Ζωηφόρος

Η υπέρβαση που δεν έγινε, της Δήμητρας Κούκουρα,

Η υπέρβαση που δεν έγινε

της Δήμητρας Κούκουρα

από την εφημερίδα «Το Βήμα»

«Ευ-αγγέλιο» σημαίνει τη χαρμόσυνη για όλους τους ανθρώπους είδηση, ανεξαρτήτως φύλου, φυλής, έθνους, γλώσσας, κοινωνικής προέλευσης

και ηλικίας. Ο Υιός και Λόγος του Θεού προσέλαβε στη θεία του φύση ολάκερη την ανθρώπινη, την ανέσυρε από τον τάφο και της χάρισε τη ζωή και την ανάσταση.

Το ευαγγέλιο πρωτίστως κηρύχθηκε σε κοινωνίες με ανδροκρατούμενες καταβολές. Ο ελληνορωμαϊκός κόσμος θεωρούσε τις γυναίκες όργανα αναπαραγωγής και ηδονής, με δείκτη νοημοσύνης ασύμβατο για υπεύθυνα δημόσια λειτουργήματα, ενώ οι διατάξεις της Παλαιάς Διαθήκης ταύτιζαν την αμαρτία με τη γυναίκα και καθόριζαν τη θέση της σε σχέση με τον σύζυγο και αφέντη της.

Στην Καινή Διαθήκη ο Ιησούς αποδίδει στη γυναίκα σεβασμό. Συγχωρεί τις πόρνες, αποκαλύπτει τη θεότητά του στη Σαμαρείτιδα, επαινεί την πνευματική αναζήτηση της Μαρίας, ενώ δεν προκρίνει την εργώδη οικιακή μέριμνα της Μάρθας.

Η μητρότητα, η μοναδική έως τότε σταθερή αξία, χάνει την αποκλειστικότητά της. Οι γυναίκες γίνονται ισότιμοι αποδέκτες του μηνύματος της σωτηρίας και πρώτες οι μυροφόρες πληροφορούνται την Ανάσταση του Χριστού και μεταδίδουν το χαρμόσυνο μήνυμα (ευ-αγγέλιο).

Αυτή η στάση έχει αδιαμφισβήτητη ηθική αξία. Άργησε όμως να καρποφορήσει στην κοινωνική της διάσταση. Σε ένα απέραντο χωράφι με υπεραιωνόβια πυκνή βλάστηση, δύσκολα ανοίγει χώρος για να ανθίσουν καινούργιες προτάσεις ζωής.

Τον 4ο αιώνα ο Γρηγόριος Θεολόγος καταγγέλλει σθεναρά την άνιση νομική μεταχείριση ανδρών και γυναικών σε περιπτώσεις πορνείας και μοιχείας: «Ου δέχομαι ταύτην την νομοθεσίαν, ουκ επαινώ την συνήθειαν. Ανδρες εισίν οι νομοθετήσαντες διά τούτο κατ΄ αυτών η νομοθεσία».

Η νομοθεσία άλλαξε ύστερα από αιώνες, όταν η κοινωνία έγινε περισσότερο δίκαιη και με την επίδραση του χριστιανισμού.

Στους πρώτους αιώνες οι χριστιανοί προέρχονται από αυτόν τον ανδροκρατούμενο περίγυρο. Στην Εκκλησία, το Σώμα του Χριστού, εντάσσονται σε ώριμη ηλικία με το βάπτισμα, όπου ενσυνειδήτως ομολογούν το Σύμβολο της Πίστεως, αφού πρώτα «αποκηρύξουν τον Σατανά και τα έργα του».

Από τις κοινωνικές αντιλήψεις οφείλουν να απαρνηθούν όσες κραυγαλέως θίγουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Για παράδειγμα την πολυγαμία. Οι υπόλοιπες μεταβιβάζονται στον καινούργιο τρόπο ζωής, για να ζυμωθούν με το πνεύμα της αγάπης και της δικαιοσύνης.

Στον αρχαίο κόσμο οι γυναίκες, αποκλεισμένες από τη μόρφωση και τα δημόσια λειτουργήματα, περιορίζονταν στον ρόλο της άβουλης δούλης, της άφωνης συζύγου ή της αναξιόπιστης εταίρας.

Η Εκκλησία δεν έδωσε στις γυναίκες δυνατότητες αδιανόητες για την κοινωνία της εποχής, όπως η λήψη των αποφάσεων για τα κοινά και η διαχείριση των δημοσίων χρημά των.

Δόθηκαν όμως πρωτεύοντες ρόλοι στο φιλανθρωπικό έργο, κατά τη δοκιμασμένη ιδιαιτερότητα της μητρότητας και της συζυγίας.

Στις αρχές του 2ου αι. η χριστιανή γυναίκα οφείλει να είναι υποδειγματική σύζυγος και στοργική μητέρα, με περιορισμένες δραστηριότητες και εφέσεις. Η σκιαγραφία της στα κείμενα δεν διαφέρει από το πρότυπο της Ομηρικής Πηνελόπης, εάν βεβαίως εξαιρέσουμε την αδιαμφισβήτητη προσδοκία της αναστάσεως των νεκρών και την υπέρβαση του τραγικού αδιεξόδου.

Αργότερα στον ίδιο αιώνα αναφέρονται οι τάξεις των χηρών και των παρθένων.

Οι χήρες απαντούν ήδη στην Π. Διαθήκη. Η άγαμη γυναίκα δεν είχε κανένα δικαίωμα μέσα στην κοινότητα. Η ύπανδρος, χωρίς αρσενικό παιδί, έμενε στο περιθώριο, ενώ η χήρα επί το πλείστον περιέπιπτε στην εξαθλίωση, απροστάτευτη και ανασφάλιστη από την κοινωνία.

Κατά τους χρόνους της Καινής Διαθήκης και εξής οι χήρες επιβίωναν από τη φιλανθρωπία της Εκκλησίας την οποία παράλληλα ασκούσαν, με επισκέψεις ασθενών, κατηχήσεις, νουθεσίες χριστιανών κ.ο.κ.

Στους δύο πρώτους αιώνες οι αγώνες εναντίον αιρέσεων με ακραίες τάσεις εκχυδαϊστικής ακολασίας ή αφύσικης εγκρατείας οδήγησαν στην αναγνώριση της τάξης των Παρθένων,οι οποίες αφιερώνουν τον εαυτό τους στο έργο της Εκκλησίας, εφόσον η απόρριψη του γενετήσιου ενστίκτου μπορεί να συμβάλει στην πνευματική τελείωση.

Οι διακόνισσες από την Καινή Διαθήκη ως τις αρχές του 4ου αι. κατηχούν τις ενήλικες γυναίκες, επαλείφουν το γυμνό σώμα τους με το έλαιο κατά τη βάπτιση, στηρίζουν την πίστη τους, μεταφέρουν τη θεία κοινωνία κατ΄ οίκον και μεταλαμβάνουν τις ασθενείς. Στα διακονήματά τους δεν προβλέπεται η ιερουργία των μυστηρίων, αλλά ο ρόλος τους είναι επικουρικός στη θέση των ανδρών διακόνων, προς αποφυγήν σκανδαλισμού.

Στα τέλη του 3ου αι. πολλές προικισμένες γυναίκες προτίμησαν την ασκητική ζωή. Στόχος τους η πνευματική τελείωση αλλά και η αποφυγή ανεπιθύμητων καταναγκαστικών γάμων. Ο γυναικείος μοναχισμός απεδείχθη επαναστατικός αλλά και γενναίος, εφόσον αντιστάθηκε στις κοινωνικές προκαταλήψεις της εποχής αλλά και σε επιθέσεις επιδρομέων και ληστών.

Την ίδια εποχή οι Γνωστικοί, αιρετικοί ακραίων τάσεων, ανέδειξαν στις κοινότητές τους γυναίκες-ιερείς. Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς της περιόδου απορρίπτουν οποιαδήποτε προοπτική ιεροσύνης για τη χριστιανή γυναίκα, σε αντιδιαστολή προς το έθος των αιρετικών ή ακόμη των ιερειών της θεάς Αφροδίτης.

Στις τοιχογραφίες των ιερών ναών οι ανδρικές και γυναικείες μορφές των αγίων απεικονίζονται δίπλα δίπλα με το ίδιο φωτοστέφανο της χάριτος του Θεού, ενώ στην κόγχη του ιερού η Υπεραγία Θεοτόκος, η Πλατυτέρα των Ουρανών, είναι η γυναίκα που ανέδειξε στον μέγιστο βαθμό την ανθρώπινη κλήση: την εκούσια συνέργεια στην ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, για να μορφώνεται στην ανθρώπινη ύπαρξη ο Ιησούς Χριστός.

«Εκ γυναικός τα κρείττω!» διαπίστωση που στοίχισε μία αυτοκρατορική συζυγία. Διασφάλισε όμως την πνευματική ελευθερία.

Η κυρία Δήμητρα Κούκουρα είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια του τμήματος Θεολογίας στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.  

πηγή: http://www.romfea.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=2933&Itemid=2

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration