Ζωηφόρος

Διδασκαλία των θρησκευτικών: μια δημοσιογραφική προσέγγιση, του Παντελή Σαββίδη,

Διδασκαλία των θρησκευτικών:

μια δημοσιογραφική προσέγγιση

του Παντελή Σαββίδη

Εισήγηση στην Ημερίδα της Ιεράς Μητρόπολης Δημητριάδος

Ευχαριστώ κατ αρχάς την Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος και ιδιαιτέρως τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη για την πρόσκληση που μου απεύθυνε να συμμετάσχω στην ημερίδα αυτή. Ευχαριστώ, επίσης τους Θεολόγους του Νομού που είχαν την ευγενή καλοσύνη να με καλέσουν στην ημερίδα τους. Μετά τον Β! Π.Π. η ελληνική κοινωνία προσπάθησε δύο φορές ως σήμερα να δημιουργήσει ένα οργανωμένο και αποτελεσματικό κράτος. Και τις δύο φορές απέτυχε με τραγικά αποτελέσματα. Η πρώτη ήταν αμέσως μετά τον πόλεμο και διήρκεσε ως την δικτατορία και την κυπριακή τραγωδία. Το αξιακό σύστημα αυτής της περιόδου, ο τρόπος ζωής και οι κυρίαρχες αντιλήψεις κατέρρευσαν μαζί με την πτώση της δικτατορίας και την κυπριακή καταστροφή. Η δεύτερη περίοδος, η οποία αρχίζει αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας είναι η περίοδος που ονομάζουμε μεταπολιτευτική. Οι δυνάμεις που κυριάρχησαν, ήταν οι δυνάμεις που βρέθηκαν στο περιθώριο κατά την πρώτη περίοδο. Οι δυνάμεις αυτές διαμορφώνουν αυτό που λέμε μεταπολιτευτικό πολιτικό και αξιακό σύστημα. Και αυτό το σύστημα καταρρέει στις ημέρες μας με επίσης τραγικό τρόπο. Άρα, λίγο πολύ από την επομένη του πολέμου ως σήμερα δοκιμάστηκαν στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας τα δύο μεγάλα ιδεολογικοπολιτικά ρεύματα της ελληνικής κοινωνίας. Με οδυνηρά αποτελέσματα και στις δύο περιπτώσεις. Το ερώτημα είναι: και τώρα τι γίνεται; Όπως αποδείχθηκε στις προηγούμενες δύο περιόδους, το στοιχείο του τραγικού, αρχαιοελληνικό ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, ενυπάρχει σε κάθε έκφανση του ελληνικού δημόσιου βίου. Τα πράγματα πρέπει να φθάσουν στα άκρα για να λειτουργήσει ο από μηχανής Θεός. Ευτυχώς, αυτός φαίνεται να υπάρχει. Βρισκόμαστε και σήμερα σε κομβικό σημείο να διαμορφώσουμε ένα νέο αξιακό σύστημα και έναν νέο τρόπο ζωής, να διαμορφώσουμε μια νέα, συνεκτική κοινωνία κάτω από τα νέα δεδομένα της παγκοσμιοποίησης και της συμμετοχής, πλέον, στο ελληνικό γίγνεσθαι και άλλων παραγόντων που στις δύο προηγούμενες περιόδους έλειπαν. Ή θα τα καταφέρουμε και θα οργανώσουμε τη ζωή μας με τα σύγχρονα πρότυπα των πολιτισμένων κοινωνιών ή θα αποτύχουμε και θα συρόμαστε ως παρίες της Ευρώπης. Σε περιόδους μεγάλων κρίσεων στους λαούς, η κύρια εργασία των διανοουμένων ή θεσμών όπως το σχολείο που θα μας απασχολήσει εμάς σήμερα, είναι η ανάδειξη εκείνων των στοιχείων του πολιτισμού και των παραδόσεων που μπορούν να βοηθήσουν στην ανάταξη της συλλογικής κατάθλιψης και την αναζωπύρωση των εστιών δημιουργικής δράσης. Πως θα διαμορφώσουμε, λοιπόν, αυτή την νέα κοινωνία σε μια περίοδο που δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι από τις κρισιμότερες που διανύουμε στην ιστορία μας ως έθνους; Δύο τάσεις αντιπαλεύουν: Η μια αποκλήθηκε παγκοσμίως αποδομητική και αποβλέπει στη χαλάρωση του παλιού κράτους έθνους και οτιδήποτε το διαμόρφωνε και στη διάχυση του, στη συνέχεια, σε ευρύτερα σύνολα. Διάχυση, κυρίως, της κοινωνίας που διαμόρφωνε αυτά τα κράτη έθνη ως ατόμων (για ορισμένους ως καταναλωτών) στα ευρύτερα εν δυναμική εξελίξει ευρισκόμενα μορφώματα. Και η δεύτερη, ας την ονομάσουμε «πατριωτική», «παραδοσιακή» ή όπως αλλιώς νομίζετε, ας πούμε μοντέρνα, που υποστηρίζει πως το κράτος έθνος δεν πρέπει να διαλυθεί ως βασική συστατική μονάδα οργάνωσης της παγκόσμιας κοινωνίας. Να ενταχθεί σε ευρύτερα σύνολα αλλά συντεταγμένα, για να έχει η κοινότητα που τα συγκροτούσε σαφή και διακριτά χαρακτηριστικά τα οποία φέρει ως διαχρονικό φορτίο από το παρελθόν. Τα χαρακτηριστικά αυτά την βοηθούν στην προσαρμογή της στο νέο περιβάλλον και συντηρούν μια μνήμη της ανθρωπότητας την οποία, η κοινότητα αλλά και η ανθρωπότητα, έχουν ανάγκη. Το αιώνιο δίλημμα: εκσυγχρονισμός ή παράδοση Σας είναι οικείο το αιώνιο δίλημμα περί εκσυγχρονισμού ή παράδοσης στη συγκρότηση του δημόσιου βίου μας και στην οργάνωση των θεσμών μας. Είναι, όμως, και πάλι επίκαιρο διότι με σύγχρονους όρους επαναδιατυπώνονται τα ίδια γνωστά ερωτήματα. Εκείνο που θα επιχειρήσω στο χρόνο που μου απομένει είναι να αναπτύξω ορισμένα επιχειρήματα γιατί η διδασκαλία των θρησκευτικών βοηθά στην ομαλή λειτουργία των σύγχρονων κοινωνιών, είτε περιορίζονται στα παραδοσιακά κράτη έθνη είτε σε ευρύτερα μορφώματα, όπως η καθ ημάς Ευρωπαϊκή Ένωση. Αναρωτιέμαι μήπως πρέπει να θέσουμε γενικότερα ερωτήματα: ποια είναι η βασική εκπαίδευση που πρέπει να παρέχει σήμερα μια πολιτεία στα μέλη της κατά τη μαθητική τους ηλικία; Ίσως είναι θέμα που πρέπει να απαντηθεί από ανθρώπους πιο ειδικούς από εμένα αλλά τρία στοιχεία θα πρέπει να ικανοποιεί αυτή η εκπαίδευση: -Μια ανθρωπιστική παιδεία βασισμένη στην κλασική εκπαίδευση που έχει τις ρίζες της στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. -Μια εκπαίδευση κάθε είδους που θα καθιστά στους μαθητές οικείες έννοιες και σύμβολα τα οποία θα συναντά συχνά στη ζωή του. -Και βεβαίως μια πρώτη επαφή με το αντικείμενο που ενδιαφέρει το μαθητή να συνεχίσει στη ζωή του. Αν γενικεύαμε το ερώτημα θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε: στη συγκρότηση του νέου συστήματος αξιών μας από πού θα μπορούσαμε να αντλήσουμε στοιχεία; Και ποιος είναι ο ρόλος του σχολείου σ αυτήν την προσπάθεια; Η απάντηση που θα μπορούσα να δώσω είναι πως το αξιακό μας σύστημα μπορεί να διαμορφωθεί με καθοριστική συμβολή των αξιών που διαμορφώθηκαν κατά την αρχαία ελληνική και βυζαντινή εποχή και βεβαίως με ό,τι μπορεί να αφομοιωθεί από τον ελληνικό τρόπο σκέψης από την παράδοση του διαφωτισμού. Ο ρόλος του σχολείου Η εκπαίδευση οφείλει επι ποινή αυτοακυρώσεώς της να είναι συντηρητική, με την απλή και πρωταρχική σημασία της λέξης, να συντηρεί δηλαδή τον πολιτισμό που οι πρεσβύτεροι έχουν παραλάβει και να τον παραδίδει στους νεότερους. Όταν δεν καταφέρνουμε ή δεν θέλουμε να μεταβιβάσουμε στους νέους τις αξίες και την κληρονομιά που συνιστούν τη συλλογική συνείδηση, όταν τους αφήνουμε χωρίς μνήμη, καταδικάζουμε τον εαυτό μας να ζήσει ένα τεράστιο χάσμα γενεών, από το οποίο δεν πρόκειται να βγούμε όσο το αντιμετωπίζουμε σαν οπισθοδρομική φαντασίωση κάποιων απροσάρμοστων συντηρητικών μεσοαστών. Ήδη από το 1979 ο Christopher Lash είχε διαγνώσει την αρρώστια των σύγχρονων κοινωνιών μέσα από τη μορφή του ναρκισσιστικού ατόμου που είναι αδύνατον να τοποθετήσει τον εαυτό του στον κατακόρυφο άξονα ενός γενεαλογικού δένδρου, ανίκανο να δει πιο πέρα από τη δική του ζωή. Του ατόμου –μονάδα, που ταξιδεύει μόνο του στον ακύμαντο ωκεανό της καταναλωτικής κοινωνίας. «Το κυρίαρχο πάθος- έγραφε- είναι να ζεις για τη στιγμή- να ζεις για τον εαυτό σου, όχι για τους προγόνους ή τους απογόνους σου. Χάνουμε γοργά τη αίσθηση ότι ανήκουμε σε μια διαδοχή γενεών που ξεκίνησαν από το παρελθόν και προεκτείνονται στο μέλλον». Το κείμενο του George Duby (Ζώρζ Ντουμπί) με τίτλο ακριβώς «Κληρονομιά» το οποίο κλείνει το βιβλίο του Fernand Braudel για τη Μεσόγειο αποτελεί ύμνο στην «ανθρώπινη τελείωση», στην «υπερηφάνεια και την ευτυχία να είσαι άνθρωπος» που γεννιούνται από την την ασυνείδητη έλξη που νοιώθει κάθε άνθρωπος για το πολιτιστικό λίκνο στο οποίο γεννήθηκε. Είναι ένας ύμνος στη μετάδοση της κουλτούρας ως «μαγιάς δημιουργίας». Δεν νοείται μέλλον χωρίς παρελθόν. Ούτε εκσυγχρονισμός χωρίς δεύτερη ανάγνωση, επανερμηνεία όσων προηγήθηκαν και ένταξή τους στις νέες παραστάσεις και αξίες. Τι, όμως, μπορεί να θεωρηθεί ασήμαντο και τι άξιο να διατηρηθεί; Και ποιος θα το κρίνει; Δεν είναι ανάγκη να έχουμε όλες τις απαντήσεις για να δεχθούμε ότι χωρίς κληρονομιά δεν υπάρχει πολιτισμός και χωρίς ιστορική συνέχεια δεν υπάρχει ανθρωπότητα. Ο ορισμός της κληρονομιάς είναι πάντα αυθαίρετη ενέργεια. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται να το επιχειρήσουμε. Που είναι το λάθος; Στο όνομα ενός ευγενούς σκοπού, του σεβασμού στη διαφορετικότητα- διαφορετική προέλευση, διαφορετική κοινωνική καταγωγή, ή απλώς ιδιοπροσωπία, μοναδικότητα του καθενός- απογυμνώνουμε μια ολόκληρη γενιά και διευρύνουμε ένα κενό που θα είναι δύσκολο να καλυφθεί. Πράγματι, κάθε άτομο αποτελεί διασταύρωση διαφορετικών πολιτιστικών κληρονομιών, διαφορετικών ταυτοτήτων. Η οικογένειά του, ίσως και η πόλη ή η περιοχή του, καμιά φορά και η χώρα προέλευσής του, τον προικίζουν με κάποιες συμβολικές παραστάσεις, με έναν τρόπο ζωής που προστίθενται σε αυτά που δίνει το σχολείο. Αυτές οι παραστάσεις μπορεί να διαφέρουν ή κάποιες φορές να είναι και αντίθετες. Μικρή η ζημιά: από αυτή την αντίθεση γεννιέται η ελευθερία του ατόμου να αποφανθεί για τις δικές του προτιμήσεις. Απέναντι σε διαφορετικές κουλτούρες, σε αμέτρητες ιδιαιτερότητες που συνιστούν τη μνήμη του καθενός το κράτος οφείλει μέσω του σχολείου, να ορίσει την κοινή κληρονομιά που πρέπει να προτείνει σε όλους τους πολίτες. Ώστε ο καθένας να γίνει ένα χωνευτήρι διαφόρων γενεαλογιών, έχοντας, παρόλα αυτά, κοινές αναφορές που είναι οι αναφορές της εθνικής κοινότητας και καθιστούν δυνατό το θαύμα του κοινού βίου, της συγκρότησης της κοινωνίας. Ο ρόλος του σχολείου δεν είναι να εντάξει τη διαφορετικότητα στο πρόγραμμά του, αλλά να βοηθήσει όλους τους μελλοντικούς πολίτες, όσο διαφορετικοί και αν είναι, να συναντηθούν γύρω από κάποιες γνώσεις που χειραφετούν και ταυτόχρονα ενώνουν, που επιτρέπουν σε κάθε άτομο να τοποθετηθεί στην ανθρώπινη γενεαλογία, στη διαδοχή ανθρώπων και ιδεών και γνώσεων που είναι ανθρώπινες γιατί κληροδοτήθηκαν από άλλους ανθρώπους. Για το λόγο αυτό είναι απαραίτητο να μην περιορίζουμε τους μαθητές εκ των προτέρων σε ό,τι τους προσδιορίζει, δηλαδή στην ταυτότητα της προέλευσής τους, που τους δίνει η οικογένεια, ή ακόμη στην ταυτότητα του «νέου». Γιατί στις δυτικές κοινωνίες, και αυτό αποτελεί καινοτομία, η νεότητα θεωρείται μια ιδιαίτερη ταυτότητα, ενώ σε όλους τους πολιτισμούς ήταν μόνο ένα στάδιο της ζωής, ένα πέρασμα στον ενήλικο βίο. Ο Ivan Illich, μέγας εχθρός των θεσμών και υπέρμαχος της αποσχολειοποίησης της κοινωνίας, προέβλεπε ότι η βαθμιαία εξαφάνιση των διαφορετικών χώρων μάθησης και η μονοπώληση της μόρφωσης από το σχολείο θα ήταν καταστροφικές, αφού θα οδηγούσαν σε φτώχεια και περιθωριοποίηση όσους δεν θα τα κατάφερναν σε αυτό το σχολικό σύστημα. Η επισήμανσή του είναι εν μέρει σωστή διότι η αποθεσμοποίηση των δυτικών κοινωνιών μετέτρεψε το σχολείο σε μοναδικό φορέα γνώσης, το βάρυνε με μια ευθύνη που το οδήγησε αυτομάτως στις αλλεπάλληλες κρίσεις που όλοι γνωρίζουμε. Το να ζητάμε από το σχολείο να αντικαταστήσει τους άλλους παράγοντες κοινωνικής συνοχής σημαίνει αν μη τι άλλο, ότι στερούμε από το θεσμό του σχολείου την εκπλήρωση της πρωταρχικής του λειτουργίας να μεταδώσει γνώση η οποία θα επιτρέπει στους νέους να κατανοήσουν τον κόσμο που τους περιβάλλει, να συνειδητοποιήσουν το γεγονός ότι τον βλέπουν από μια οπτική γωνία, ανάλογη με το συγκεκριμένο πολιτισμό και τη συγκεκριμένη εποχή, ώστε να μην παραμένουν φυλακισμένοι στην ταυτότητά τους και στους προσδιορισμούς τους. «Είναι όλο και πιο αισθητή η απειλή μιας συλλογικής λήθης», έγραφε ο Regis Debray (Μάρτιος 2002), «μιας ρήξης στην αλυσίδα της εθνικής και ευρωπαϊκής μνήμης όπου ο ελλείπων κρίκος της θρησκευτικής πληροφόρησης καθιστά απολύτως ακατανόητα- τουτέστιν άνευ ενδιαφέροντος- τα τύμπανα του καθεδρικού ναού της Σάρτρης, τη Σταύρωση του Τιντορέτο, τον Δον Ζουάν του Μότσαρτ, το ποίημα του Βίκτωρος Ουγκό Ο Βοόζ κοιμώμενος και το μυθιστόρημα του Αραγκόν Η Μεγάλη Εβδομάδα. Επίσης έχει να κάνει με την ισοπέδωση, τον κορεσμό της περιβάλλουσας καθημερινότητας, αφ ής στιγμής η Τριάδα (Trinite) δεν είναι παρά ένας σταθμός του Μετρό, οι δε αργίες και οι διακοπές της Πεντηκοστής απλά ημερολογιακά συμβάντα. Συχνά ακριβώς εν ονόματι του ανοίγματος στον άλλο και της ανεκτικότητας, απαγορεύσαμε στο σχολείο να γίνει όχημα μιας κληρονομιάς η οποία αντιθέτως μας εισάγει στις παγκόσμιες αξίες. Η επικέντρωση στο θέμα των θρησκευτικών που βέβαια σε μεγάλο βαθμό οφείλεται και στη μόδα απλώς απέκρυπτε το γεγονός ότι η τραγική έλλειψη κουλτούρας στις νέες γενιές αφορά το σύνολο των βασικών πολιτισμικών γνώσεων. Όχι μόνο η Αγία Γραφή, αλλά και η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, η ιστορία των Ατρειδών, ή οι μεταμορφώσεις του Οβίδιου έχουν γίνει αγνώστου ταυτότητας λογοτεχνικά αντικείμενα. Ποιος μαθητής ξέρει ότι ο Μέγας Αλέξανδρος είχε για πρότυπο την Αχιλλέα, όπως έχει περιγραφεί από τον Όμηρο, και ότι για τον Ναπολέοντα σημείο αναφοράς ήταν ο βίος του Αλεξάνδρου που έγραψε ο Πλούταρχος; Η ιστορία των ανθρώπων δεν μπορεί να κατανοηθεί αν δεν βουτήξουμε στα όνειρά τους, στα παιδικά τους αναγνώσματα, στα παραμύθια που τους νανούρισαν. Γιατί η Ελλάδα Όλα, όσα μέχρι τώρα αναφέραμε ως υποχρέωση του σχολείου προς τους μαθητές μπορούν να ικανοποιηθούν με τη διδασκαλία, σε ό,τι αφορά τα καθ ημάς της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και εν πολλοίς και των θρησκευτικών. Ο ελληνικός πολιτισμός επιδίωκε την καθολικότητα και αυτό μαρτυρούν τόσο η γραμματεία του όσο και η τέχνη, η θρησκεία, η ζωή και τα ήθη της κοινωνίας. Η άνοδος προς το καθολικό, στο διανοητικό πεδίο, διευκολύνει, το άνοιγμα προς το καθολικό, στο επίπεδο των ανθρωπίνων σχέσεων. Από τις πρώτες σελίδες στον Όμηρο υπάρχει μια απίθανη διάθεση στην αποδοχή των άλλων- μια έλλειψη εθνοκεντρισμού, μια κατανόηση, μια εξαιρετική φιλοφροσύνη όχι μόνο κατά την αρχαϊκή εποχή αλλά σε όλες τις εποχές. Και με τον Ηρόδοτο ανατέλλει μια σπάνια ανεκτικότητα. Καθένας γνωρίζει ότι η Ελλάδα πρόσφερε στον κόσμο την τέλεια και ιδανική έκφραση της δικαιοσύνης και της ελευθερίας. Και δεν είναι λίγο. Αυτές οι δύο μεγάλες ιδέες προσήλκυσαν και άλλες κατά τη ροή τους. Προκάλεσαν σίγουρα το σεβασμό στους νόμους καθώς και τη φιλοπατρία και την έννοια της γενναιότητας. Ο λαός αυτός που χαιρόταν τη γραπτή διατύπωση και τις σταθερές βάσεις που πρόσφερε σε όλους, ανακάλυψε εν τούτοις την ιδέα των άγραφων νόμων για όλα όσα υπήρχαν πέρα από τη δικαιοδοσία των νόμων. Οι άγραφοι αυτοί νόμοι είναι γνωστοί από το εγκώμιο του Σοφοκλή στην Αντιγόνη και στον Οιδίποδα Τύραννο. Επιβάλλουν λόγου χάριν, το σεβασμό προς τους ικέτες και τους κήρυκες, την ταφή των νεκρών και τη βοήθεια στους καταπιεζόμενους. Η ελληνική αυτή επινόηση έγινε παγκόσμια: με αυτήν αρχίζουν καλύτερες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Είναι η ώρα που ο ίδιος ο Αριστοτέλης δίνει ξεχωριστή θέση στην ευθύτητα, μία εσωτερική διάθεση αρκετά ευέλικτη, δίπλα στη δικαιοσύνη, και στην οποία εκδηλώνονται σχεδόν παντού οι ιδέες της πραότητας, της κατανόησης και της επιείκειας. Το άνοιγμα προς τους άλλους, που ξεκινούσε με τον αγώνα εναντίον της βίας, ολοκληρώνεται εδώ για να ξεπεράσει όλο μαζί και το πλαίσιο της πόλης, ακόμα και της ίδιας της Ελλάδας και την αυστηρότητα των βασικών απαιτήσεων. Η Ελλάδα της εποχής εκείνης δεν επινόησε τίποτε το τόσο άμεσο και συναισθηματικό όσο η χριστιανική αγάπη που αγκαλιάζει όλα τα πλάσματα στο όνομα του χριστιανικού μηνύματος. Όταν ο καθένας συνειδητοποιεί ότι είναι άνθρωπος, τότε «μπαίνει στη θέση» των άλλων ανθρώπων. Οι αξίες των ελλήνων έγιναν και αξίες της σύγχρονης δύσης. Μπορούμε να πούμε ότι οι έλληνες τις εφάρμοσαν περισσότερο από άλλους λαούς; Ασφαλώς όχι. Παραβίαζαν τους γραπτούς και άγραφους νόμους, κατά περίσταση όπως όλος ο κόσμος. Είχαν σκλάβους που υπέταξαν με τη βία. Η Αθήνα υπήρξε μία αυτοκρατορία-τυραννία. Και η δημοκρατία ακόμα μετετράπη κάποτε – το λέει ο Αριστοτέλης- σε οχλοκρατία. Η έλλειψη ανοχής πολλαπλασίασε στην πόλη τις δίκες για ασέβεια. Θανάτωσαν το Σωκράτη. Υπήρξαν περίοδοι εθνικών αντιθέσεων και εμφυλίων πολέμων. Οι Έλληνες, όμως, ήξεραν τουλάχιστον να πουν τι θα έπρεπε να είναι, να προσδιορίσουν αξίες και καμιά φορά να πεθάνουν γι αυτές. Ασφαλώς πολλοί λαοί θα είχαν παραδεχθεί ότι μια αδελφή οφείλει να θάψει τον αδελφό της. Οι λαοί, όμως, αυτοί δεν έγραψαν μια Αντιγόνη. Στη σημερινή εποχή της άρνησης των ελληνικών σπουδών , η επιρροή της αρχαίας Ελλάδας εκδηλώνεται με μορφές πολύ διαφορετικές και άνισης σημασίας. Μια από αυτές εκφράζεται με τη συνήθεια, με την προσφυγή σε κύρια ονόματα και σε αόριστους μυθολογικούς υπαινιγμούς. Ο μίτος της Αριάδνης, το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα είναι αναμνήσεις ελληνικές. Το ίδιο και οι Ολυμπιακοί αγώνες και ο Μαραθώνιος δρόμος. Η Ευρώπη που σφυρηλατούμε με γρήγορους ρυθμούς έχει ελληνικό όνομα και επικαλείται πρόθυμα μια ηρωίδα που απήγαγε ο Δίας. Όλοι οι θεατές της τηλεόρασης συνεχίζουν να ακούν φράσεις όπως: «Η Αριάδνη θα συναντήσει τον Ερμή». Και οι πιο αμαθείς από τους νέους διανοούμενους χρησιμοποιούν την ελληνική λέξη έρως με περισσότερη διάθεση από την αντίστοιχη σε άλλες γλώσσες. Η συνήθεια αυτή δεν βασίζεται σε καμιά σοβαρή γνώση αλλά παρόλα αυτά είναι αποκαλυπτική. Προϋποθέτει σε μερικές περιπτώσεις, το γεγονός ότι οι ελληνικές λέξεις διατηρούν τη δύναμη και τη λάμψη τους: ο έρως δεν είναι ούτε η φιλία, ούτε η αγάπη: ο έρως είναι πραγματικά σαφέστερη έννοια από την αγάπη. Την εποχή που δημιουργείται η Ευρώπη, ή καλύτερα την εποχή που η ίδια η Ευρώπη διέρχεται κρίση νομίζουμε ότι δεν στερείται ενδιαφέροντος να επισημάνουμε αυτήν την οφειλή που έχουμε την τάση να ξεχνάμε. Η εγκύκλιος Μετά την απαλλαγή μαθητών από το μάθημα των θρησκευτικών με τις προϋποθέσεις που διατύπωνε το 2008 η εγκύκλιος του τότε Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, σήμερα συζητείται το μάθημα των θρησκευτικών να καταστεί προαιρετικό. Και το ερώτημα είναι: Γιατί; Και σε προγενέστερες εποχές κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί από αρμόδιους και μη αμφισβητήσεις για τη θέση του μαθήματος αυτού στη Δημόσια Εκπαίδευση. Ως κοινή βάση των αμφισβητήσεων αυτών προβάλλεται το επιχείρημα ότι η παρεχόμενη θρησκευτική αγωγή παραβιάζει τη θρησκευτική ελευθερία και την ελευθερία της σκέψης του μαθητή, ενώ ορισμένοι άλλοι υποστηρίζουν ότι λόγω του βιωματικού του χαρακτήρα δεν επιδέχεται αξιολόγησης. Στις μέρες μας το παραπάνω επιχείρημα επιτείνεται λόγω αφενός μεν της πολυπολιτισμικής σύνθεσης της Ελληνικής κοινωνίας, αφετέρου δε της προβολής των αντιλήψεων της Ενωμένης Ευρώπης, στις χώρες μέλη της οποίας, ωστόσο, το μάθημα διδάσκεται με διάφορες μορφές. Εξάλλου η σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης με αριθμ. 1720/2005 θεωρεί απαραίτητη τη θρησκευτική αγωγή με έμφαση στην τοπική θρησκευτική παράδοση, χωρίς βέβαια να δημιουργούνται προϋποθέσεις μισαλλοδοξίας και φανατισμού. Όμως, όσοι αμφισβητούν ή και αρνούνται το γνωσιολογικό περιεχόμενο, τον επιστημονικό χαρακτήρα και τη μορφωτική αξία του μαθήματος, βασίζονται σε εσφαλμένη αντίληψη για το χαρακτήρα, τη φύση και το σκοπό της σχολικής θρησκευτικής αγωγής. Έχουν δηλ. την αντίληψη ότι το μάθημα αποβλέπει κατά κύριο λόγο, αν όχι αποκλειστικά, στη διαμόρφωση χριστιανικής συμπεριφοράς και προσωπικής ευσέβειας. Αγνοούν ότι το μάθημα έχει, και αν δεν έχει πρέπει να έχει, κατά βάση γνωσιολογικό χαρακτήρα και αποβλέπει στην ενημέρωση των μαθητών για το θρησκευτικό φαινόμενο, γενικότερα και ειδικότερα στην κατανόηση της θρησκευτικής διάστασης των επί μέρους θεμάτων της ζωής, καθώς και στο πώς το θρησκευτικό «πιστεύω» επέδρασε και επιδρά στη διαμόρφωση του πολιτισμού. Όπως η διδασκαλία της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας και των αρχαίων Ελληνικών κειμένων, δεν υποχρεώνει το μαθητή να ασπασθεί τις απόψεις που αναπτύσσονται εκεί για τα διάφορα ζητήματα, έτσι και η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών, δεν υποχρεώνει το μαθητή να ασπασθεί άκριτα τις θέσεις που διατυπώνονται στο εν λόγω μάθημα. Ασφαλώς για να χαρακτηρισθεί το μάθημα των θρησκευτικών στην εποχή μας ως μορφωτικό αγαθό, όπως και πράγματι είναι, χωρίς σοβαρές αμφισβητήσεις, πρέπει να πληροί ορισμένους όρους και από πλευράς περιεχομένου και από πλευράς μεθοδολογίας διδασκαλίας, ώστε να ανταποκρίνεται στα δεδομένα και τις προκλήσεις του σήμερα. Αυτοί μπορεί να είναι: η ορθόδοξη χριστιανική παράδοση, όπως αυτή αποτυπώνεται στα μνημεία του πολιτισμού, οι βασικές αρχές του δημόσιου σχολείου, η πολυπολιτισμική διάσταση της κοινωνίας και τέλος τα ψυχοπαιδαγωγικά χαρακτηριστικά του μαθητή. Νομίζω πως στην ανάπτυξή μου για το ρόλο του σχολείου σήμερα εντάσσονται οι παραπάνω όροι. Μια τέτοια θρησκευτική αγωγή αντιμετωπίζει το μαθητή ως αναπτυσσόμενο πρόσωπο και το προφυλάσσει από εγκλωβισμούς σε θρησκοληψίες, φανατισμούς και μισαλλοδοξίες, με την καλλιέργεια ανοιχτού και οικουμενικού πνεύματος και με τη δημιουργία αισθήματος προσωπικής και κοινωνικής ευθύνης. Το μάθημα των θρησκευτικών Η ιστορία της Εκκλησίας, τα γεγονότα που συνδέονται με την ζωή της, ο τρόπος ζωής των μελών της και η θεολογία της, ως τμήμα της εθνικής μας ιστορίας, αλλά και ως παρόν, αφού η Εκκλησία συνεχίζει να υπάρχει και να νοηματοδοτεί την ζωή των περισσοτέρων πολιτών του Ελληνικού Κράτους, Ελλήνων και αλλοδαπών, είναι ένα μάθημα που οφείλει να διδάσκεται κάθε πολίτης αυτής της χώρας, πιστός και άπιστος, χριστιανός, αλλόθρησκος η αλλόδοξος, που θέλει να είναι ενημερωμένος και ενσυνείδητα πνευματικά τοποθετημένος (θετικά η αρνητικά, είναι θέμα της επιλογής του) μέσα στον χώρο στον οποίο ζει. Είναι ένα μάθημα που δεν πρέπει να έχει στενά ομολογιακό, ούτε γενικά θρησκειολογικό χαρακτήρα, αλλά κυρίως ιστορικό, με γνωστικό αντικείμενο την πνευματική μας ιστορία. Το μάθημα, δηλαδή, αυτό δεν μπορεί να έχει κατηχητικό περιεχόμενο, δεν μπορεί να είναι μάθημα μύησης στην πίστη και την ζωή της Εκκλησίας. Το σχολείο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την Εκκλησία στον μυσταγωγικό ρόλο της. Δεν έχει τις προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο, διότι δεν το διοικούν ποιμένες της Εκκλησίας και οι μαθητές που φοιτούν σ’ αυτό δεν είναι υποχρεωτικά μέλη της Εκκλησίας. Το σχολείο έχει υποχρέωση να καλλιεργεί την κριτική ικανότητα των μαθητών και να τους ενημερώνει. Να εκθέτει σ’ αυτούς την πείρα του παρελθόντος (καθετί, άλλωστε, που μπορεί να διδαχθεί, προέρχεται από το εγγύς η το απώτερο παρελθόν), να τους δίνει τις προϋποθέσεις και να τους ωριμάζει, ώστε να κάνουν επιλογές για τις οποίες θα έχουν ακέραιη την ευθύνη. Δυστυχώς, όμως, σχετικά με το μάθημα των Θρησκευτικών, αντί για ήρεμη και ειλικρινή συζήτηση προκαλούνται ενστικτώδεις αντιδράσεις, λόγω προκαταλήψεων και διαστρεβλώσεων. Αφενός μεν οι μνήμες ενός νεφελώδους ευσεβούς παρελθόντος, αφετέρου δε τα απωθημένα βιώματα ορισμένων, τα τεχνητώς αθεράπευτα ψυχικά τους τραύματα, από μια αυταρχική παιδεία του παρελθόντος, με αιχμή την θρησκευτική καταπίεση, οδηγούν τις συζητήσεις για το θέμα αυτό σε ακρότητες. Σε κάποιους από αυτούς που αγωνιούν για την εκκλησιαστική αγωγή των παιδιών, υποβόσκει μια ανασφάλεια. Φαίνεται σαν να θεωρούν ξαφνικά ότι η Εκκλησία δεν έχει δικό της τρόπο για να μεταδώσει την διδασκαλία της και να ενεργήσει την ποιμαντική της. Αμήχανοι επενδύουν πολλά στο σχολικό θρησκευτικό μάθημα. Ξεχνούν την λειτουργική πράξη, την υμνολογία, τον ενεργό λόγο του ευαγγελικού κηρύγματος, την προσωπική επικοινωνία, την ποιμαντική πράξη, την προϋπόθεση της ελευθερίας για μια ειλικρινή εκκλησιαστική ζωή. Κι όταν το σχολικό θρησκευτικό μάθημα γίνεται προαιρετικό, αντιδρούν με κάποιο πανικό. Μπορεί να είναι όντως σημαντικό μάθημα (κάτω από προϋποθέσεις), όμως, δεν αρκεί για την Εκκλησία. Είναι μια δραστηριότητα του Κράτους, δεν είναι ποιμαντική. Θα είχε ενδιαφέρον μια στατιστική μελέτη που θα έδειχνε το πόσοι μαθητές εμπνεύστηκαν από το μάθημα αυτό και μπήκαν βαθύτερα στην ζωή της Εκκλησίας. Από την άλλη μεριά έχουμε αντιδράσεις που τις χαρακτηρίζει ένας έντονος αρνητισμός. Γιατί πρέπει να διδάσκεται Ποια είναι, λοιπόν, η νομιμοποιητική βάση του μαθήματος στο σημερινό σχολείο, καθώς και η φυσιογνωμία του ίδιου του σχολείου. Δύο ερωτήματα: Πρώτον: Τι θα σημάνει για τη φυσιογνωμία του σχολείου αν το θρησκευτικό μάθημα είναι πλήρως προαιρετικό και, συνεπώς, ανύπαρκτο για όσους μαθητές δεν έχουν (ή δηλώσουν ότι δεν έχουν) θρησκευτική υπηκοότητα; Δεν είναι, άραγε, υποχρέωση της πολιτείας να καταρτίζει τον νέο άνθρωπο σε ό,τι εξ αντικειμένου συνιστά την ανθρώπινη πραγματικότητα και, συνεπώς, και στο θρησκευτικό φαινόμενο; Σε μια κοινωνία δημοκρατίας και ελευθερίας πρέπει να ενθαρρύνεται και να διασφαλίζεται η παρουσία όλων των ερμηνειών της ζωής στον δημόσιο χώρο και το στοχαστικό αντάμωμά τους. Στη διδακτική πράξη το θρησκευτικό μάθημα πρέπει να συνδέεται με τον χαρακτήρα της παιδείας και του πολιτισμού, αναδεικνύοντας την καθολική παιδευτική του αξία. Η διδασκαλία του, επίσης, είναι ανάγκη να ξεφύγει από τα βαρίδια του παρελθόντος όπως ο ηθικισμός, ο πουριτανισμός, ο παιδαγωγικός διδακτισμός, ο μη διαλογικός χαρακτήρας, ο εθνοκεντρισμός του. Για το σκοπό αυτό απαιτείται να μην έχει ξύλινη γλώσσα, ηθικιστική και κανονιστική εμμονή αλλά, παραμερίζοντας τον οποιοδήποτε κατηχητικό και απολογητικό προσανατολισμό, να συνδέεται με τα σύγχρονα υπαρξιακά και κοινωνικά προβλήματα του ανθρώπου της εποχής μας, να συναντά με σεβασμό και κατανόηση τον άλλο στο πρόσωπο του ετερόδοξου, του ετερόθρησκου, του αδιάφορου. Συνάμα, χρειάζεται να συνδέεται κατάλληλα με τη συνέχεια και την παράδοση του ελληνικού πολιτισμού, να είναι κριτικό για κάθε μορφή θρησκευτικής παθολογίας και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας ελεύθερης πλουραλιστικής δημοκρατικής κοινωνίας. Συνεπώς, δεν πρέπει να στενεύει μονόπλευρα τον ορίζοντά του σε μια εθνοκεντρική ορθοδοξία αλλά να αποτελεί γνώση της ελληνορθόδοξης πολιτιστικής παράδοσης και κληρονομιάς. Ταυτόχρονα, είναι ανάγκη να μην έχει απλώς πληροφοριακό και ενημερωτικό χαρακτήρα αλλά να συζητά διαλεκτικά τα καίρια προβλήματα του κόσμου, του ανθρώπου και της κοινωνίας του στα όρια της ελευθερίας και του αλληλοσεβασμού. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί δίχως να έχει χειραγωγικό χαρακτήρα, αλλά σεβόμενο κάθε θρησκευτική και πολιτισμική πολυφωνία και ετερότητα. Όμως, η Ορθοδοξία δεν είναι μόνο παράδοση. Είναι και σύγχρονη ζωή. Το θρησκευτικό μάθημα επιβάλλεται να είναι διαρκώς ανοικτό στη σύγχρονη κοινωνία, στη ζωή, στον πολιτισμό, στον κόσμο ολόκληρο. Η διαθεματική προσέγγιση της γνώσης είναι δυνατό να προσφέρει μεθοδολογικά και παιδαγωγικά αυτόν τον προσανατολισμό και τη διασύνδεση των γνώσεων του θρησκευτικού μαθήματος με όλα τα άλλα μαθήματα, γνωστικά αντικείμενα ή καινοτόμα προγράμματα. Στο ερώτημα, λοιπόν, τι μπορεί να προσφέρει ένα μάθημα Θρησκευτικών στους νέους του 21ού αιώνα, συνοπτικά μπορούμε:

1. Τους προετοιμάζει να κατανοούν σε βάθος και πολυδιάστατα πολλά από τα σύγχρονα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα – π.χ. πολέμους, τρομοκρατία, φαινόμενα φανατισμού και μισαλλοδοξίας – καθώς αυτά διαθέτουν όχι μόνο θρησκευτικό ένδυμα αλλά και θρησκευτικό πυρήνα.

2. Ευνοεί τη δημιουργική σχέση των νέων με κάθε έκφραση του πολιτισμού του οποίου η θεμελιώδης και ουσιαστική σχέση με τη θρησκεία είναι αδιαμφισβήτητη (π.χ. τα βιβλικά θέματα σε κάθε είδους τέχνη, η σημαντική της θεολογικής γλώσσας, η εκφραστική των μνημείων, η σημασία των γιορτών, των εθίμων κ.ά.).

3. Καλλιεργώντας την ευαισθησία των νέων γύρω από τα θρησκευτικά ερωτήματα / ζητήματα ανοίγει δρόμους προς την προσέγγιση των μεγάλων ηθικών και φιλοσοφικών ερωτημάτων, καθώς αυτά συνδέονται άρρηκτα με τα θρησκευτικά.

4. Με την ανάδειξη και επεξεργασία της βιβλικής σκέψης και των θεολογικών κριτηρίων (π.χ. η πίστη στον Θεό ως ελευθερία και σχέση, η ζωή ως πορεία προς τελείωση, η ευθύνη του ανθρώπου για την κτίση κ.ά.) ενισχύεται η ευαίσθητη στοχαστικότητα και εμπλουτίζεται ο κριτικός προβληματισμός των νέων απέναντι στα μεγάλα ζητήματα / διλήμματα της ζωής – κόντρα στις εύκολες βεβαιότητες της εποχής μας.

5. Με την επεξεργασία και την αξιολόγηση των πνευματικών και υπαρξιακών διαστάσεων της θρησκευτικής πίστης οι νέοι άνθρωποι αποκτούν ασφαλή κριτήρια και θωρακίζονται απέναντι σε παραθρησκευτικές σέχτες και «εσωτερικισμούς» που φτάνουν να τους καθιστούν φανατικούς και άλογους «οπαδούς». Ωστόσο εδώ μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί σε ποιο βαθμό η διδασκαλία ενός μαθήματος που το περιεχόμενό του σχετίζεται κατά κύριο λόγο με τον χριστιανισμό δεν συνιστά παραβίαση της θρησκευτικής συνείδησης;

1. Πρώτα πρώτα ας μην ξεχνάμε ότι η χριστιανική πίστη δεν προϋποτίθεται ως νομιμοποιητική βάση για τη διδασκαλία του μαθήματος και τη συμμετοχή των μαθητών σ’ αυτό. Το μάθημα έχει ενημερωτικό και μορφωτικό χαρακτήρα και οι δάσκαλοί του προφανώς θεωρούν την κατήχηση ως έργο αποκλειστικά της Εκκλησίας.

2. Ο χριστιανισμός είναι θεμέλιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού και η Ορθοδοξία η μεγάλη πνευματική κληρονομιά του ελληνικού πολιτισμού, εντός του οποίου ζουν οι μαθητές του ελληνικού σχολείου. Μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως δεν τους χρειάζεται η σε βάθος κατανόηση αυτής της ιστορίας και του πολιτισμού με την ταυτόχρονη διερεύνηση του ρόλου που έπαιξαν ο χριστιανισμός και η Ορθοδοξία;

3. Η μεγάλη προτεραιότητα των πολυπολιτισμικών κοινωνιών, δηλαδή η καλλιέργεια του σεβασμού προς τον πολιτισμικά και θρησκευτικά «άλλον», δεν μπορεί να αναπτυχθεί και να εκδηλωθεί ουσιαστικά αν δεν έχει εξερευνηθεί σε βάθος ο ρόλος της θρησκευτικής πίστης σε επίπεδο τόσο υπαρξιακό όσο και κοινωνικό. Αλλιώς παραμένει ένα κλισέ που όσο εύκολα μπορεί να χρησιμοποιείται το ίδιο εύκολα μπορεί να καταργείται. Συμπερασματικά, ο θρησκευτικός εγγραμματισμός – όπως έγραψε ένας συνάδελφός σας- που επιτυγχάνεται στα όρια ενός υποχρεωτικού θρησκευτικού μαθήματος προβάλλει απαραίτητος για τον σύγχρονο νέο άνθρωπο και είναι ανάγκη να υλοποιείται νηφάλια, επιστημονικά και με σεβασμό στις συνθήκες του σύγχρονου δημοκρατικού και πλουραλιστικού σχολείου.

Πηγή: http://www.anixneuseis.gr/?p=8869

Και από: http://exagorefsis.blogspot.com/2011/04/blog-post_6546.html

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration