Ζωηφόρος

«Ξενιτεία του Χριστού - Ξενιτεία του Κόσμου», του π. Λάμπρου Καμπερίδη,

«Ξενιτεία του Χριστού -

Ξενιτεία του Κόσμου»

του πατρός Λάμπρου Καμπερίδη

Είχαμε* την ευκαιρία να διαπιστώσομε την απώλεια των βιοτόπων ορισμένων πτηνών που απειλούνται με αφανισμό εξ αιτίας της παρέμβασης των ανθρώπων στις φυσικές εστίες τους. Κάθε φορά που ο σύγχρονος άνθρωπος καταστρέφει ή εξαφανίζει έναν βιότοπο της πανίδος του κόσμου, καταστρέφει και κατατρώγει την ίδια του τη σάρκα, ρουφάει σαν βρυκόλακας το ίδιο του το αίμα, σκοτώνει και τρώει σαν άλλος Κρόνος τα δικά του τέκνα. Αν θρηνούμε για τις απώλειες των πτηνών και των ζώων που χάνονται και αυτά πληρώνοντας τις αμαρτίες της δικής μας αποξένωσης από την κτίση του Θεού, τι θρήνο θα πρέπει να σηκώσομε σαν δούμε τα εκατομμύρια των ανθρώπων που περιπλανούνται άστεγοι και άοικοι, στην προσπάθειά τους να αποφύγουν τη δική τους εξαφάνιση από το κυνηγητό που έχουν εξαπολύσει εναντίον τους οι συνάνθρωποί τους; Τι να πούμε για τους άμοιρους πρόσφυγες του Νταρφούρ που σκηνώνουν στην έρημο, με μερικά κουρέλια που στήνουν με ξυλόβεργες για να προστατευτούν από τον ανελέητο ήλιο της Αφρικής και από τον άγριο διωγμό των Τζαντζαβίτ; Είναι δύσκολο να έχει κανένας ταυτότητα και αξίες όταν του έχουν σκοτώσει προς στα μάτια του το παιδί του, τον άντρα του, ή του έχουν βιάσει τη γυναίκα και περιπλανιέται με τα ξεφτίδια της ζωής που μπόρεσε να περισώσει, στις ερημιές του κόσμου, χωρίς να έχει πια συναίσθηση του ποιος είναι και που πηγαίνει. Αυτή είναι η σκληρή αλήθεια, η ανελέητη πλευρά της αποξένωσης του ανθρώπου από τον εαυτό του, η παγκοσμιοποιημένη μορφή της ξενιτιάς στην απρόσωπη εποχή μας. Θα μου πείτε: Και όλοι αυτοί που δεν έχουν μετακινηθεί ποτέ από το σπίτι τους; Πως γίνεται να έχουν απειληθεί και αυτοί με την απώλεια της ταυτότητάς τους; Σήμερα για να ξενιτευτεί κανένας δεν χρειάζεται να μετακινηθεί. Η ξενιτιά έρχεται και τον βρίσκει στο σπίτι του. Τώρα όλος ο κόσμος, μέσα στην τεχνολογική του επάρκεια και στη στεγανή μόνωση της αυτάρκειάς του ζει σε μια ολοκληρωτική ξενιτιά από τις αξίες που συντηρούσαν κάποτε τη ζωή του. Ξενιτιά παιδιών από τους γονείς, και το αντίθετο, ξενιτιά οικογενειακών δεσμών, κοινωνικών και κοινοτικών θεσμών, ξενιτιά από την αγάπη΄ η ξενιτιά είναι το αποτέλεσμα της αυτονομημένης μας αυτάρκειας και φέρνει την ξενιτιά πίστης, την ξενιτιά Θεού, την ξενιτιά από το συνάνθρωπό μας, και τελικά την έσχατη μορφή της ξενιτιάς, την ξενιτιά από τον εαυτό μας. Αφήσαμε την ξενιτιά να μπει στο σπίτι μας, και αυτή στρώθηκε για τα καλά και μας έδιωξε από το ίδιο μας το σπίτι. Έτσι ξενιτεύεται σήμερα ο άνθρωπος, χωρίς να μετακινηθεί καθόλου από το σπίτι του, αφού υποβάλλει τον ίδιο του τον εαυτό σε ανεπίστρεπτη έξωση από το σπίτι του, μετατρέποντάς το σε αυτόνομο χώρο στεγανό στη πρόσβαση του ξένου, του άλλου. Γι' αυτό λοιπόν θα ήθελα να σας ευχαριστήσω΄ με αυτή τη φιλάλληλη πράξη προσφοράς φιλοξενίας με κάνετε να μην αισθάνομαι ξένος στο σπίτι μου. Και πάλι θα αναρωτηθείτε: ξένος στον τόπο σου; Με την επικρατούσα σημερινή έννοια του ξένου είμαστε όλοι ξένοι αν δεν ανοίξουμε το σπίτι μας στον ξένο. Το πρώτο ερώτημα, λοιπόν, που πρέπει να θέσομε στον εαυτό μας είναι: Τι σημαίνει να είναι κανένας ξένος σήμερα; Ποιος είναι ο ξένος;

Στην εποχή μας έχει επικρατήσει η λανθασμένη αντίληψη του ξένου ως άλλου. Ο ξένος είναι ο άλλος, αυτός που δεν είναι σαν εμάς, που έρχεται από αλλού, δεν μας μοιάζει, μιλάει διαφορετικά από εμάς, φέρεται διαφορετικά, δεν είναι εγώ, εμείς, οικείος, είναι ξένος κατά το έθνος ή κατά τη θρησκεία του. Αυτή είναι η σύγχρονη αντίληψη του ξένου, που τον βλέπει να έρχεται από τα ξένα και να εισβάλλει στο αυτονομημένο σπίτι μας, τον ανεξαρτητοποιημένο χώρο μας, στα σύνορα μέσα στα οποία έχουμε περιχαρακωθεί ακριβώς γι' αυτό το λόγο, για να προστατευτούμε δηλαδή από τον ξένο, για να αποκλείσομε ό,τι είναι ξένο, ό,τι απειλεί αυτό που είμαστε και αυτό που έχομε, ό,τι μπορεί να διακινδυνευτεί από κάποιον που δεν είναι σαν και εμάς και έρχεται να πάρει αυτό που είναι δικό μας, να αφαιρέσει κάτι από την ασφάλεια της αυτόνομης ύπαρξής μας και να μας απειλήσει με κάτι καινούργιο και ξένο, που πρόκειται να αφαιρέσει ένα καθοριστικό στοιχείο της ταυτότητάς μας, για να το αντικαταστήσει με κάτι άλλο το οποίο φοβόμαστε να αντιμετωπίσομε, γιατί είναι ανοίκειο και ξένο, κάτι που βάζει σε κίνδυνο την ύπαρξή μας και κρέμεται από πάνω μας σαν δαμόκλειος σπάθη και μας απειλεί με το φάσμα της ανυπαρξίας. Ο φόβος του άλλου τρέφεται από το φόβο του ξένου και η ξενοφοβία ουσιαστικά είναι η προβολή προς τα έξω του μεγάλου φόβου που έχομε μέσα μας, τον φόβο αυτού του ανεξάρτητου, αυτονομημένου εγώ μας, που τρέφεται από τον ατομικό αδηφάγο εαυτό μας, που δεν αναγνωρίζει καμία άλλη ετερότητα εκτός από την εγωιστική ταυτότητά του.Από τότε που αυτονομήθηκε με αυτό τον τρόπο ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, με το αποκομμένο από τον άλλο, γυμνωμένο από τον Θεό και την Εύα, αυτονομημένο εγώ του, ήρθε για πρώτη φορά αντιμέτωπος με τον εαυτό του μετά τη γνώση του κακού και φοβήθηκε ότι ήταν γυμνός και εκρύβη, μας λέει η Γένεση. Έτσι γυμνός και φοβισμένος, σαν έκθετο βρέφος, βγήκε στην ξενιτιά αυτού του κόσμου ο πρώτος άνθρωπος. Από φόβο έμαθε να σκοτώνει, να πολεμάει, να μισεί, να ζητάει εκδίκηση, πιστεύοντας πως έτσι θα θεράπευε τον φόβο του, θα εξουδετέρωνε τον άλλο, τον Άβελ. Και επειδή με την έξοδό του από τον κήπο του Παραδείσου εγκαινιάστηκε η είσοδός του στην ξενιτιά του κόσμου, με παρόμοιες εξόδους διάλεξε να συνδιαλεχτεί ο Θεός με το κτίσμα του. Με παράγγελμα για έξοδο και διασπορά εγκαινιάζει ο Θεός την κοινωνία του με τους αφελείς κτίστες της Βαβέλ, και εκείθεν διέσπειρεν αυτούς ο Κύριος επί πρόσωπον πάσης της γης (Γεν.11.9), και δεύτερη έξοδο, την έξοδο από τη γη και τη συγγένειά του, απαιτεί από τον Άβραμ με το παράγγελμα της αναχώρησης από τον τόπο του: Και είπε Κύρος τω Άβααμ΄ έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας και του οίκου του πατρός σου και δεύρο εις την γην ην αν σοι δείξω (Γεν 12.1). Με αυτές και πολλές άλλες εξόδους, του Ιακώβ, του Λωτ, του Ιωσήφ, την έξοδο του Μωυσή με τον λαό του από την Αίγυπτο, την εξορία στη Βαβυλώνα, με όλες αυτές τις κατά μέρος προκαταρκτικές εξόδους εξοικείωσε το λαό του ο Θεός για να προετοιμαστεί η μεγάλη τελική έξοδος του Υιού Του στην κτίση, σε αυτό τον κόσμο που τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός και δεν έπαψε να φροντίζει για τους ξένους του με πατρική στοργή. Αφού λοιπόν ήρθε να σώσει τους ξένους από την αλύτρωτη ξενιτιά τους, προσέλαβε τη μορφή τους, πήρε πάνω του την ξενιτεία τους και σαν ξένος πολιτεύτηκε σε αυτό τον κόσμο. Γεννήθηκε σε ξενοδοχείο, δέχτηκε ξένια δώρα από ξένους που ήρθαν και αυτό από τα ξένα να τον προσκυνήσουν, σαν ξένος φυγαδεύτηκε στην Αίγυπτο. Ο Χριστός είναι ο πρώτος πρόσφυγας, ο πρώτος απόδημος μετανάστης από τη Βασιλεία του Θεού, χωρίς διεύθυνση μόνιμης κατοικίας στη γη όπου εσκήνωσε πρόσκαιρα και δεν είχε που την κεφαλήν κλίνη. Ο Χριστός μας διδάσκει πως είμαστε όλοι ξένοι πάνω στη γη, πάροικοι και παρεπίδημοι, πρόσφυγες, με τελικό προορισμό τον Οίκο του Πατρός από όπου εξοριστήκαμε, τον αρχικό Οίκο του Πατρός όπου μας χαρίστηκε η ζωή που χάσαμε στα ξένα. Αφού είμαστε όλοι ξένοι δεν υπάρχει λόγος να φοβόμαστε τον ξένο που δεν διαφέρει σε τίποτα από εμάς και από τον Χριστό στην ξενιτεία του. Χωρίς να είναι Χριστιανοί, το καταλάβαιναν αυτό οι παλαιοί άνθρωποι, γιατί είχαν συναίσθηση της αλύτρωτης ξενιτείας τους και πάσχιζαν να τη θεραπεύσουν με αγαπητικές, ξένιες σχέσεις φιλότητος. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια είναι γεμάτες με παραδείγματα αυτής της αγαπητικής ξενίας μεταξύ των ανθρώπων που καθορίζει τη συνύπαρξή τους. Όταν ο χοιροβοσκός Εύμαιος υποδέχεται τον αφέντη του τον Οδυσσέα, ο βασιλιάς της Ιθάκης κρύβει την ιδιότητά του για να μην αναγνωριστεί. Και ο ένας και ο άλλος έχουν αλληλοπροσφωνηθεί ως ξένοι΄ αμφότεροι οι ξένοι είναι ξένοι όχι μεταξύ τους, αλλά έναντι του Διός που είναι Ξένιος, και προστατεύει τους ξένους. Ουσιαστικά αυτό καθορίζει την ξενία τους, όχι στη σχέση που συνάπτουν μεταξύ τους ως ξένοι, αλλά στην αμοιβαία αναφορά της σχέσης τους στον Ξένιο Δία, από τον οποίο προσλαμβάνουν την ιδιότητα του ξένου. Γι' αυτό και ο Ευστάθιος, ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης στο 12ο αιώνα, στις Παρεκβολές του στην Ιλιάδα τονίζει την ταυτότητα του ξένου και του οικοδεσπότη, και του προσονομάζει, και τους δύο ξένους. . και ο ποιών την ξενίαν και ο πάσχων αυτήν, ξένοι αλλήλοις ελέγοντο. ξένος ου μόνον ο καταγόμενος, αλλά και ο υποδεχόμενος αυτόν. Με τον ίδιο τρόπο και ο βασιλιάς Δαβίδ επικαλείται τον Κύριο και τον παρακαλεί να ακούσει την προσευχή του, αφού ομολογήσει με ταπείνωση ότι πάροικος εγώ ειμι παρά σοι και παρεπίδημος καθώς πάντες οι πατέρες μου ( Ψαλ. 38.13, 118.19) Γνώριζε όμως ο προφητάνακτας πως ο λαός του δεν ήταν ξένος και πάροικος σε σχέση με άλλους λαούς, αφού και αυτοί ήταν πάροικοι στο πρόσωπο της γης, αλλά μόνον έναντι του Κυρίου, πάροικος εγώ ειμι παρά σοι, παρεπίδημος στη γη σε σχέση με το Θεό, και γι' αυτό το λόγο φιλόξενος στη σχέση του με άλλους λαούς, που ήταν και αυτοί παρεπίδημοι έναντι του Θεού.

Αφού λοιπόν όλοι οι άνθρωποι μετέχουν από κοινού στην ξενιτεία τους πάνω στη γη, δεν μπορεί να είναι ξένοι μεταξύ τους. Η γη δεν είναι του Ισραήλ, είναι του Θεού. Οι λαοί της ανατολής έχουν βαθιά συναίσθηση αυτής της φιλοξενίας που απολαμβάνουν από το Θεό και της συνεργίας τους έναντι του Δεσπότου της κτίσης. Κάποτε ένας ταξιδιώτης σε μία χώρα της ανατολής έφτασε σε έναν πανέμορφο τόπο όπου ΄δέσποζε στην κορυφή ενός λοφίσκου μια μαρμαρένια έπαυλι με εξώστες και δροσερά υπόστεγα, που την πλαισίωναν περιβόλια και αμπέλια΄ στον τεράστιο ελαιώνα της τριγύριζαν παγώνια και χιονάτοι κύκλοι σεργιάνιζαν στα γάργαρα νερά μιας λίμνης που τρέφονταν από υπόγειες πηγές. Καθώς ο ταξιδιώτης θαύμαζε αυτές τις ομορφιές, τον απάντησε ένας άρχοντας που κατέβαινε από το λόφο για να τον χαιρετίσει. Ο ταξιδιώτης τον ρώτησε σε ποιον ανήκε η μαρμαροστρωμένη έπαυλι. «Στον Αλλάχ», απάντησε ο άρχοντας. « Και τα ζώα, και τα ξωτικά τριαντάφυλλα;» «Και αυτά είναι του Αλλάχ», αποκρίθηκε ο άρχοντας. Και πρόσθεσε: « Τα σταφύλια όμως και οι ελιές είναι δικά μου».Έτσι και ο Ισραήλ παραμένει ο φιλοξενούμενος του Θεού, ο οικονόμος, ο φύλακας αλλά όχι ο κύριος κάτοχος της γης΄ εμή γαρ εστιν η γη, διότι προσήλυτοι και πάροικοι υμείς εστε εναντίον μου (Λευιτ. 25.23) Αυτό το σημαντικό μέρος της διαθήκης έχασε ο πολιτικός Ισραήλ σήμερα, όπως και όλα τα αυτονομημένα , ανεξάρτητα, κυρίαρχα έθνη, που δεν παύουν να υπερτονίζουν τις κοινωνικές, εθνοφυλετικές και θρησκευτικές τους διαφορές με του άλλους που τους βλέπουν να απειλούν αυτή την ανεξάρτητή τους θεώρηση ως κυρίαρχα ομοιογενή έθνη, έθνη που ανακτούν την ταυτότητά τους μόνο μέσα από τη διαφορά τους με τον άλλο, με τον αποκλεισμό του άλλου από το σπίτι τους. Όταν παύσω να βλέπω τον εαυτό μου ως ξένο πάνω στη γη, θα επιρρίψω το χαρακτηρισμό του ξένου στον άλλο, με την έννοια αυτού που έρχεται έξω από τη τη γη μου, auslander, ή, κατά τους Λατίνους, αυτού που έρχεται πέρα από τους αγρούς μου, per-ager, peregrinus. Αφού δεν είμαστε πια και οι δύο ξένοι, αλλά ξένος είναι μόνο αυτός που έρχεται να εισβάλλει στο οχυρωμένο σπίτι μου από το οποίο τον έχω αποκλείσει, ο ξένος είναι εχθρός μου και πρέπει ως οικοδεσπότης, ως hostis, να τον καθυποτάξω, να τον καταστήσω θύμα μου, hostia, να τον μεταχειριστώ ως όμηρό μου, hostage.Και στη Λατινική θεολογική γλώσσα ακόμη, ο ίδιος ο Χριστός, παρότι είναι ο πρώτος ξένος πάνω στη γη, έρχεται να συναντηθεί με το κτίσμα του στην Ευχαριστία ως ζωόθυτο θύμα hostia, όμηρος του Πατρός που τον έστειλε στη γη για να παίξει το ρόλο του εξιλαστήριου θύματος victima, του ξένου που τον απέκλεισαν οι άλλοι ξένοι από το σπίτι τους ως αυτονομημένοι αφέντες. Κατά τη λατινική θεώρηση ο πραγματικός αφέντης που πρέπει να ικανοποιηθεί παραμένει ο Θεός, και αυτός είναι ο τελικός νικητής, ο victor, που προσφέρει τον Υιό Του ως λύτρο, θύμα victima.

Ο αποκλεισμός του ξένου σημαίνει την εξασφαλισμένη κατοχύρωση του σπιτιού μου από ξενικές επιβουλές. Αυτά εφαρμόζονται μέσα στο στρατοκρατικό πνεύμα της δύσης, που βλέπει τον ξένο ως εχθρό. Η ίδια ρωμαϊκή ορολογία, όταν εφαρμόζεται στον κόσμο του βυζαντινού πολιτισμού, παίρνει ολωσδιόλου αντίθετες έννοιες. Εδώ στην ανατολή, επειδή υπάρχει βαθιά ριζωμένη στη συνείδηση και του μεσοανατολικού, σημιτικού κόσμου, αλλά όπως είδαμε, και του ελληνικού, μέσα από την ταύτιση του ξένου με τον οικοδεσπότη, αντί να υπερτονιστεί η ιδιότητα του hostis, τονίζεται η ιδιότητα του hospes, ως φιλοξενούμενου. Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως και ο οικοδεσπότης hostis και ο φιλοξενούμενος hospes είναι ισότιμοι ξένοι μεταξύ τους. Από το hospes, την ιδιότητα του φιλοξενουμένου επισκέπτη, βγαίνει και η έννοια του hospitium και του hospitalitas, της φιλοξενίας. Ιδιαίτερα από τον ελληνορωμαιοσημιτικό κόσμο, αυτόν που κατά συνθήκην ονομάζομε βυζαντινό, έχομε κληρονομήσει τη σημαντική λέξη κλειδί, τον όρο σπίτι, που καθορίζει τον οίκο μας. Με τη οικειοποίηση αυτής της σημαντικής λέξης ανάγομε τον οίκο μας σε ιερό χώρο, όπου μας δίδεται η ευκαιρία να καλλιεργήσομε το θεσμό της φιλοξενίας hospitium. Με άλλα λόγια, βλέπομε το σπίτι μας ως φυσικό χώρο προέκτασης των διαπροσωπικών μας σχέσεων που μας δίνουν την ευκαιρία να διαπιστώσομε στον δικό μας φυσικό χώρο την εξίσωσή μας με τον hospes ξένο. Το hospitium αυτό, αντί να αποκλείσει τον ξένο, τον περιχωρεί. Δεν γίνεται αλλιώς, αφού στην εξίσωση και ταύτισή μας με τον ξένο, αν το σπίτι μας απέκλειε τον ξένο, θα απέκλειε και εμάς, και θα βρισκόμασταν και οι δύο στο δρόμο, άοικοι. Ανοίγοντας το σπίτι μου στον ξένο το ανοίγω και σε μένα. Το σπίτι μεταμορφώνεται σε τόπο όπου επιτελείται η πρόσληψη του ξένου, μέσα στα όρια αυτού του χώρου, που χωρίς την υποδοχή του ξένου θα παρέμενε ένας κλειστός χώρος που θα απέκλειε τον ξένο (και συνακόλουθα τον οικοδεσπότη) από τον κόσμο. Ό,τι προέρχεται θύραθεν, από την πόρτα του σπιτιού, έρχεται από έξω, προσλαμβάνεται, οικειοποιείται και μεταμορφώνει με την παρουσία του ξένου το κλειστό στον κόσμο εσωτερικό του σπιτιού σε ανοιχτό συν-χωρητικό τόπο κοινωνίας με τον άλλο. Με αυτό τον τρόπο παύει ο ξένος να είναι φυλετικά και εθνικά ξένος, peregrinus, αυτός που έχει έρθει πέρα από τα όρια, τους αγρούς, ο άγριος, και ξαναγίνεται ο hospes της αρχαίας ρωμαϊκής αντίληψης, που κατά την αρχαία ρωμαϊκή νομοθεσία έχει τα ίδια δικαιώματα με τους Ρωμαίους, είναι ισότιμος πολίτης ρωμαίος. Αυτή την ισοτιμία μαζί του αποδίδει πάλι στον άνθρωπο ο Χριστός μέσα από την άσκηση της ξενιτείας του στη γη. Ξένος ο άνθρωπος, ξένος και ο Χριστός στον κόσμο που δημιούργησε ο ίδιος. Αυτή την ξενιτεία καλείται να ζήσει η Εκκλησία, να αυτοκενωθεί ως ξένη μέσα στην ξενιτεία του κόσμου όπως κενώθηκε μέσα στον κόσμο ως ξένος ο Θεός, γι' αυτό, κατά το πρότυπο του Ιδρυτού της, διαμένει ως παροικούσα εν τω κόσμω και ποτέ ως κατοικούσα. Αυτό βάζουν σε εφαρμογή οι καυσοκαλυβίτες μόλις αρχίζουν να αισθάνονται βολεμένοι στον κόσμο. Όποτε η Εκκλησία βολεύτηκε κα άρχισε να κατοικεί σε επαύλεις, παραγέμισε τον κόσμο με αυτό που έχει με το παραπάνω, και εξοστρακίστηκε από τη ζωή του κόσμου ως κάτι το περιττό. Και αντίθετα, όποτε κενώθηκε, υπερπερρίσσευσε η παροικία της στον κόσμο και τον γέμισε με τη χάρι του Αγίου Πνεύματος.

Όσο λοιπόν ζούμε ανεξάρτητα από τον Χριστό την ξενιτεία μας πάνω στη γη, όσο αρνούμαστε, μέσα από την ξενιτεμένη Εκκλησία Του, να ταυτιστούμε με τον Μεγάλο Ξένο, τον Χριστό, τόσο πιο τραγικά αυτονομημένοι, απομονωμένοι, ζούμε την προσωπική, άγονη ξενιτιά μας στον κόσμο. Όσο βλέπομε τον ξένο ως διαφορετικό προς εμάς, και δεν ησυχάζομε αν δεν τον κάνομε ίδιο με εμάς, να τον απελευθερώσομε δηλαδή από τον φόρτο της ιδιαιτερότητάς του, όπως προσπαθεί με βάρβαρα μέσα να απελευθερώσει από τον εαυτό του ο ελεύθερος δυτικός κόσμος σήμερα τον ανατολικό, ΄σο αρνούμαστε να ταυτίζομε την ξενιτεία μας μα την ξενιτεία του Χριστού, άλλο τόσο αρνούμαστε τη δική μας ταυτότητα με τον Χριστό και εξακολουθούμε να χρησιμοποιούμε τον κόσμο σαν αυτόνομο ξέφραγο αμπέλι που ανταποκρίνεται στη φτώχια της δικής μας αυτονομημένης ξενιτιά ς από την αγάπη, την πίστη, τον Θεό, τον ξένο, τον άλλο, τον ίδιο μας τον εαυτό. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο επιβάλλομε με το ζόρι τη δικιά μας ξενιτιά στον υπόλοιπο κόσμο που δεν είχε ιδέα τι σημαίνει διάβρωση της ταυτότητάς του, και που τη γεύεται τώρα, σε όλη την ωμή της πραγματικότητα στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, στο Λίβανο, και έπεται συνέχεια.Το μόνο που έχει τη δυνατότητα να μας απελευθερώνει από αυτή την ατομική εξάρτηση του εγώ μας από τον αδηφάγο εαυτό, που μας κρατάει ομήρους στην απελευθερωμένη του αυτονόμηση από τον άλλο, είναι το άνοιγμά μας στον ξένο, η φιλοξενία μας. Και για αυτό σας ευχαριστώ που με φιλοξενήσατε στο σπίτι μας και σας το ανταποδίδω με την ξένια αγάπη μου.

--- * *Ομιλία στη γιορτή για το περιβάλλον και τον άνθρωπο, «Οι μετανάστες τ' ουρανού», που πραγματοποίησε στις 24 Σεπτεμβρίου 2006 ο Ι. Ναός Αγίου Νικολάου οδού Αχαρνών (κέντρο Αθηνών). Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Σύναξη" αρ. τεύχους 101.

πηγή: www.expaganus.com

Αναδημοσίευση από: http://exagorefsis.blogspot.com/2009/06/wwwexpaganuscom.html

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration