Ζωηφόρος

Η ιστορία του καθρέφτη, του Νικηφόρου,

Η ιστορία του καθρέφτη

 Μια μυθιστορία για μεγάλα παιδιά

του Νικηφόρου

Διαβάζεται φωναχτά σε τέμπο παραμυθιού:

Α. Μια φορά και ένα καιρό υπήρχε μια μικρή πολιτεία που την έλεγαν «Ευανθούπολη».

Δηλαδή ήταν και δεν ήταν πολιτεία, γιατί όταν την έβλεπες από μακριά φαινόταν σαν χωριό, μα όταν περπατούσες στους δρόμους της, έβλεπες τα κτήρια και δροσιζόσουνα στις βρύσες της, θαρρούσες πως ναι, είναι μια πολιτεία.

Αυτή ήταν η Ευανθούπολη.

Σ’ αυτή τη πόλη ζούσε ένας τεχνίτης, ο Ανάργυρος. Ο Ανάργυρος ήξερε να δουλεύει τον πηλό, ήταν καλός στην επεξεργασία του χρυσού και του αργύρου, του άρεσε πολύ να φτιάχνει πράγματα από ξύλο και μπορούσε να λιώσει με φωτιά την άμμο της παραλίας κάνοντας την γυαλί.

Μάζευε φλούδες ευκαλύπτου, κρεμμυδότσουφλα, καρπούς και φύλλα της αμυγδαλιάς, άνθη τριφυλλιού, λουλάκι, ρόδια, καρύδια, κρόκο και ριζάρι. Χρησιμοποιώντας αλισίβα, ασβέστη και στύψη έβαφε μάλλινα, βαμβακερά και μεταξωτά νήματα σε απίστευτους χρωματισμούς.

Αλλά καμία τέχνη δεν τον τραβούσε για πολύ. Γι’ αυτό πινακίδα στο εργαστήριο του δεν είχε. Όταν έχεις να πεις πολλά, καλύτερα να μην λες τίποτα.

Μια μέρα πέρασε από το εργαστήριο του Ανάργυρου ο Ηλιόδωρος, σεβαστός έμπορας σταριού, κάτοικος Ευανθούπολης. Ο Ανάργυρος κοιτούσε προσεκτικά ένα μεγάλο κομμάτι υαλοπίνακα, που είχε έρθει από τα δυτικά. Ο Ηλιόδωρος το είδε λείο, γυαλιστερό, λεπτό, διάφανο. Από μια μεριά αιχμαλώτιζε αυτά που έβλεπε και όταν το κοιτούσες στα μάτια εξαφανιζόταν, γινόταν αόρατο. Kαι του άρεσε. Έτσι ζήτησε από τον Ανάργυρο να φτιάξει κάτι για να στολίσει το σπίτι του. Ο Ανάργυρος συμφώνησε και ευχαρίστησε τον Ηλιόδωρο για την όμορφη ιδέα που του έδωσε. Η αμοιβή εξαρτιόταν από το αποτέλεσμα.

Ο Ανάργυρος αφού έκαψε λίγο θυμίαμα μπροστά στις εικόνες και είπε μια προσευχή, πήρε ένα μικρό, κοφτερό κομμάτι σαν γυαλί, αλλά πολύ σκληρό, που οι άνθρωποι το ονόμαζαν «αδάμας» και το κόλλησε στάζοντας λίγο κερί, στην άκρη ενός ξύλου. Ξάπλωσε το κομμάτι του γυαλιού πάνω στον πάγκο του, στο κέντρο του εργαστηρίου και χάραξε προσεκτικά και με δύναμη το περίγραμμα μιας προτομής. Σιγά σιγά και με μεγάλη προσοχή έκοψε τα κομμάτια που περίσσευαν από το γυαλί που το είχε χωρίσει ο αδάμας και απόμεινε το σχήμα που είχε σχεδιάσει.

Πήρε πηλό, χώμα σε σκόνη ανακατεμένο με νερό, το έπλασε σαν ζυμάρι, σαν πλαστελίνη και το έφτιαξε σαν μια πολύ μακριά φρατζόλα ψωμιού, μετά πιο στενό σαν το ξύλο της τσάπας, και αφού το πάτησε λίγο, το έβαλε γύρω από το γυαλί που είχε κόψει. Άφησε τον πηλό να στεγνώσει καλά και τον έκοψε σε κομμάτια που μπορούσε να μεταφέρει και τα έβαλε στον φούρνο που είχε κάψει με πολύ δυνατή φωτιά και τώρα είχαν μείνει τα κάρβουνα. "Το χώμα για να μεταμορφωθεί σε πέτρα θέλει τον ρυθμό του" είπε ο Ανάργυρος και τοποθέτησε τα κομμάτια του στην πόρτα του φούρνου. Μετά από μερικές ώρες τα κομμάτια ήταν στο βάθος του φούρνου με ένα κατακόκκινο χρώμα λες και κατάπιαν τη φωτιά. Τώρα θα περιμένουμε να κρυώσουν ήσυχα ήσυχα, η μεταμόρφωση έγινε, έγιναν κεραμικά.

Β. Την άλλη μέρα το πρωί ο Ανάργυρος κίνησε να πάει στην αγορά. Αγορά στην ευανθουπολη σήμαινε πολλά πράγματα, ίσως και όλη τη ζωή της πόλης. Εδώ υπάρχουν τα μεγάλα εμπορικά, με πράγματα από όλο τον κόσμο, μαζί και τα μικρότερα με ντόπια προϊόντα, εδώ και οι φωνακλάδες μικροπωλητές. Στην αγορά υπάρχουν και οι λογιών-λογιών τεχνίτες που επεξεργάζονται τα μέταλλα, το ξύλο, το μαλλί, το μελισσοκέρι, το βαμβάκι, το λινάρι, το κρασί, και ότι μπορείς να φανταστείς. Εδώ συναντιούνται οι κάτοικοι και για να αγοράσουν τα καθημερινά τους ψώνια αλλά και για να μάθουν τα νέα, η να πουν και να διαδώσουν αυτά που ξέρουν. Εδώ συζητούνται τα μικρά και τα μεγάλα προβλήματα, από την απληστία του γείτονα μέχρι και για την ουσία του θεού.

Πώς γίνεται και όταν είναι κανείς χαρούμενος και το δέρμα και τα μάτια να λάμπουν ενώ ο ίδιος άνθρωπος να είναι σκοτεινός και μουρτζούφλης όταν δεν είναι καλά;

Αμέτρητοι δρόμοι και σοκάκια οδηγούν σε πλατείες με το συμβούλιο της πόλης, με νοσοκομεία, με τις διάφορες σχολές και σε μια πλατεία υπάρχει ο μεγάλος ναός της πόλης, ο Άγιος Ευγένιος. Γι' αυτή την εκκλησία ήταν υπερήφανοι οι ευανθοπολιτες. Απ’ έξω δεν σου γέμιζε το μάτι, κι αν ήσουν και λιγάκι ταξιδεμένος σου γέμιζε το μάτι λιγότερο. Αλλά όταν έμπαινες μέσα, τι άπλα ήταν αυτή θεέ μου! άνοιγε την καρδιά σου ως τον ουρανό και ενδόμυχα μουρμούριζες. "Είναι μεγάλη η εκκλησία του Άγιου Ευγένιου".

Ο Ανάργυρος αναγνώρισε από μακριά την απλή πινακίδα με τα ανάγλυφα γράμματα «ΓΕΝΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ» Διονύσιος ο Αριμαθείας. Αυτός ο γιος της γης της Παλαιστίνης πουλούσε από όλα όπως έλεγε και η ταμπέλα του. Αλλά για όλα τα προϊόντα που εμπορεύονταν είχε να πει μια ιστορία για το καθένα. Μερικές ιστορίες ήταν τόσο ωραίες που ένιωθες ότι ο Διονύσιος ήταν ένας έμπορος ιστοριών και απλά διατηρούσε το «γενικό εμπόριο» από ιδιοτροπία, ή από μια διάθεση ντροπής για το χάρισμα του.

Το εσωτερικό του μαγαζιού του Διονυσίου κάλυπτε όλες τις δυνατότητες της ανθρώπινης όσφρησης. Έμπαινες μέσα και γινόσουν όλος μια μύτη. Μια τεράστια μύτη που απορεί πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν τόσες μα τόσες πολλές μυρωδιές. Θα μπορούσες να πεις ότι δεν έχει μόνο μια αλλά πολλές μυρωδιές για τον καθένα μας. Εκεί, στο κέντρο του μαγαζιού που είναι σαν μια τεράστια σπηλιά των μυρωδιών, πίσω από τον πάγκο του κάθεται ο Διονύσιος. Επάνω στον πάγκο κάθεται μακαρίως σαν καλωσόρισμα, ο Ασλάν, από τα υψίπεδα της άγκυρας, με μεγάλα μουστάκια και χαίτη αιθέρια, απαλή και μακριά.

Αφού χαιρετήθηκαν οι δυο άντρες και αντάλλαξαν ευχές ο Ανάργυρος ζήτησε κάτι τόσο γυαλιστερό που να μπορεί να δείχνει αυτό που βλέπεις. Όπως όταν βλέπει σε μια νερολακούβα το πρόσωπο της η μικρή Γαλήνη, η κόρη του Διονυσίου π.χ.

Ο Διονύσιος αφού σκέφτηκε για λίγο του είπε: «Ανάργυρε θα σου δώσω κάτι που ήδη το γνωρίζεις αλλά νομίζω πως εσύ θα το καταφέρεις». Ο Διονύσιος άνοιξε ένα ξύλινο κουτί που ήταν ακριβώς από πίσω του και έβγαλε μερικά άσπρα μεταλλικά κλαράκια. «Μα αυτό είναι άργυρος», είπε ο Ανάργυρος. Ο Διονύσιος χαμογέλασε:

«Όταν φτιαχνότανε η γη, λες και ήταν σαν ένα καζάνι σε πολύ δυνατή φωτιά με διάφορα υλικά μέσα του, που έβραζαν, κόχλαζαν και άχνιζαν. Οι άγγελοι και οι δυνάμεις του Θεού ανακάτευαν το μίγμα. Τότε αφού το αποφάσισε ο Θεός, έριξε την ανάσα του στη γη και αυτή σιγά σιγά άρχισε να κρυώνει και να γίνεται ανθρώπινη. Όταν όμως έριξε την ανάσα του, κρατούσε στο Άγιο Του χέρι την Λάμψη της σελήνης και του έπεσε λίγη από αυτή στη γη. Έτσι όπως έπεσε απλώθηκε λες και απέκτησε η γη φλέβες με άσπρο αίμα που πήγαν σε πολλά σημεία στο φλοιό της γης. Κρύωσε από την ανάσα του Θεού και όταν το βρήκαν οι άνθρωποι σκάβοντας το χώμα της γης, το ονόμασαν άργυρο. Έχει μέσα του κρυμμένη τη παγωμένη λάμψη της σελήνης. Νομίζω πως αυτό είναι που γυρεύειςκατάληξε ο Διονύσιος.

Ο Ανάργυρος ευχαρίστησε για την ιστορία, αγόρασε αρκετά κλαράκια αργύρου και επέστρεψε στο εργαστήριο του.

Γ. Το σπίτι του Ηλιόδωρου δεν ήταν μακριά. Έτσι κι αλλιώς τίποτα δεν ήταν μακριά στην ευανθούπολη. Υπάρχουν μέρη που είναι εκατοντάδες βήματα περισσότερο του μακριά και πάλι τα νοιώθεις δίπλα σου, και υπάρχουν πολλές φορές γείτονες μας που κι αν ζούσαν στα πέρατα του Ωκεανού το ίδιο θα μας έκανε.

Η Ευανθούπολη ήταν γεμάτη πράσινο. Μέσα στην αγορά ανάμεσα στις οικοδομές και μέσα στα δαιδαλώδη δρομάκια πάντα εύρισκαν τρόπο να φυτέψουν κάτι. Ακόμη και σε μια χούφτα χώμα βλέπεις τους βασιλικούς να φουντώνουν και τα αναρριχητικά και τα αμπέλια να σκαρφαλώνουν σε στέγες, σε πρεβάζια σε εξώστες και σε βεράντες. Ανάμεσα στα σπίτια υπήρχαν περιβόλια με λαχανικά, και κήποι και δέντρα της ομορφιάς και καρποφόρα.

Το σπίτι του Ηλιοδώρου ήταν φτιαγμένο από πέτρα όπως τα περισσότερα σπίτια εκεί. Πέρναγες από το δρόμο και έπρεπε να σου το δείξουν το για να το αναγνωρίσεις. Ήταν απόλυτα εναρμονισμένο με το τοπίο, νόμιζες πως ήταν ίδια ηλικία με τα βράχια, τους λόφους και την πανταχού παρούσα βλάστηση. Μέσα στο σπίτι τα πράγματα ήταν βέβαια αλλιώτικα.

Η ωραία Μαύρα, η μεγάλη θυγατέρα του Ηλιόδωρου, ετοιμάζεται να βγει στο κόσμο, θα παντρευτεί τον Απολλώνιο, γιο του Γεωργίου του κεραμέως και της εξαίσιας καλλονής Χιονίας. Η ανησυχία είναι σαν την σταγόνα στο πανί, απλώνεται πριν ακόμα το πάρεις χαμπάρι. Είναι η τελετή της γνωριμίας των γονέων, είναι η ετοιμασία της νυφικής κάμαρας, είναι βέβαια και η ερωτική ανησυχία μας κάνουν μια ωραία συνταγή έντασης, μιας εκκωφαντικής σιωπής, που την σπαζουν ο ήχος από τις χάντρες του κομπολογιού. Εμ και τα φορέματα, λίγο τόχεις, θα συναντηθούμε με τόσους ανθρώπους, θα δούμε τόσους γνωστούς, να μην υπάρχει μια ποικιλία, κάτι το διαφορετικό; Αχ νάξερα πως με βλέπουν κι αυτοί, με τα δικά τους μάτια.

Δ.Στο εργαστήριο του ο Ανάργυρος έβαλε μια πολύ μεγάλη φωτιά στο φούρνο του και τον έκαψε καλά, τον έκανε καμίνι. Πήρε το χωνευτήρι του, ένα πέτρινο γουδί που αντέχει στην φωτιά, το γέμισε με τα κλαράκια και το έβαλε μέσα στο φούρνο. Τα σκέπασε με κάρβουνα, έβαλε και από πάνω, φύσηξε με το φυσερό από δέρμα τα κάρβουνα να κοκκινίσουν και άφησε τη φωτιά να κάνει τη δουλειά της κλείνοντας την πόρτα.

Η μαλτεζόπετρα είναι μια πέτρα πολύ μαλακή, την χρησιμοποιούν στα υπέρθυρα, γιατί σκαλίζεται πολύ εύκολα. Σε μια τέτοια πέτρα ο Ανάργυρος σκάλισε με το μυτερό σφυράκι του ένα βαθούλωμα, σαν μια πλάκα από παστέλι, ξέρεις, σουσάμι με μέλι. Ο Ανάργυρος πήρε μια μακριά σιδερένια λαβίδα και άνοιξε την πόρτα του φούρνου. Έπιασε το χωνευτήρι με την λαβίδα, το κούνησε να δει αν ήταν ρευστό, και το έχυσε με προσοχή στο καλούπι της μαλτεζόπετρας. Στην αρχή ήταν κατακόκκινο σαν λάβα και σιγά σιγά άρχισε να ασπρίζει και να σκληραίνει και μετά το βάπτισε στο νερό.

Σε ένα κομμένο κορμό δέντρου σαν τραπέζι, άπλωσε χοντρά και σκληρά κομμάτια δέρμα και έβαλε την πλάκα του αργύρου ανάμεσα τους. Πήρε ένα μεγάλο πλατύ ξύλινο σφυρί και ξεκίνησε να χτυπάει. Τα μέταλλα δεν είναι εύκολο να τα υποτάξεις αλλά ο άργυρος είναι μαλακός, και με το δόντι τον χαράζεις. Για να τον κάνεις όμως σαν χαρτί πρέπει να πας με τα νερά του. Γι’αυτό χτυπούσε ο Ανάργυρος, χτυπούσε και ο Πύρρος, ισόβιος επισκέπτης του σπιτιού, χτυπούσε και ο Τρύφων, ο γιος της οικογενείας, χτυπούσε και ο Διόδωρος, ο γενικώς της γειτονιάς.

Κατά διαστήματα, μεταξύ των χτυπημάτων, το έπαιρναν, το έβαζαν στα κάρβουνα, περίμεναν να ζεσταθεί, έβαζαν μπρος το φυσερό, αυτό πάλι άσπριζε, το βάπτιζαν στο νερό να κρυώσει και συνέχιζαν τα χτυπήματα. Και αυτό το πράγμα όλο και πλάταινε. Από μια πλάκα σαν δυο παλάμες, άρχισε να απλώνεται πάνω στο τραπέζι. Και δώστου και άλλα χτυπήματα, πιο επιδέξια τώρα για να μην τρυπήσει. Ώσπου έγινε πια σαν χαρτί, αστραφτερό και λείο από την τριβή του με τα δέρματα. Ο Ανάργυρος το έπιασε με προσοχή και το άπλωσε στο πίσω μέρος του γυαλιού που είχε κόψει. Έπεσε σαν σεντόνι. Με ένα απαλό βαμβακερό ύφασμα πίεσαν το φύλλο και έγινε ένα με το γυαλί. Η λάμψη είχε κλειστεί στην παγίδα της. Τοποθέτησαν τα πήλινα κομμάτια στο περίγραμμα του γυαλιού, το ασφάλισαν με ένα ξύλινο σκελετό από την πίσω μεριά, το κόλλησαν με ρετσίνι και το σήκωσαν όρθιο.

Ήταν απίστευτο … λες και ήταν μια πόρτα που οδηγούσε σ’ ένα ολόιδιο δωμάτιο με τους ίδιους ακριβώς ανθρώπους, που έκαναν ακριβώς τις ίδιες κινήσεις, τις ίδιες γκριμάτσες, μόνο τον ήχο δεν μπορούσε να μεταφέρει αυτό το πράγμα, εκτός και αν τον ακούγαμε και δεν μπορούσαμε να τον ξεχωρίσουμε. Ήταν σαν ένας θαυμάσιος καινούργιος κόσμος και εμφανίστηκε όλη η γειτονιά από τις φωνές και τα γέλια. Ήταν πολύ διασκεδαστικό ειδικά όταν κάποιος το συναντούσε πρώτη φορά. Ποτέ τέτοιοι μορφασμοί και στάσεις σωμάτων δεν είχαν βγάλει τόσο αυθόρμητο γέλιο. Αλλά όλα τα πράγματα έχουν ένα τέλος. Το δειλινό ήρθε με την πορφυρή χλαμύδα του και ο κόσμος άρχισε να αραιώνει. Μερικοί συνέχιζαν να ρίχνουν κλεφτές ματιές στο είδωλο τους στο γυαλί, αλλά οι περισσότεροι γύρισαν στις δουλειές τους με ένα περίεργο χαμόγελο στο πρόσωπο. Ένας αδέκαστος κριτής θα παρατηρούσε ότι οι περισσότεροι από αυτούς που έριχναν τις κλεφτές ματιές, ήταν γυναίκες.

Ε.Υπάρχει ένα έθιμο για τα πρωτότυπα έργα που φτιάχνονται στην πόλη. Το έργο πρέπει να εκτεθεί για δύο εβδομάδες δημόσια και μετά το παίρνει ο ιδιοκτήτης του, έστω και στην αυλή του εργαστηρίου. Ο Ανάργυρος αφού άλειψε με λάδι από λινάρι, τα ξύλα του σκελετού, το κουβάλησε έξω στην αυλή του. Αλλά τα νέα κυκλοφορούν γρηγορότερα και από την μυρωδιά της φρεσκοψημένης πίτας της γιαγιάς σε πεινασμένο στομάχι, και κόσμος είχε μαζευτεί και περίμενε το κάτοπτρο. Αυτό το όνομα του είχε δώσει ο Ανάργυρος.

Στα χρόνια μας το βρίσκεις στα λεξικά: λεία και στιλπνή επιφάνεια που έχει την ιδιότητα να αντανακλά τις φωτεινές ακτίνες, κάτοπτρον, κάθοπτρον, κάθρεπτον, καθρέπτης, καθρέφτης.

Είχαν έρθει βέβαια και οι χτεσινοί αλλά η φήμη είχε κυκλοφορήσει και μέχρι το μεσημέρι είχε γίνει το αδιαχώρητο. Ο Ανάργυρος παρατήρησε ότι κάποιους ανθρώπους τους αιχμαλώτιζε ο καθρέφτης. Ήταν βέβαια πολύ διασκεδαστικό πράγμα, κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί, είχε και αρκετές χρησιμότητες, όπως μπορούσες να βλέπεις πίσω σου, μπορούσες να μεγαλώσεις ένα χώρο, μπορούσες να ομορφύνεις λίγο, μπορούσες να κάνεις και σήματα με τις ακτίνες του ήλιου, μπορούσες να θαμπώσεις ίσως και εισβολείς με τις ακτίνες του ήλιου. Εκτός όμως από όλα αυτά έχει και μια άλλη δύναμη, σκέφτηκε το ίδιο βράδυ μιας απίστευτα κουραστικής μέρας. Οι παραγγελίες για κάτοπτρα ήταν πολύ καλές, δεν θα ήξερε τι να τα κάνει όλα αυτά που θάπαιρνε. Πάντως όλοι όσοι πέρασαν είχαν να πουν κάτι. Χαμόγελα, γέλια, ντροπές, ματιές, κινήσεις, έως και στριγκλιές ενθουσιασμού ακουστήκαν την πρώτη μέρα.

Την επόμενη τα πράγματα δυσκόλεψαν πολύ λόγω του κόσμου που πολιορκούσε την αυλή. Κατά το μεσημέρι εμφανίστηκαν και μικροπωλητές, με φαγώσιμα και δροσιστικά ποτά, και από την άλλη μέρα η όψη του δρόμου είχε πια αλλάξει. Στήθηκαν αυτοσχέδια μαγαζάκια με υπόστεγα για τον ήλιο, και μικρούς κορμούς για καθίσματα και το δρομάκι του Ανάργυρου έγινε τώρα πολυσύχναστο. Έγινε πια ένα κομμάτι της καρδιάς της αγοράς, πήγαινες εκεί για να βρεις γνωστούς, να μιλήσεις με αγνώστους πίνοντας ένα ποτήρι κρασί και να πεις βέβαια την γνώμη σου για το κάτοπτρο.

Το ίδιο βράδυ άναψαν μια φωτιά, όχι μπροστά αλλά σχετικά κοντά στον καθρέφτη, και η κατάσταση άρχισε να γίνεται εκτός ελέγχου. Ο καθρέφτης έπαιρνε τις φλόγες και τις ταξίδευε παντού σε ένα αλλοπρόσαλλο χορό. Ξυπνούσε τα πουλιά επάνω στα δέντρα και έφερνε αγουροξυπνημένα κορίτσια να κάνουν την νύχτα ατέλειωτη. Ήταν κάτι το φαντασμαγορικό ειδικά όταν προσθέτοντας κι άλλα ξύλα στη φωτιά, οι λάμψεις από τις φλόγες γέμισαν τη γειτονιά τρυπώνοντας μέσα από χαραμάδες που πριν δεν υπήρχαν και από παράθυρα με μισόκλειστους ταμπλάδες.

ΣΤ.Μήπως δεν έκανα καλά που έφτιαξα αυτό το πράγμα, αναρωτήθηκε ο Ανάργυρος όταν ο ενθουσιασμός τελείωσε και τα πράγματα είχαν ηρεμήσει λίγο. Όσοι είχαν απομείνει αυτή την ώρα της νύχτας, είχαν καθίσει γύρω από τη φωτιά και μπροστά στο καθρέφτη. Είναι σαν να προσκυνάνε ή μάλλον να ξενυχτάνε ένα καινούργιο θεό, σκέφτηκε ο Ανάργυρος, ενώ προσπαθούσε να βάλει το κάτοπτρο μέσα στο εργαστήριο του για ασφάλεια. Αυτή, οι ιστορικοί του μέλλοντος, την ονόμασαν Πύρρειο νίκη.

Την Τρίτη μέρα, το πρωί, μέλη της συντεχνίας των ύαλων μαζί με μερικούς από το συμβούλιο της πόλης, εμφανίστηκαν στο εργαστήριο του Ανάργυρου να συζητήσουν «περί κατόπτρων». Μιας και η ζήτηση για κάτοπτρα ξεπέρασε κάθε προηγούμενο δεν θα ήταν καλύτερα να μοιράζονται όλοι την κατασκευή του; Έτσι και αλλιώς δεν του έφτανε μια ζωή για να φτιάξει σε όλο τον κόσμο κάτοπτρα. Όλοι ή σχεδόν όλοι ήθελαν. Όχι βέβαια τόσο μεγάλα σαν κι αυτό, μα γι’ αυτό όλοι δίνουν τον λόγο τους πώς δεν θα ξαναγίνει.

Η παράκληση ήταν μέσα στα ήθη των συντεχνιών της πόλης αλλά ο τόνος της έλεγε, ότι ο Ανάργυρος δεν είχε κανένα περιθώριο να αρνηθεί. Άσε που δεν ήθελε καθόλου να αρνηθεί. Το αντίθετο μάλιστα, τους ευχαρίστησε που πήραν αυτό το βάρος από πάνω του και τους εξήγησε πώς έφτιαξε το κάτοπτρο. Έτσι όλοι έμειναν ευχαριστημένοι.

Ήταν τα γενέθλια της συντεχνίας των κατόπτρων και απλώθηκαν στη πόλη να το γιορτάσουν. Κατά το μεσημέρι, αν έστηνες αυτί, θα άκουγες το ρυθμικό χτύπημα του ξύλου πάνω σε δέρμα.

Ευχαριστημένος και ο Ανάργυρος που έφυγε από πάνω του η φασαρία, γιατί ο πολύς κόσμος είχε φύγει, βγήκε στην αυλή και στήριξε το κάτοπτρο να αντικρίζει τον ήλιο. Η αντανάκλαση από τις ακτίνες έπεφταν πάνω στο πατημένο χώμα της αυλής. Καθώς ο ήλιος ακολουθούσε τη διαδρομή του, ο Ανάργυρος τη χάραζε με ένα λεπτό κλαράκι πάνω στο χώμα.

Ζ.Την όγδοη μέρα μπορούσες πια να καταλάβεις τη διαφορά μίας πόλης με κάτοπτρο ή χωρίς. Τώρα μπορούσες να βρεις παντού κάτοπτρα. Βλέπεις πώς είσαι, αγριεύεσαι και πηγαίνεις στον κουρέα να σουλουπωθείς. Οι περισσότεροι είχαμε ομορφύνει αυτή την εποχή. Βλέπαμε τον εαυτό μας με τα μάτια των άλλων και θέλαμε να δίνουμε μια όμορφη εικόνα, κακό δεν είναι. Αλλά η αλήθεια είναι ότι είχε τη δύναμη να σε επηρεάζει, να σου αλλάζει τη διάθεση. Αν ήσουν νέος και όμορφος σε έδειχνε ομορφότερο ή ήσουν γνήσιος απόγονος του νάρκισσου;

Στους άσχημους, τους κακοχυμένους, τους τραυματισμένους και στους παραμορφωμένους ήταν αδυσώπητο. Το κάτοπτρο σου έριχνε τη διάθεση ή έβλεπες τα χάλια σου και γινόσουν χειρότερα;

Δίκαιο είχε ο Ηλιόδωρος που ζήτησε νωρίτερα τη παραγγελία του. Τόσος κόσμος το έχει στο σπίτι του, και μέσα στο σάκο του ακόμα. Δεν πρέπει να στερείται αυτός που ήταν η αφορμή πού ξεκίνησαν όλα.

Η.Στο σπίτι του ο Ηλιόδωρος έλαμπε από χαρά. Ήταν καλύτερος απ’ ότι είχε φανταστεί. Η φιλαρέσκεια γίνεται αρετή γιατί όντως είναι πολύ όμορφο να ντύνεσαι μπροστά σε ένα καθρέφτη, ή να γδύνεσαι.

Τα νιάτα και η ομορφιά της Μαύρας θάμπωσαν τον καθρέφτη. Τα φορέματα όμως όχι. Ήθελαν αλλαγές, ήθελαν επιδιορθώσεις, μεταποιήσεις και τόσες λεπτομέρειες που το ραφτόπουλο άρχισε να παραμιλάει κοιτώντας με θολό μάτι τον καθρέφτη.

Η Αγαθή η μικρότερη αδελφή της Μαύρας, δεν είχε φύγει καθόλου απ’ το δωμάτιο. Η Ήβη ανέτειλε στο κοριτσίστικο κορμάκι της και ήταν το ανυποψίαστο θύμα.

Ο Γοργονίας και ο Νεόφυτος, τα δύο μικρότερα αδέλφια της οικογενείας, απέδωσαν τιμές στο κάτοπτρο, με γκριμάτσες, κολοτούμπες και σκανταλιές, αναχώρησαν για να συνεχίσουν το κυνηγητό και τις αθλοπαιδιές τους.

Β'    ΜΕΡΟΣ

Α.Λένε ότι η ζωή συνεχίζεται και βρίσκει πάντα τρόπους να ισορροπεί παρά τις αντίξοες συνθήκες. Για τις πολύ ευνοϊκές συνθήκες όμως εμπειρίες δεν έχουμε. Αν σπάσει η γυάλα και χυθεί το γλυκό στο χώμα;

Αυτή η εφεύρεση του πολυπράγμονα Ανάργυρου, μας άλλαξε τα γούστα. Τώρα, έρχεσαι μετά από πολυήμερη απουσία στα κτήματα, στο κυνήγι και στη θάλασσα και περνάς από το τελωνείο Ύφους. Φυσικά δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, αλλά οι ματιές που εισπράττεις, τα σουξουμούξου που ακούς και τα γελάκια που βλέπεις, αρκούν για να πας να λουτροκοπανιστείς. Η μυρωδιά της θάλασσας και της αλμύρας, η ανάσα του δάσους και του βουνού, το κυνήγι με τη μυρωδιά του σίδερου. Ούτε η κάπνα από τη φωτιά δεν επιτρέπεται. Πρέπει να είσαι κάποιος που δεν έχει καμία μυρωδιά της γης, λες και είμαστε από άλλο κόσμο. Και οι υπόλοιποι, τι θα απογίνουν οι υπόλοιποι, στον Καιάδα;

Αυτά σκεφτόταν ο Κριτόβουλος, ισόβιος δόκιμος πολλών γερόντων της ευρύτερης περιοχής, και όχι ευνοημένος από την αναμέτρηση με το κάτοπτρο. Τώρα ζούσε στο μετόχι της Οδηγήτριας στην πόλη. Άμισθος μα άξιος βοηθός και «εκών άκον» ωτακουστής της σοφίας των γερόντων. Διόδωρος και Ιλαρίων. Σοφοί γέροντες, ακτινοβολούντα μικρά παιδιά ή ξεμωραμένοι και ιδιότροποι γέροι;

Το ποτήρι είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο; Ευτυχισμένοι αυτοί που ξέρουν ότι το ποτήρι είναι στη μέση και ούτε καν υποπτεύονται ότι υπάρχει.

Ο Κριτόβουλος αφού άναψε μια μικρή φωτιά στο δωματιάκι του βυθίστηκε στη ρέμβη. Αχ! αυτές οι γυναίκες, πώς ομόρφυναν έτσι ξαφνικά. Εγώ που νόμιζα ότι αυτό το κεφάλαιο το είχα κλείσει οριστικά, τώρα ορίστε, το σκέφτομαι πάλι. Κανένας δεν με υποχρέωσε στη μοναξιά. Όπου σε αναπαύει. Καθένας είναι ένας. Το φυσικό το κάλλος όλοι το τιμούμε αλλά τώρα είμαστε σαν μεθυσμένοι από αλλόκοτο κρασί. Αν δείχνεις ότι κατάλαβες, είναι αδιάφορο αν κατάλαβες ή δεν κατάλαβες, αφού εμείς καταλάβαμε ότι κατάλαβες. Κατάλαβες;

Β.Ο Ηλιόδωρος ήθελε να καταπλήξει μουσικά, στην τελετή του γάμου της κόρης του, της ωραίας Μαύρας. Έτσι είχε αρχίσει αλληλογραφία με τα Δυτικά, για να βρει τους μουσικούς που θα εξέπλητταν τους συμπολίτες του.

Ευτυχώς, εκεί στα Δυτικά, σκεφτόταν, έχουν ισχυρούς οικογενειακούς δεσμούς, γιατί με τόση αγάπη για το χρυσίο θα πούλαγαν και τα παιδιά τους. Και για καλή μας τύχη το Πορφυρό βουνό έχει μπόλικο στις φλέβες του. Δεκατέσσερις άνθρωποι, οργανοπαίκτες, τραγουδιστές περίφημοι και μαζί τους η διάσημη - σ’ αυτούς - υψίφωνος Επιστήμη.

Άσε που θέλουν πάντα να είναι πρώτοι. Και δεύτεροι ποιοι θα είναι; οι άλλοι; Εγώ λέω πώς αυτός που έχει ανάγκη τη πρωτιά, δεν απολαμβάνει τον αγώνα, δεν το φχαριστιέται. Όλοι είμαστε πρώτοι και όλοι έσχατοι. Το δείπνο όμως είναι για όλους, πρώτους, δεύτερους, έσχατους.

 «Αυτό μου ακούγεται καλύτερο», είπε δυνατά την τελευταία του σκέψη ο Ηλιόδωρος, τη στιγμή που ζύγιζε το χρυσίο για την Επιστήμη και τη συνοδεία της.

«Μιλάει το χρυσίον, πατέρα»; ρώτησε ο Γοργονίας ο εννιάχρονος γιος της οικογενείας. «Και αυτά που λέει είναι καλύτερα από τι;»

 «Γοργονία, τελικά ο ανάδοχος σου επέλεξε το σωστό όνομα. Δύο ερωτήσεις και οι

δύο κρίσιμες. Θέλεις απάντηση και στις δύο;» ρώτησε ο Ηλιόδωρος.

 «Έλα πατέρα, εγώ έτσι ρώτησα, πιο πολύ μου αρέσει ο ζυγός σου. Από τι είναι φτιαγμένο;»

«Χυτός ορείχαλκος και κασσίτερος. Ισορροπεί παράλληλα με το έδαφος πάνω σε μια ακίδα». Ο Ηλιόδωρος χαμογέλασε και χάιδεψε τα ανυπότακτα μαλλιά του Γοργονία.

 «Έχω την εντύπωση πως είπες μια μικρή σοφία, σήμερα. Στην ερώτηση αν το χρυσίον μιλάει, η απάντηση είναι ναι, μιλάει. Και μιλάει όμορφα, γητεύει. Αλλά εμείς, όσο μπορούμε, κάνουμε πως δεν το ακούμε. Θα έρθεις μαζί μου στην Αγορά;»

Ωραίαααα , φύγαμεεεεε. Στη στοά της Ζάχαρης και στην καμάρα του γλυκού, ε πατέρα;

Γ.Στις νοτιοανατολικές πλαγιές του Πορφυρού Βουνού έχει το ποιμνιοστάσιο του ο κ, Ησύχιος ο βοσκός. Μουστάκια σαν κλαριά δέντρου κι ένα κοφτερό βλέμμα που σε ζύγιζε καλότροπα. Είχε αρχοντική ευγένεια ο ορεσίβιος ποιμένας. Μόνο αυτός ήξερε πόσοι είναι με εκείνο το κοπάδι, που ακριβώς πήγαν, πότε θα χρειαστούν βοήθεια και πόσοι θα πάνε να τους βοηθήσουν. Ήξερε το βουνό με τις ιδιοτροπίες του, και γνώριζε όλα τα μικρά ονόματα των ανθρώπων που δούλευαν μαζί του. Είχε τον τρόπο του ο Ησύχιος.

Όταν η Ερμιόνη γέννησε ένα αγοράκι, την κορόιδεψε ένας περαστικός, ο Ησύχιος το βάπτισε Κασσιανό και το κράτησε μαζί με τη μητέρα του. Ήταν ορφανή η άμοιρη, θύμα των πολέμων. Μέσα στα μάτια της, που και που, έβλεπες τον Τρόμο και τον Φόβο, τη συνοδεία του κακότροπου Άρη.

Βλέποντας τον Κασσιανό να μεγαλώνει όλοι συμφωνούσαν. Ήταν εξαιρετικά ανήσυχος και πολύ ταλαντούχος. Ότι και να του έλεγες, το κατέγραφε στο μυαλό του μαζί με το χώρο και το χρόνο που συνέβαινε. Δεν του ξέφευγε τίποτα.

Εδώ επάνω στα βουνά, μπορεί να μην έχουμε σχολείο, αλλά έχουμε δασκάλα. Τέσσερις ώρες την ημέρα για όλα τα παιδιά κάτω των δώδεκα. Η κ. Ευθαλία, η δασκάλα, ξέρει απ’ όλα. Γλώσσα, Αριθμούς, Μουσική και Φυσική ιστορία. Τη Γυμναστική την κάνουν στο βουνό, γιατί τα παιδιά, αναλόγως ηλικίας, έχουν και άλλες ασχολίες. Και για τα πιο πολλά παιδιά οι «άλλες ασχολίες» είναι πολύ καλύτερες από το μαυροπίνακα και το τεντωμένο δάκτυλο της κας Ευθαλίας.

 «Οτιδήποτε και να τον βάλεις να κάνει, αφού πρώτα σε εκνευρίσει, θα το κάνει, και θα το κάνει καλά. Όταν θα ηρεμήσει, θα γίνει σωστός και άξιος νοικοκύρης», είπε ο Ησύχιος ένα βράδυ, τη χρονιά που ο Κασσιανός έκλεισε τα δώδεκα.

«Εγώ νομίσω πως ο παντοδύναμος μας έπαιξε το μάτι» ξεκίνησε η Ευθαλία.

 «Εδώ επάνω στα βουνά, με τα ζώα και τ' αγρίμια, να γεννηθεί τέτοιος γιος. Σε όλα είναι ικανός. Μόνο η συμπεριφορά του είναι αλλοπρόσαλλη, αλλά είναι κρίμα να μην κατεβεί στην πόλη. Εκεί θα προοδεύσει, ενώ εδώ τι; Μόλις τελείωσε τη χρονιά του, ανέβηκε στο βουνό, με τους φίλους του στο κοπάδι. Έχει φτιάξει και ένα σουραύλι από το πόδι ενός γερακιού που έπιασε, και βόσκει τα πρόβατα μ’ αυτό. Άσε που βγάζει κάτι ανατριχιαστικούς λεπτούς ήχους και γεμίζει το βουνό. Μήπως θα έπρεπε να το σκεφτείς Ησύχιε;» ολοκλήρωσε με μια ερώτηση η Ευθαλία η δασκάλα και παιδαγωγός του Κασσιανού.

 «Σε δύο μέρες, θα περάσει από εδώ ο Κριτόβουλος, στην επιστροφή του από την Οδηγήτρια, και θα πηγαίνει προς την πόλη, με άδεια ζώα» είπε αυθόρμητα πριν ακόμα καταλάβει τι εννοούσε, η Ερμιόνη, η μητέρα του Κασσιανού.

Δ.Ο Κριτόβουλος, κυριολεκτικά πέταξε τη σκούφια του, που θα είχε παρέα τον Κασσιανό στην επιστροφή του. Άσπονδοι εχθροί κάποτε, καλοί φίλοι τώρα. Σε όλη τη διαδρομή, ο Κριτόβουλος έλεγε όσα μουσικά κομμάτια ήξερε, και ο Κασσιανός τα έπαιζε εύκολα στο σουραύλι του. Λες και τα ήξερε από πριν. Αλλά αυτοί οι ήχοι που βγάζει, συναγωνίζεται το κελάηδισμα των πουλιών, πάει ακόμα ψηλότερα, τόσο ψηλά που λες και είναι πέρα από τον ήχο, αν μπορείς να πεις κάτι τέτοιο.

Πάντως, σε αυτό το αγρόκτημα, δικαίως μας τα φόρτωσαν όλα. Το γάλα κόπηκε αμέσως, τα ζώα αφήνιασαν και έσπασαν φράχτες, αναποδογύρισαν υπόστεγα. Χρειάστηκε να τους δώσουμε ένα ζώο για να μας αφήσουν να φύγουμε.

  «Να δούμε τι θα πει το μοναστήρι για τις μουσικές σου επιδόσεις, φίλε μου Κασσιανέ» είπε ο Κριτόβουλος με αυστηρά μα γελαστά μάτια.

Ε.Μπήκαν στη πόλη από τη μεριά του σπιτιού του Ηλιόδωρου. Ησυχία βασίλευε στους δρόμους. Ο Κασσιανός σκεφτόταν τον Κριτόβουλο. Α .. μεγάλος ψεύτης, που είναι ο κόσμος που έλεγε; εδώ δεν κυκλοφοράει ψυχή. Ο Κριτόβουλος κοιτούσε με απορία και το στόμα ανοιχτό. Ξαφνικά μακρινοί ήχοι ακουστήκαν, που δυνάμωναν όσο πλησίαζαν, και όταν έφτασαν στην πλατεία έμειναν και οι δύο με το στόμα ανοιχτό.

Πάνω σε μια ωραία, ξύλινη εξέδρα, στέκονταν δεκατέσσερις, πολύ αλλόκοτα και ξενικά ντυμένοι, καλλιτέχνες. Επτά οργανοπαίκτες, έξι τραγουδιστές και κορυφαία η Επιστήμη. Στο κέντρο της πλατείας είναι το τραπέζι των νεόνυμφων, του Απολλώνιου και της Μαύρας. Γύρω τους απλώνεται σε καθίσματα και τραπέζια, σε στρίποδα ή όρθιοι, όλος ο κόσμος. Μια πλατεία γεμάτη πρόσωπα και χρώματα. Πριν ακόμα γίνει αισθητή η παρουσία τους, οι μουσικοί άρχισαν να παίζουν.

Μέσα σε ένα καταιγισμό από νότες, πήραν ένα υπνωτικό ρυθμό, και άρχισαν το τραγούδι. Για όλους μας ήταν πρωτόγνωρο, όλοι μείναμε με το στόμα ανοιχτό. Ήταν αλλόκοτα όμορφο. Μαγευτήκαμε. Μέχρις ότου η Επιστήμη, δοκίμασε τις φωνητικές της χορδές στα ψηλά. Ο Κασσιανός, με ένα πονηρό χαμόγελο, έβγαλε το σουραύλι του από το σάκο και απάντησε παίζοντας δύο ίδιες νότες και δύο ακόμα ψηλότερες. Η Επιστήμη με μια άνεση, που σ’ αυτή στηρίζει τη φήμη της, απάντησε δυο από τα ίδια και μία πέμπτη ψηλότερα, με τρέμολο και κοφτή έξοδο.

Ο Κασσιανός ξεκίνησε από χαμηλά και με μια ποικιλία ηχοχρωμάτων έφθασε στη πέμπτη της Επιστήμης, έκανε μια ωραία πεταστή γύρω της και κατέληξε μια τριφωνία ψηλότερα.

Η Επιστήμη είχε φθάσει πια στα όρια της, αλλά ήταν από τα Δυτικά και δεν της άρεσε να είναι δεύτερη, ήθελε να είναι πάντα πρώτη. Συνέχισε λοιπόν από την ίδια νότα και με μια τελευταία προσπάθεια ανέβηκε άλλη μία τριφωνία.

Τότε ο Κασσιανός πήρε τη νότα της Επιστήμης πριν χαθεί, και άρχισε να ανεβαίνει τριφωνίες μέχρι που έφθασε σ' αυτόν, τον υπέρ - ήχο. Αφού ανέβηκε και με τέταρτες, έφθασε τον υπέρ - ήχο και συνέχισε σταθερά.

Πριν προλάβει κανείς να αντιδράσει, ακούστηκε ένα τρίξιμο, έντονο και υπόκωφο, ανατριχιαστικό και συριστικό, σαν να τρίβεις σπασμένα γυαλιά μεταξύ τους. Όταν ο Κασσιανός σταμάτησε, οτιδήποτε γυάλινο υπήρχε πάνω στα τραπέζια, είχε διαλυθεί.

Οι νότες του Κασσιανού ταξίδεψαν όμως παντού. Πέρασαν τοίχους, δέντρα, δρόμους, γειτονιές και έπεσαν με την ίδια ένταση και δύναμη πάνω στο γυαλί. Ένας ήχος που διαλύει τη δύναμη που ενώνει το γυαλί. Ποιος να το πίστευε. Όλα έγιναν μικρά κομμάτια και ξάπλωναν στο πάτωμα, στο τραπέζι, στο γραφείο. Τα κάτοπτρα γέμισαν λεπτές μαύρες φλέβες. Ατέλειωτοι μαύροι αστερισμοί σχηματίστηκαν πάνω στη πρώην γυαλιστερή επιφάνεια. Είχαν αχρηστευτεί.

Μόνο στο σπίτι του Ηλιόδωρου, που ήταν στο επίκεντρο, το μεγάλο κάτοπτρο άντεξε τους ήχους του Κασσιανού. Όταν ο Ανάργυρος είδε το έργο του αλώβητο, πρόσεξε κάτι που νόμιζε ότι το είχε δει στον ύπνο του. Στη βάση του κατόπτρου ήταν σκαλισμένο με εσώγλυφα γράμματα η φράση:  «ο γέγονε γέγονε, ενός δε εστί χρεία»

πηγή: http://nikisforos.blogspot.com/2009/03/blog-post_9203.html

 

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration