Ζωηφόρος

Η αποστολή του θρησκευτικού μαθήματος στο σύγχρονο σχολείο

Α - ΕΙΣΑΓΩΓΗ

      Η Θέση των θρησκευτικών ως σχολικού μαθήματος, αρκετά συχνά έχει επικριθεί κάτω από διάφορες οπτικές γωνίες, οι δε υπερασπιστές του έχουν εύλογα καταφύγει σε επιχειρήματα, τα οποία δικαιολογούν τη χρησιμότητα του στο χώρο της Παιδείας.

 

      Έτσι δε θα χρειαστεί προκαταβολικά να ανταπεξέλθουμε  το θέμα, επιστρατεύοντας τις γνώμες των δύο πλευρών, αφού στόχος μας είναι να αναλύσουμε τις τρέχουσες αλλαγές από τη σκοπιά όσων πιστεύουν ότι «ο λόγος της αλήθειας» τουτέστιν ο Αποκαλυφθείς Θείος λόγος, δύναται να έχει «πρόσβαση» στο σύγχρονο σχολείο. Και όσον αφορά μεν στα διάφορα μαθήματος του αναλυτικού προγράμματος, όταν υπάρχουν εξελίξεις σε κάποιο «γνωστικό Πεδίο», οι εξελίξεις αυτές περνάνε μέσα στο σχολείο με αναδιάρθρωση της ύλης ή με θεσμοθέτηση ενός καινούργιου μαθήματος.

   Όταν πρόκειται για το μάθημα των θρησκευτικών, κάθε αλλαγή προσκρούει σε μια κύρια δυσκολία, η οποία αφορά στο περιεχόμενό του και μπορεί να συνοψιστεί στο παρακάτω ερώτημα: «τι μπορεί να αλλάξει στην ύλη των θρησκευτικών χωρίς ταυτόχρονα να αλλοιώσει την φύση τους»; Γιατί, εάν υπό τον όρο «θρησκευτικά» εννοούμε γενικά το φαινόμενο της θρησκείας και τις ενδεχόμενες ερμηνείες του, παλαιότερες και σύγχρονες, αναμφίβολα μπορεί να υπάρξει αναδιάταξη, ανταποκρινόμενη σε πολιτισμικές ή διάφορες κοινωνικές επιταγές.

      Εάν, όμως, υπό τον όρο «θρησκευτικά» εννοούμε την προσφορά του λόγου της Γραφής και των Πατέρων, στα όρια - «όρους» της Ορθοδόξου Πίστεως, τότε οι αλλαγές δεν μπορούν να «προσβάλουν» τον πυρήνα του Δόγματος, παρά μόνο τις μεθόδους της συνεισφοράς του ή τις ψυχοπαιδαγωγικές παραμέτρους του. Πρόκειται γι' αυτό που έχει ονομαστεί «πρόσληψη της πολιτισμικής σαρκός» του κόσμου και μεταμόρφωσης της «ἐν θεῷ».

     Αφετηρία των θέσεών μας για τα θρησκευτικά θα είναι η θεμελιακή παραδοχή πως η θρησκεία συνιστά κίνηση «εκ των κάτω» του ανθρώπου προς το Θεό, ενώ η Εκκλησία (για αυτό και το μάθημα πρέπει να τεθεί κάτω από έναν ευστοχότερο τίτλο) είναι κίνηση του Θεού προς τον άνθρωπο, γνωστή μας ως Αποκάλυψη. Αποκάλυψη ζώντος θεού. Όσο και αν στις διάφορες θρησκείες ευρίσκονται «ίχνη της θείας ακτίνας», «σπερματικές αλήθειες», αυτές δε θα παύσουν να είναι αναμεμιγμένες με δοξασίες και πλάνες που απομακρύνουν από την οδό της σωτηρίας.

    Για αυτό και τα θρησκευτικά (στη γνησιότητά τους και πιστότητά τους στο ευαγγέλιο) οφείλουν να έχουν ως πυρήνα τους το γεγονός της Αποκάλυψης και της «εν πίστει» αποδοχής της από τον άνθρωπο, με στόχο τη σωτηρία. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, στην «έκδοση» του της «ορθοδόξου πίστεως», βεβαιώνει πως δε μπορούμε να πούμε τίποτα παραπάνω απ΄ όσα ο Κύριος μας έχει δώσει ως αποκάλυψη, όσο και αν τα «γνωστικά μας ερωτήματα» Τον πολιορκούν για κάτι περισσότερο.

      Βεβαίως τα θρησκευτικά οφείλουν να παρουσιάζουν και το περιεχόμενο των καθ' έκαστον θρησκειών ή ακόμα και των επί μέρους Χριστιανικών Ομολογιών, δείχνοντας όμως ταυτόχρονα και τα στοιχεία της «πλάνης» που ενυπάρχουν εκεί.

Για το λόγο αυτό είναι απαραίτητο να συμπεριληφθεί στην ύλη τους  και μια «θεολογία των θρησκειών» που θα ανταποκρίνεται μεν στο αίτημα γνώσης του «τι πιστεύουν» συνάνθρωποί μας σε άλλες περιοχές της γης (ή και ακόμα δίπλα μας, σήμερα), δε θα περίπιπτει  δε σε συγκρητισμό, που συσκοτίζει το φως της Αλήθειας.

Β - ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ

      Αναβάθμιση ή αναδιάρθρωση του μαθήματος των θρησκευτικών, όπως το έχουμε γνωρίσει στη πράξη να λειτουργεί και όπως έχει αποκρυσταλλωθεί σήμερα (έπειτα από «συσσωρευτικές», θα λέγαμε διαδικασίες) στο σχολικό περιβάλλον, δεν μπορεί παρά να συμμερίζεται τουλάχιστον δύο βασικά στοιχεία, που συντρέχουν στη «δόμηση» του.

      α) πρώτον: να συμμερίζεται την αφετηρία της σύστασής του, που δεν είναι απλώς η θρησκεία ως πανανθρώπινο φαινόμενο ή πολιτισμικό μόρφωμα, αλλά ο Αποκαλυφθείς λόγος του Θεού και γραπτώς διατυπωθείς στα Ιερά κείμενα, στα πλαίσια της κοινοποιήσεως του στους ανθρώπους (εν είδει«επιστολών του Θεού» κατά Ιωάννη Χρυσοστόμο) και αυθεντικώς  ερμηνευόμενος «ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ».

      β) δεύτερον: να συμμερίζεται τους «αποδέκτες» του, που δεν είναι άλλοι από τους νέους-έφηβους (το ευαίσθητο κομμάτι της κοινωνίας), οι οποίοι σχηματίζουν «δι' αυτού» του μαθήματος υγιή συνείδηση θρησκευτική, καθώς καλούνται να εισέλθουν στο χώρο της πίστεως «εν ελευθερία», καθιστάμενοι προοδευτικά παιδιά του Θεού. Εξυπακούεται, λοιπόν, ότι τα θρησκευτικά δεν μπορούν να αγνοούν συγκεκριμένες παιδαγωγικοψυχολογικές προϋποθέσεις, σχετιζόμενες με το έδαφος πάνω στο οποίο καλείται να καρποφορήσει ο σπόρος της Ευαγγελικής πίστεως. Έτσι δεν μπορούμε λ.χ.να δίνουμε στους νέους «στερεή τροφή» τη στιγμή που βρίσκονται σε μία φάση διαμόρφωσης, οπότε η ύλη που τους δίδεται οφείλει να είναι η πιο κατάλληλη για την ηλικία τους. Και εδώ είναι που χρειάζεται η περισσότερη δουλειά εκ μέρους των θεολόγων / εκπαιδευτικών.

    Ενδεχομένως  να υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που συμβάλλουν στη διάταξη του Μαθήματος και τη «λειτουργικότητα» του, θεωρούμε όμως απαραίτητους αυτούς που προαναφέραμε, αφού σχετίζονται  με το «Αντικείμενο» και το «Υποκείμενο» της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Διαδικασίας μάλιστα που δεν θέλει να είναι απλώς «εκπαίδευση» αλλά «θεανθρώπινη παιδεία».

Γ - ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ

      Αν θέλουμε να συνοψίσουμε κάπως τις κριτικές που έχουν ασκηθεί στο μάθημα των θρησκευτικών σε σχέση με τις «δοκιμασίες» του, εντός του σχολικού περιβάλλοντος, θα βρίσκαμε ορισμένα «μειονεκτήματα» σχετιζόμενα με τις παρακάτω «συνθήκες».

      α) «Δοκιμασία» του Μαθήματος από την «Νεωτερική συνθήκη»: τούτο σημαίνει πως τα θρησκευτικά ως έκφραση περιεχομένων πίστεως, δηλαδή ως «έκθεση υπερφυών δογμάτων», χτυπάει πάνω στον τοίχο της ορθολογικότητας, κάτω από το καθεστώς της οποίας δομείται η νεωτερική κοινωνία και η παιδεία της. Το σχολείο στην Ελλάδα είναι προϊόν διαφωτισμού, παρέχει στους νέους επιστήμη και γνώση «Διαφωτιστικού τύπου» και εν τέλει «παιδαγωγεί» σε τρόπους ζωής, αποχωρισμένους από τις Θεϊκές πραγματικότητες. Και ως γνωστόν για την Νεωτερικότητα η Θρησκεία έχει καταχωρηθεί στον «κόσμο του μύθου», δεν είναι υπόθεση ζωτική για την κοινωνία (όπου υπάρχει διάκριση «δημόσιας» και «ιδιωτικής» σφαίρας), παράλληλα με την «αποθέωση του λόγου», (λησμονώντας πως ο λόγος κατάγεται από τον Θεό και όταν αυτονομείται οδηγεί ακόμη και σε αντι-ανθρωπιστικές ενέργειες).

     Σ' αυτό το κλίμα μετα-νεωτερικοί στοχαστές (και αφού κάθε «αλήθεια» είναι σχετική) υποστηρίζουν την ίση πρόσβαση στην εκπαίδευση ποικίλων μορφών Γνώσης, που αντιπροσωπεύουν διάφορες κοινωνικές ομάδες, εξισώνουν δε τον Χριστιανικό πολιτισμό με πολλές άλλες μορφές πολιτισμού (έστω και υποτυπώδεις), ελλείψει αξιολογικού κριτηρίου. Η «χριστιανική αλήθεια» είναι μία από της πολλές επιλογές που έχει κανείς να κάνει,όλες οι θρησκείες έχουν την «αλήθεια» τους, ο δρόμος για τον συγκρητισμό (συγχώνευση δοξασιών) είναι ορθάνοιχτος.

      β) Hθρησκευτική αγωγή «δοκιμάζεται» στο μέτρο που εμφανίζεται ως «θεωρητικοποίηση» (μορφή ιδεολογίας δηλαδή) των απαντήσεων πάνω σε βασικά ερωτήματα της ζωής,  στην οποία το διανόημα βρίσκεται σε διάσταση με το βίωμα, την καθημερινότητα του μαθητή αλλά και την (αναζητούμενη πλέον) κοινωνία αγάπης στα πλαίσια σης Χριστιανικής Ενορίας. Η θεολογία μας δηλαδή δεν «σαρκούται», (όπως ακριβώς έχει λεχθεί) στην πράξη στο ιστορικό παρόν, στις άμεσες σχέσεις των ανθρώπων, στην ίδια τη ζωή.

      Έτσι, ενώ το μάθημα των θρησκευτικών «παραπέμπει» στο μυστήριο της εκκλησίας, ως «κοινωνίας θεού και ανθρώπων» ή προτίθεται να προσφέρει θεανθρώπινη παιδεία (ή αλλιώς «παιδεία ζωής»), στην ουσία περιορίζεται σε ανθρωποκεντρική «γνώση του Χριστιανισμού» (δες οδηγίες προς θεολόγους, στα σχετικά αναλυτικά προγράμματα Γυμν./Λυκείου), σε αυστηρό δηλαδή λογικό σύστημα, που προσεγγίζει το Θεό με ανθρώπινα / υποκειμενικά κριτήρια.

      γ)   Ένα ακόμα είδος «δοκιμασίας» της θρησκευτικής αγωγής είναι και «εγκλεισμός» της σε σκοπιμότητες δημιουργίας λ.χ. ηθικών και νομοταγών πολιτών, σε συνάρτηση με επιδιώξεις που αφορούν κυρίως το κράτος, την Πολιτεία.

      Αυτή η ηθικιστική όψη του μαθήματος αδυνατεί να φανερώσει όλο το «δυναμισμό του ήθους» της ορθοδόξου παραδόσεως, παραβλέποντας τη ριζοσπαστικότητα του Ευαγγελίου, όπου «οι πόρναι και οι τελώνες» προάγουν στη Βασιλεία Του Θεού.

    Είναι βέβαια δυνατόν να εξεταστούν και άλλες παράμετροι που συνιστούν «δοκιμασία» του μαθήματος στην πράξη, εντός σχολείου. Μια τέτοια παράθεση αιτιών θα μας ήταν χρήσιμη για «καθαρή εποπτεία» του περιβάλλοντος εντός του οποίου ασκείταιη αγωγή, εστιάσαμε όμως στα σημεία εκείνα - άξονες, από τα οποία είναι δυνατόν να υπάρξει εκκίνηση επιτυχημένης αναβάθμισης. Και αυτά μπορούμε να τα περιργάψουμε και διαφορετικά

      Έτσι θα λέγαμε πως για να υπάρξει αναδιάρθρωση ύλης του θεολογικού μαθήματος, συν τοις άλλοις, οφείλουμε να παραδεχθούμε ορισμένα (τυπικά πλέον) γνωρίσματα του σύγχρονου πολιτισμικού περιβάλλοντος για να μην είμαστε «αέρα δέροντες» (κατά την Παύλεια ρήση).

      Ποια είναι τα γνωρίσματα αυτά, θα τα σημειώσουμε παρακάτω επιγραμματικά.

      1. Ο πολιτισμός μας, που δεν είναι πλέον «θεόνομος» έχει αντιστρέψει την παραδοσιακή κλίμακα αξιών, οι οποίες δομούν την κοινωνία. 'Έτσι η θρησκεία νοείται ως ιδιαίτερος τομέας (ιδιωτικός) της συνολικής ζωής, έχοντας χάσει την ενοποιό δύναμη της.

      Τα θρησκευτικά, ως σχολικό μάθημα (δευτερεύον), παραπέμπουν σημειολογικά και σημασιολογικά σε ένα «γνωσιολογικό αντικείμενο», το οποίο δεν έχει ζωτική δύναμη για το σύνολο του βίου των μαθητών μας. Και εδώ δεν νοείται το «βάθος της υπάρξεως» στο οποίο κρύπτονται όλα τα θεμελιακά ερωτήματα του νοήματος της ζωής και της ηθικής διαγωγής), αλλά η πολυδιασπασμένη επιφάνεια (η κοσμική σκόνη θα λέγαμε) η οποία έχει επικαλύψει τον ορίζοντα του Υπερβατικού. Ο Θεολόγος καθηγητής έτσι, πρώτιστα χρειάζεται να αφυπνίζει τους νέους από την «θρησκευτική αδιαφορία» τους έργο επίπονο και σκληρό.

      2. Η γλώσσα του πολιτισμού μας, αν και διαποτισμένη ποικιλότροπα από την χριστιανική παράδοση, αντανακλά μια συγκεκριμένη «θέαση» του κόσμου. Από την άλλη πλευρά, η γλώσσα της Βίβλου και της λατρείας αντανακλά κάποια «άλλη θέαση» του κόσμου, η οποία κάνει την εκκλησία να φαίνεται στα μάτια των νέων (αλλά όλων ταυτόχρονα των νεοελλήνων), σαν μια «σέκτα» ανθρώπων, ιδιαιτέρας ψυχοσύνθεσης (homoReligious).

      Το βασικό ερώτημα για τον θεολόγο / εκπαιδευτικό είναι: Πως θα καταφέρει να αρθρώσει μια γλώσσα για το Θεό, προσιτή από γλωσσικό περιβάλλον της Νεωτερικότητας, χωρίς ταυτόχρονα να απωλέσει την υπαρξιακή δύναμη και αλήθεια των παραδεδομένων λόγων (Βίβλου - Πατέρων). 'Έργο, επίσης, επίπονο και σκληρό.

      3. Η παράδοση (ως «σταθερά» την αύξηση στην πνευματική ζωή) και ως συνέπεια και συνέχεια των δύο προηγουμένων παραγόντων), ταυτίζεται με τη συντήρηση, έχει χαθεί το δυναμικό στοιχείο της Πίστεως. 'Έτσι τα σύμβολα της Πίστεως και τα σύμβολα της σύγχρονης κοσμοαντιλήψεως βρίσκονται σε διάσταση.

- Ο προσανατολισμός στη ζωή, στην όλη δυναμική της έκφρασης (και δράσης), αρρύονται πλέον από την κοσμική κουλτούρα και τα συμφραζόμενα της.

      Πως μπορεί ο θεολόγος / εκπαιδευτικός να πείσει τους νέους, ότι τα θρησκευτικά σύμβολα, ως αναγωγή προς το Θεό και τις θεϊκές πραγματικότητες), θεμελιώνουν το μέλλον του;

      Πως μπορεί, αποφεύγοντας τον βερμπαλισμό, να κάνει ουσιαστικό / εποικοδομη­τικό έργο, έχοντας εναντίον του όλες αυτές τις «συμβάσεις» της σύγχρονης ζωής;

      'Έργο επίσης επίπονο και σκληρό.

      4. Τέλος, πως μπορεί να μειωθεί ο κατηχητισμός ή διδακτισμός, χωρίς να προδοθεί ο πυρήνας της Ορθοδόξου Πίστεως; Σε ποιο βαθμό το μάθημα μπορεί να γίνει Επιστημονικό (και δικαιούται η θεολογία να έχει και τέτοια διάσταση) χωρίς να συσκοτίζει την Αποκαλυφθείσα Αλήθεια;

      Μήπως ο θεολόγος / εκπαιδευτικός χρειάζεται και εδώ να δημιουργεί (ή να επινοεί μεθόδους), κάτι που τον φέρει έξω από τα μέτρα του αυτονόητου και άρα τον φέρει αντιμέτωπο με την ίδια την προσωπική του συγκρότηση; Γιατί εάν ο Μαθηματικός λ.χ μπορεί και διδάσκει στην ύλη του, άσχετα με το τι είναι ο ίδιος, ο Θεολόγος δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο χωρίς συνέπειες για την αποτελεσματικότητα του έργου του. Η προσωπική μέθεξη του Θεολόγου στα περιεχόμενα του είναι το ιδιάζον της θρησκευτικής διδαχής, σε όλες τις εποχές.

      5. Και όλα τα παραπάνω συνοψίζονται στο αίτημα να μην εγκαταλειφθεί η διαλεκτική πορεία κόσμου - εκκλησίας, στις δυνάμεις εκείνες που θέλουν να οικειοποιηθούν τους νέους (αλλά και όλους γενικά τους ανθρώπους), προς μια κατεύθυνση αδιέξοδη κατά τους ορθώς πιστεύοντας: κατεύθυνση που θα φαίνεται μεν ότι γίνεται προς «το καλό τους» (π.χ να μορφωθούν, να «πετύχουν» στη ζωή, να καταναλώνουν, να ακολουθούν τους «γόητες» της υλιστικής κοσμοθεώρησης, να ακολουθούν παθητικά  τη μόδα κλπ), στην ουσία δε θα συμπνίγουν μέσα τους την κλίση (και κλήση του Θεού) προς την θεϊκή βασιλεία.

      Γιατί τελικά «τι ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδίσει τον κόσμον όλον, ζημιωθεί δε την ψυχήν αυτού»; Και μόνον αυτή η ευαγγελική φράση, αρκεί για να δείξει σε όλους τους «σύγχρονους» ότι η «νομιμοποιητική βάση» του θρησκευτικού νοήματος, έχει την ίδια ηλικία με την Ενσάρκωση του Λόγου, της πηγής όλων των ανθρώπινων λόγων. Και (γιατί όχι;) έχει την «ηλικία» της αιωνιότητας, για όλους όσους αποδέχονται «εν πίστει» το μυστήριο της ευσέβειας.

ΑΞΟΝΕΣ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ

α)

      Θα εκκινήσουμε από το σημείο της καθιέρωσης από τη Νεοτερικότητα μιας «κοσμικής κουλτούρας», η οποία διαδέχθηκε και αντικατέστησε τα καταρρέοντα στη Δύση θρησκευτικά κοσμοείδωλα. Η κουλτούρα αυτή δεν είναι προνόμιο μόνο των διανοούμενων, αλλά διαχέεται στο σώμα της κοινωνίας, μέσω της έκρηξης των επικοινωνιών κυρίως όμως μέσω της Παιδείας.

      Η «Νεωτερική συνθήκη» πλήττει άμεσα τον πυρήνα της ορθοδόξου Διδαχής και μας είναι γνωστό στην πράξη πόσες δυσκολίες απαιτούνται για να έρθει ο ευαγγελικός λόγος σε συνάφεια με νοοτροπίες και κοσμοθεωρίες που έχει επιβάλλει η Νεωτερικότατα. Η Πατερική σκέψη λ.χ. ανάγεται σε ξεπερασμένο - μυθικό κοσμοείδωλο και υποτιμάται ο ρόλος της, ως αυθεντικής ερμηνείας της Αποκαλύψεως.

           Λησμονείται εδώ πως η βίβλος (η Ανάγνωσή της) προϋποθέτει μια μυστικο-ασκητική ενόραση της Δημιουργίας (κόσμος - άνθρωπος), η οποία δίδεται «εν τη εκκλησία»,με το φως του Αγίου Πνεύματος, οπότε η ανθρωπομορφικήγλώσσα της Γραφής και τα σημαινόμενά της ερμηνεύονται ορθώς απ' όσους ανυψώνονται πάνω από τον κόσμο της ύλης. Η επιστήμη συνεπώς είναι ένα σκαλοπάτι που οδηγεί στη θεογνωσία, μόνο και εφ' όσον ο άνθρωπος ακολουθήσει την Ευαγγελική οδό της «εσωτερικής καλλιέργειας».

   Δεν θα πρέπει να νομίζουν οι νέοι ότι υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στην πίστη και την επιστήμη και εδώ οφείλει να αξιοποιηθεί η δια-θεματική προσέγγιση του θέματος με σημείο εκκίνησης τα μυστικο-ασκητικά πατερικά έργα που μιλάνε για τον κόσμο και τον άνθρωπο σε συνάρτηση με τα πορίσματα της σύγχρονης επιστήμης (Φυσικής, Αστρονομίας, Βιολογίας κ.λ.π.).Με την απόπειρα μιας «Νέας Σύνθεσης» νομίζουμε ότι είναι δυνατόν να ξεπεραστούν πολλές «προσκλήσεις» της Νεωτερικότητας.

   Θα μπορούσε βέβαια εδώ να αντιτείνει κάποιος πως δεν χρειάζεται ορθοδόξως να ασχοληθούμε με την επιστήμη ή τη φιλοσοφία , διότι αυτές εργάζονται με «άλλες μεθόδους και εργαλεία», οπότε τα περιεχόμενά τους δεν αφορούν τη θεολογία. Αυτό είναι αλήθεια στο κέντρο που αφετηρία της Ορθ. Θεολογίας είναι η Θεία Αποκάλυψη (ως γραπτώς διατυπωθείς ένθεος λόγος) και όχι ο ανθρώπινος λόγος της επιστήμης ή η φιλοσοφία.

      Κρίνοντας όμως τα πράγματα από την οπτική της «απολογητικής λειτουργίας» της θεολογίας, προς άσκησιν εσωτερικής Ιεραποστολής, δεν μπορεί κανείς να συμφωνήσει με την αγνόηση του γνωστικού περιβάλλοντος, εντός του οποίου κινείται και ο σημερινός μαθητής.

      Και κατά δεύτερο λόγο, υπάρχει το προηγούμενο (ως κανόνας της πλέον) των Πατέρων της Εκκλησίας, που για να διαλεχτούν με τον άνθρωπο της εποχής τους, προσέλαβαν την κουλτούρα του (με την Παύλεια έννοια: «τοις πάσι τα πάντα γέγονα», άρα και του γνωστικούς ως γνωστικός) για να την μεταμορφώσουν «ἐν θεῷ» και να την κερδίσουν στο Ευαγγέλιο.

β)

       Ο άλλος σημαντικός «άξονας αναβάθμισης» του θρησκευτικού μαθήματος αφορά την ανταπόκριση του περιεχομένου και σε παιδαγωκικοψυχολογικές απαιτήσεις της νεανικής ηλικίας. Είναι γεγονός ότι η προσφερόμενη υλη δεν έχει παρακολουθήσει σημαντικές εξελίξεις στον χώρο των διαφόρων φάσεων της παιδαγωγικής πράξης, που θα μπορούσαν να την καταστήσουν περισσότερο αφομοιώσιμη, σε συνάφεια με συγκεκριμένες αναζητήσεις ορισμένου σταδίου της ηλικίας των νέων.

      Σημαντικό μέρος της ύλης του λυκείου καθίσταται ανενεργό, μέσα στις υπάρχουσες συνθήκες σου σχολείου, όπου εκτός των άλλων υπάρχει και το φορτίο των άλλων σχολικών μαθημάτων (εκτός του φορτίου της «Θρησκευτικής αδιαφορίας», ως τυπικό γεγονός της σημερινής Ζωής), στα οποία θα πρέπει ο μαθητής να ανταποκρίνεται.

      Οι θεολόγοι δεν έχουμε επιδοθεί σοβαρά στην προσπάθεια να ανακαλύψουμε τι είναι το σημαντικό σε κάθε φάση της ζωής των μαθητών μας, καθηλωμένοι ακριβώς μόνο στο «Αντικείμενο» της διδασκαλίας και αγνοώντας σε μεγάλο βαθμό το υποκείμενο και τις «προσλαμβάνουσες» του.

      Εσχάτως τούτο έχει γίνει αντιληπτό και όντως γίνονται προσπάθειες να εναρμονιστεί η ύλη με τις εμπειρίες και τα βιώματα του μαθητή, σε κάθε φάση της ψυχο-πνευματικής του ανάπτυξης και να υπάρξει διάλογος του περιεχομένου των θρησκευτικών με τις υπαρξιακές του -έστω- ανάγκες. Χρειάζεται όμως ακόμη περισσότερη δουλειά για να καρποφορήσουν οι όποιες ενέργειες προς αυτή την κατεύθυνση και να μπορεί ο θεολόγος να βρίσκει «σημεία επαφής» με τους εφήβους, για να μεταγγίσει δυναμικά «ρήματα ζωής», «εν αγάπη και ελευθερία».

      Για το λόγο αυτό μπορούμε έχοντας στα χέρια μας τα βιβλικά, Πατερικά και Λειτουργικά κείμενα, να καταρτίζουμε ύλη σε συνάφεια με τη δυνατότητα αφομοίωσής της από το μαθητή και εσωτερικής του ανταπόκρισης.

      Πρέπει να ρωτάμε συχνά:

1.     Από ποιό σημείο αρχίζουμε και πως προχωρούμε στη συνέχεια;

2.     Πως μπορούμε να χτίσουμε ένα συνεκτικό πλαίσιο μαθημάτων «σύστοιχο» με την ηλικία και τις προσλαμβάνουσες των μαθητών μας.

3.     Μήπως είναι χρήσιμο να δίνουμε στους νέους περιθώριο «αυτενέργειας", χωρίς αρχικά να παρεμβάλουμε τις δικές μας ερμηνείες ή γνώσεις;

4.     Μήπως μπορούμε να διαχωριστούμε κείμενα Πατέρων, με έναν τρόπο «παιδαγωγικά συμβατό» με νεότερα πορίσματα της επιστήμης της Αγωγής;

5.     Πως μπορούμε να επιτύχουμε Θεανθρώπινη παιδαγωγία εκτυλίσσοντας στους νέους μας μια εκλαϊκευμένη αφηγηματική, Απολογητική, η οποία αβίαστα θα τους οδηγεί να διαπιστώσουν μόνοι τους τις συμπληγάδες της νεωτερικότητας.

6.     Πως θα μπορούσαν, στα πλαίσια αυτά, οι βιβλικές παραβολές λ.χ. να αποκτήσουν τα σύγχρονα αντίστοιχά τους (αφού αυτές έχουν ληφθεί από τον κοινωνικο-πολιτισμικό περίγυρο του Κυρίου), «ανάγοντας» τους νέους από την ανθρώπινη / φυσική πραγματικότητα προς την υπερβατική;

7.     Τέλος, πως θα μπορούσε να υπάρχει «διάκριση επιπέδων» διδασκαλίας, ανάλογα με την δεκτικότητα των μαθητών , χωρίς να διασπάται η εσωτερική ενότητα του περιεχομένου των θρησκευτικών, κατά το παράδειγμα του Κυρίου ο οποίος γνώριζε σε ποιούς και με ποιό τρόπο να μεταδώσει τους λόγους του.

      Οι οποιεσδήποτε προτάσεις όμως, για να μη μένουν ανενεργές (ως αιτήματα διατυπωμένα στο χαρτί ή στον προφορικό λόγο) χρειάζεται να προχωρήσουν στην επεξεργασία εκ μέρους των θεολόγων ορισμένων «προτύπων Μαθημάτων», τα οποία θα δείχνουν ότι είναι αποτέλεσμα «δημιουργικής συνθέσεως». Αυτά τα μαθήματα (σταδιακά) θα μπορούν να περνάνε στη σχολική τάξη και να δοκιμάζεται η αποτελεσματικότατά τους σε συνάφεια με την εφαρμογή σύγχρονων διδακτικών και παιδαγωγικών προτύπων/μεθόδων.

γ) Ανθρωπιστική Διάσταση Μαθημάτων

      Δεν πρέπει να αγνοούμε ότι το Μάθημα των Θρησκευτικών δικαιούται να «πρωτοστατεί» στην καλλιέργεια Ανθρωπιστικής Παιδείας εντός του σχολικού περιβάλλοντος, εφ' όσον έχει όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να το κάνει αυτό.

Είναι μεγάλη απώλεια για την Ορθόδοξη Θεολογία το γεγονός ότι η Νεωτερικότητα διεκδίκησε και οικειοποιήθηκε το μήνυμα του σεβασμού προς τον πλησίον και των δικαιωμάτων του, ταυτόχρονα με την απώθηση της Υπερβατικής του πηγής, του Ζώντος Θεού δηλαδή.

   Η ιστορία όμως και η πείρα έχει αποδείξει ότι η απώλεια της Υπερβατικής Πραγματικότητας, οδηγεί σε απώλεια και τον δυναμισμό του ήθους, το οποίο έχει εμπνεύσει αρκετά συχνά μεγάλα και σημαντικά για την ανθρωπότητα. Υποστηρίζουμε ότι το μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει δικαιωματικά να τεθεί επί κεφαλής των Ανθρωπιστικών μαθημάτων στην εκπαίδευση σε συνδυασμό με ενδεχόμενη «ενίσχυση» τους στο πλαίσιο του Νεοελληνικού Σχολείου.

     Και τούτο μπορεί να γίνει διότι η Νεωτερικότητα νομίζουμε ότι έχει πει τον τελευταίο της λόγο πάνω στα πνευματικά, κοινωνικά και υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου, ώστε μόλις που χρειάζεται να υπογραμμιστεί ότι μόνο Θεανρώπινη Παιδεία (άνοιγμα - σχέση με το Θεό], υπάρχει έξοδος από οποιονδήποτε ηθικό τέλμα των κοινωνιών μας. Διότι ο Χριστός είναι ο αυτός «χθες και σήμερον και εἰς τους αἰώνας».

      Ο Δυτικός άνθρωπος προσπάθησε (αφού απέρριψε το γεγονός ότι μπορεί να αναπτυχθεί «εν τω Θεώ») να θεωθεί μέσω της επιστήμης, της τεχνικής,  της πολιτικής, της οικονομίας και της κοσμικής εν γένει κουλτούρας, αλλά μέχρι τώρα δεν έπαυσε να αναζητεί το πατρικό σπίτι. Πως μπορούμε λοιπόν εμείς οι ορθόδοξοι να αρνηθούμε το θησαυρό της πίστης μας, θέλοντας να διαλυθούμε α' αυτή την κουλτούρα, τη στιγμή που υφίσταται κρίση ο ίδιος ο Δυτικός πολιτισμός, με όλους τους ανθρωπισμούς του;

      Είναι καιρός να εμβαθύνουμε με περισσότερη ενάργεια στο θέμα, κρατώντας αναμμένο το φως που απορρέει από τον Ζωοφόρο τάφο του Κυρίου, για να διαμηνύσει στον κόσμο την μόνη αληθή ελευθερία, που πραγματώνεται «εντός» του Μυστηρίου της αληθούς πίστεως. Και αυτό το φως να το θέλουμε να υπάρχει και στο χώρο της Παιδείας.

δ) Συγκρητιστικός σχετικισμός

      Αναδιάρθρωση μαθήματος δια της μεταπτώσεώς του σε συγρητιστικό σχετικισμό, που στην πραγματικότητα θα είναι καλλυμένη η φανερή θρησκειολογία (επιστημονικού τύπου), θα μας έδινε έναν διαφορετικό τύπο «Θεολογίας», απομακρυσμένο από τις πληγές και «κομμένο και ραμμένο» στα μέτρα του εκκοσμικευθέντος ανθρώπου και της μοντέρνας εποχής. Ασφαλώς τότε το μάθημα θα γινόταν συμβατό με τον χαρακτήρα του σύγχρονου σχολείου, θα έχανε όμως την «υπαρξιακή» του διάσταση (ως ομολογιακού - αν και ο όρος αυτός δεν είναι ακριβής, προκειμένου περί της ορθοδόξου πίστεως) και θα περιέπιπτε σε άκαρπη γνωσιολογία - ένα ακόμη «φορτίο» για τον σημερινό μαθητή.

      Είναι δυνατόν στοιχεία Θρησκειολογίας, Ιστορίας, Πολιτισμού κοινωνιολογίας ή ψυχολογίας να ενσωματωθούν στην ύλη των Θρησκευτικών, υπό την προϋπόθεση της ενιαίας θεωρήσεως, υπό το φως του ένθεου λόγου - κριτήριο πάσης πραγματικότητας (φυσικής και ιστορικής). Κάτι τέτοιο θα ήταν επιθυμητό σε ορισμένα όρια - τακτική άλλωστε που χρησιμοποίησαν στο παρελθόν οι Άγιοι Πατέρες.

     Μετατροπή όμως του μαθήματος σε θρησκειολογία, υπό την έννοια της σχετικοποίησης της «εν θεώ» Αποκαλύψεως θα είναι μια δυσάρεστη εξέλιξη, στην οποία δεν θα πρέπει να συναινέσουμε εμείς οι θεολόγοι.

      Διότι, ενδεχομένως, καλόπιστες προτάσεις που στοχεύουν στην επίτευξη συμβατότητας των θρησκευτικών με τον Γνωσιοκεντρικό χαρακτήρα του σύγχρονου σχολείου, να χρησιμοποιηθούν προς όφελος «πονηρών στόχων» περαιτέρω υποβαθμίσεως του μαθήματος, δια της κατασκευής ενός «αόριστου νεφελώματος» λογοκοπίας, αποχωρισμένης από την Ζώσα και Ενεργό πίστη.

      Αυτή η τελευταία (η ορθή πίστη) θα προσφέρεται ίσως ως μία των αληθειών ή των δυνατοτήτων επιλογής, όπου Δόγμα και Ήθος θα σχετικοποιούνται, στο όνομα της ίσης μεταχείρισης των θρησκευτικών δοξασιών, των ιδεολογικών τύπων η άλλων ανθρωποκεντρικών ρευμάτων. Ένα τέτοιο μάθημα δεν θα είχε να προσφέρει τίποτα ουσιαστικά στους νέους, οι οποίοι σήμερα, (εκτός του ότι μπορούν να βρουν όποτε θέλουν μέσω του διαδικτύου πληροφορίες για την κάθε θρησκεία ή το ιστορικό παρελθόν της ορθοδοξίας έστω),  μετά από τόσες «απομυθοποιήσεις», νομίζουμε ότι ζητούν τα ουσιώδη της πίστεως.

      Το ξεπέρασμα της κρίσης του θρησκευτικού μαθήματος οφείλει να γίνει όχι με την «διάλυση» των περιεχομένων του στο χωνευτήρι των θρησκειών και ιδεολογιών της παγκοσμιοποιημένης εποχής μας, αλλά με προβολή των σωτηριωδών αληθειών της ένθεου Αποκαλύψεως, που απευθύνονται προς όλους τους ανθρώπους κάθε φυλής, τάξεως και ηλικίας, όλων των εποχών.

      Έτσι υπάρχει αληθινή οικουμενικότητα, στο όνομα του Ζώντος Θεού, ο οποίος μας έχει παραγγείλει να σεβόμαστε και ν' αγαπάμε κάθε άνθρωπο ασχέτως θρησκείας η ιδεολογίας, ακόμη και τους εχθρούς μας. Η ορθοδοξία δεν πρέπει να ταυτίζεται με το σκοτεινό Μεσαίωνα. Οι διανοούμενοι μας ας το καταλάβουν καλά αυτό και ας μην αντιμετωπίζουν εχθρικά ένα μάθημα, το οποίο (παρά τις αδυναμίες των φορέων του, ή τις όποιες παρεκκλίσεις του στον τρόπο εξάσκησής του) μπορεί να συμβάλει και σήμερα και πάντα στην δημιουργία υγιούς θρησκευτικής συνειδήσεως (όπως θέλει το Σύνταγμά μας, Άρθρο 16, παρ. 2)

     Δεν θα πρέπει να εγκαταλειφθεί η λαϊκή βάση της εκκλησίας, αφού όλοι οι Έλληνες γεννιούνται και πεθαίνουν και τελούν τα βασικά μυστήρια «στα όριά της», απομακρύνονται δε οικιοθελώς ή επιστρέφουν οικιοθελώς σ' Αυτήν και ουδέποτε στερήθηκαν την ελευθερία τους. Αλλά και όταν έπεσαν στη δουλεία αμαρτωλών καταστάσεων, αυτή η εκκλησία τους βοήθησε να ανορθωθούν, αυτή η εκκλησία, εν τέλει, έγινε και κιβωτός του Έθνους μας σε σκοτεινούς καιρούς, Γιατί θα πρέπει να κάνουμε παραχωρήσεις στους ενορχηστρωτές της Υποχρεωτικής (και δουλωτικής, όπως πρόκειται σύντομα να αποκαλυφθεί) Παγκοσμιοποίησης;

     Υπάρχει εν τέλει, ένα ευρύ πεδίο μελέτης για μας τους θεολόγους, το οποίο χρήζει ιδιαιτέρας προσοχής, ώστε να μη χαθεί η Μοναδικότητα της Ορθοδόξου Θεολογικής Διδαχής και η οικουμενικότητα της. Αν καταφέρουμε να ενεργοποιήσουμε αυτό το πεδίο τότε μπορούμε να ενσωματώσουμε σ' αυτό και τα διάφορα προτεινόμενα περιεχόμενα, εν είδει «σύγχρονου σπερματικού λόγου», ο οποίος θα ολοκληρώνεται εντός της ενθέου Αποκαλύψεως, προς οικοδομήν των μαθητών μας.

ε) «Αμαρτωλή θεολογία» και Πατερικό Πνεύμα

      Εάν το μάθημα των Θρησκευτικών αποκοπεί από την ορθόδοξη παράδοση και δεν αντλεί από αυτήν, εύκολα μπορεί να περιπέσει σε μια «Αμαρτωλή» Θεολογία, η οποία δεν καθοδηγεί τους ανθρώπους (εν προκειμένω τους νέους) στη σωτηρία, αλλά θα χρησιμεύει στην επιτυχία άλλων επιδιώξεων και (γιατί όχι) στη «συσκότιση» του φωτός, που ανέτειλε από το Ζωοφόρο τάφο του Κυρίου. Συνεπώς τα ερώτημα: «τι θρησκευτικό μάθημα θέλουμε»; (εάν τεθεί και έτσι το ερώτημα για αναβάθμιση) παραπέμπει και σε μία άλλη πρόταση επίσης εύλογη: «από ποιά αφετηρία εκκινούμε θέλοντας να αναβαθμίσουμε το θρησκευτικό μάθημα»;

     Ένα τέτοιο ερώτημα έχει σημασία διότι στο Δυτικό κόσμο αναπτύχθηκε (και εν μέρει έχει μεταφερθεί και σ΄ εμάς ), κυρίως δια του προτεσταντισμού μία θεολογία ως συζήτηση, γνωσιολογία και φιλοσοφικό σύστημα. Ο προτεσταντισμός «κατέβασε τη θεολογία» και την έκανε ανθρώπινο λόγο. Η θεολογία αυτή δεν ασχολείται με το τι λέγει και παραγγέλλει ο Θεός για τη λύτρωση και σωτηρία του ανθρώπου, αλλά με το τι σκέπτεται ο άνθρωπος για το Θεό.

      Η αναβάθμιση του θρησκευτικού μαθήματος, εάν κατανοείται ως συμπαράταξη με αυτή τη «Θεολογία» (ως αναζήτηση, γνωσιολογία, Φιλοσοφικό σύστημα) δεν έχει να προσφέρει κανένα όφελος στο σημερινό μαθητή, τα αισθητήρια του οποίου εστιάζουν στον πυρήνα της αληθούς πίστεως (όπως εμπειρικά έχουμε δει να γίνεται, εμείς οι θεολόγοι).

      Αναβάθμιση αληθινή θα προέλθει εάν δοθούν στους μαθητές τα κείμενα στων Αγίων Πατέρων, να τα μελετήσουν (στα μέτρα εκάστης ηλικίας), να «αντιστοιχίσουν» σ΄ αυτά τις εμπειρίες τους και σταδιακά να αφομοιώσουν την «Ένθεο Φιλοσοφία», ως οδό προς την αλήθεια, του ζώντος θεού της Αποκαλύψεως.

    Οι σκέψεις των Αγ. Πατέρων, οφείλουμε να διευκρινίσουμε υποχωρούν μπροστά στο Μυστήριο του Θεού. Δείχνουν το μέτρο που υπάρχει στην κατανόηση των Θεϊκών πραγματικοτήτων, τα «όρια του λόγου». Γιατί να μην προσφερθεί π.χ. στους μαθητές ο Α΄και Β΄ θεολογικός λόγος του Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου,  για να δουν πως σκέφτονταν ο Άγιος και πως αντιμετώπιζε τους ορθολογιστές της εποχής του και να επεκτείνουν έτσι (οι μαθητές) τη συλλογιστική του Αγ. Γρηγορίου στη σύγχρονη εποχή;

     Ή να διαβάσουν, το «περί κατασκευής του ανθρώπου» έργο του Αγ. Γρηγορίου Νύσσης, την «Εξαήμερο» του Μ. Βασιλείου, τις «Κατηχήσεις» του Αγ. Κυρίλλου Ιεροσολύμων, το «Περί Ενανθρωπήσεως του Λόγου» του Μ. Αθανασίου (για να περιοριστώ σε ορισμένα «Μείζονα» πατερικά έργα) και μέσω της ανάγνωσης (και της «αντενέργειας») να κρίνουν οι ίδιοι την αξία των Πατερικών Θησαυρών;

     Γιατί θα πρέπει τα σχολικά βιβλία να παραμένουν στο επίπεδο της ρητορικής σχετικά με την συνεισφορά των Πατέρων στον Αγώνα κατά της πλάνης και να μην έρθουν οι νέοι απευθείας σε επαφή με τον δυναμισμό των κειμένων, κάνοντας παραλληλισμό με την σκέψη του σήμερα (ας πούμε με τη λογική σκέψη της Νεοτερικότητας); Υπερασπιζόμαστε, συνεπώς, το θρησκευτικό Μάθημα σ' αυτή του τη διάσταση, η οποία δείχνει και την βασική χρησιμότητα του εντός του εκπαιδευτικού κόσμου, ο οποίος σταδιακά συρρικνώνεται στην ανθρωπιστική και θεανθρώπινη σύνθεσή του και κινδυνεύει να συμπνιγεί μέσα στην τεχνοκρατική λογική  (όπου

ακόμη και η γνώση καθίσταται «όπλο» βαρβαρότητας αρκετά συχνά).

    Μπορούμε έτσι, εμείς οι Θεολόγοι να προσφέρουμε αληθινές υπηρεσίες στους σύγχρονους νέους, μέσω ενός θεσμού σχολικού, πολύτιμου για την πρόσβαση (δικαιωμένα και από τη «μετανεοτερική» φιλοσοφία) του μηνύματος της πίστεως σε πολλαπλά επίπεδα της κοινωνίας, μέσω της εκπαίδευσης.

      Η Ορθόδοξη Διδαχή, ακόμα και ως μορφή διαπαιδαγώγησης ή ως επιστημονική επεξεργασία του δόγματος, ουδέποτε κλείστηκε στα όρια του ανθρώπινου λόγου, ούτε συνυφάνθηκε με φιλοσοφικά συστήματα - σχολαστικού τύπου.

      Κατά το παράδειγμα των Αγ. Πατέρων δύναται και η σημερινή «κατάσταση της γνώσης» να «συναιρεθεί» σε συνολική θέαση του κόσμου και του ανθρώπου, ως πραγματικοτήτων που οδεύουν προς τα έσχατα (προς το πλήρωμα τους τουτέστιν) και να αποκτήσει έτσι (η γνώση) τη δοξολογική της σημασία στο πλαίσιο της προσφοράς των σωτηριωδών αληθειών της βίβλου (αφού «Κύριος έδωκεν ανθρώποις επιστήμην ενδοξάζεσθαι ...»)

      Έτσι και η γνώση θα υπηρετεί την «οδό Θεογνωσίας», ως κλίμακα ανόδου (έστω ως πρώτη κλίμακα) προς Εκείνον που διακρατεί τα σύμπαντα στα χέρια του) ενσωματωμένης εντός της ασκητικομυστικής θεανθρώπινης φιλοσοφίας όπως έχει αποθησαυριστεί στα συγγράμματα των Αγίων. Αυτό συνεπάγεται και ένα δημιουργικό έργο εκ μέρους των θεολόγων (ίσως εκείνων που συνδιάζουν στο πρόσωπό τους και τις δύο ιδιότητες) έργο, που θα «νομιμοποιεί» τον Ορθόδοξο Χαρακτήρα του Μαθήματος (και ως απαίτηση γνωσιολογική) στα πλαίσια μιας νέο-απολογιτικής οδού, εντός της σύγχρονης ελληνικής παιδείας και των απαιτήσεων της.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η υπεράσπιση του θρησκευτικού μαθήματος και της νομιμότητας του εντός του σύγχρονου σχολείου χρειάζεται να κινηθεί προς δύο κατευθύνσεις - αλληλοσυμπληρούμενες:

1. Την κατεύθυνση των εσωτερικών του δεσμών με την θεανθρώπινη παιδεία (μορφωτικό ιδεώδες) και

2. Την κατεύθυνση της συμφωνίας του με τους πολιτειακούς νόμους, οι οποίοι ορίζουν και καθορίζουν το ευρύτερο πλαίσιο εντός του οποίου ασκείται η προσφερόμενη από το κράτος αγωγή των πολιτών του.

      Το ποιά μορφή θα έχει στο μέλλον το Μάθημα θα εξαρτηθεί από τη διάθεση «συνεργίας» μας στον επανευαγγελισμό της παιδείας (εάν αυτό όντως είναι και θέλημα του Θεού), αλλά και από τη διάθεση της κοινωνίας μας να ακούει και να υπακούει στο Δημιουργό και ανακαινιστή των πάντων Κύριο (Εάν η αποστασία δεν έχει γίνει οριστική ρήξη των δεσμών με τη Ζωοποιό Αλήθεια), «εν πορεία» προς την Βασιλεία.

Κων/νος Γ. Παπαγεωργίου

Θεολόγος/ εκπαιδευτικός

Πρόεδρος παραρτήματος

 

Π.Ε.Θ. Ν. Αργολίδας.

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration