαστικά αλλάζει και ο νόμος".

Αντί Επιλόγου.

Κάποιος από εκείνους πού επιμένουν, ότι η μη χειροτονία των γυναικών είναι θέμα υποτιμήσεως αυτών, ίσως ισχυρισθεί, ότι η μη χειροτονία αυτών ως ιερέων - αρχιερέων δεν καθιερώθηκε, δεν εγκαινιάσθηκε από τον Ι. Χριστό, ούτε είναι θέμα τάξεως και αρχής, αλλά είναι μία αναγκαστική υποταγή ή έστω προσαρμογή στο πνεύμα της εποχής του Ι. Χριστού, οπόταν δηλ. η γυναίκα ήταν υποτελής στον άνδρα. Όμως αυτή η ένσταση δεν ευσταθεί, γιατί και αν υποθέσουμε, ότι ήθελε ο Χριστός να προσαρμοσθεί στα των Ιουδαίων μέτρα και πρότυπα, επειδή έζησε μεταξύ αυτών, ωστόσο και οι απόστολοι, οι όποιοι και έζησαν και έδρασαν μεταξύ των εθνών, οπού, ως γνωστόν υπήρχαν γυναίκες ιέρειες, δεν εισήγαγαν τις γυναίκες στην τάξη της ιερωσύνης.

Άλλα μη νομισθεί, ότι και οι ιέρειες, πού υπήρχαν σε μερικές τότε θρησκείες εθνικές, ήταν συνέπεια και αποτέλεσμα υπερτιμήσεως των γυναικών εκ μέρους αυτών. Αντιθέτως θα έλεγε κάποιος, ότι κατ' αυτόν τον τρόπον υποτιμούνταν. Συγκεκριμένως με την ιερή πορνεία καθίσταντο σκεύη ηδονής, τ.έ υποτιμήσεως και υποβιβασμού έναντι των ανδρών. Ενώ στο Χριστιανισμό με την αναγνώριση τους και ανακήρυξη τους ως αγίων και δικαίων και την προβολή τους ως προτύπων προς μίμηση και παράκληση ανδρών και γυναικών επιτυγχάνουν την ανύψωση τους και την υπερτίμηση τους.

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration