Ζωηφόρος

Ήρωες του αγώνα που έφυγαν πικραμένοι

Έδωσαν τα πάντα στην Ελλάδα κι αυτή τους περιφρόνησε.

 

Σχεδίασαν, οργάνωσαν, πολέμησαν, έδωσαν όλη τους τη ζωή για την απελευθέρωση της πατρίδας, αλλά ελάχιστοι από τους ήρωες της επανάστασης του 1821 δεν έφυγαν από τη ζωή πικραμένοι. Η σημερινή αναφορά στις τελευταίες στιγμές κάποιων, ελάχιστων, αγωνιστών της σημερινής μας ελευθερίας μας κάνει να προβληματιστούμε για το αν η κακοδαιμονία του νεοελληνικού κράτους στηρίζεται στο πικρό τέλος εκείνων που το ανέστησαν...

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ

Ο μπροστάρης της ελευθερίας

Γιος Φαναριώτη ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας, πρίγκιπας και υποστράτηγος του τσαρικού στρατού, αποδέχθηκε με πατριωτικό ενθουσιασμό το ρόλο του αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας, βοηθώντας οικονομικά και αξιοποιώντας όλες του τις γνωριμίες για την ευόδωση του εθνικού στόχου. Ύψωσε για πρώτη φορά τη σημαία της ανεξαρτησίας στη Μολδοβλαχία στις 24 Φεβρουαρίου του 1821, αλλά μετά την ήττα του στη μάχη του Δραγατσανίου, στις 7 Ιουνίου του ίδιου έτους συλλαμβάνεται για τη δράση του από τους Αυστριακούς και κλείνεται στις μεσαιωνικές φυλακές του Μπούγκατς. Παρότι στον υγρό αυτό τάφο η υγεία του ευγενούς και μελαγχολικού Αλέξανδρου Υψηλάντη κλονίζεται ανεπανόρθωτα, ακόμα και τότε μοναδικό του μέλημα αποτελούσε η επικράτηση της Επανάστασης, όπως φαίνεται από επιστολή προς τον αδελφό του Δημήτριο: «Πεθαίνω, αλλά η αγαπημένη μου Πατρίς σώζεται. Ο εχθρός αυτής εταπεινώθη. Οι δε συμπολίται μου θέλουσιν εκδικηθή μέχρι τέλους την τυραννίαν τούτου. Μόνην λύπην αισθάνομαι, ότι δεν ηυτύχησα να εναγκαλισθώ πάλιν εκείνους μεθ' ων πολέμησα δια την πατρίδα μου». Η ηρωική του στάση συγκινεί τον τσάρο, ο οποίος με τη σειρά του πιέζει και καταφέρνει να αλλάξει την αρνητική στάση του Μέτερνιχ απέναντι στην Ελλάδα. Ο Υψηλάντης απελευθερώνεται από τη φυλακή, αλλά όχι και η υγεία του από τις συνέπειες της. Πεθαίνει στις 28 Φεβρουαρίου 1828 και 136 ολόκληρα χρόνια μετά γίνεται πραγματικότητα η τελευταία του επιθυμία. Το 1964 μεταφέρεται η καρδιά του στην απελευθερωμένη πλέον Ελλάδα, όπου και φυλάσσεται μέχρι σήμερα στο ναό του Αμαλιείου Ορφανοτροφείου, ενώ τα λείψανα του μεταφέρονται στο   Ναό των Αγίων Ταξιαρχών στο Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα. 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ

Ελληνικά χέρια τον γκρέμισαν από την Ακρόπολη

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ οπλαρχηγός του Αγώνα, ο ήρωας στο Χάνι της Γραβιάς, απογοητευμένος από τις πολιτικές έριδες και διαμάχες, αποσύρεται σε χωριό του Παρνασσού. Εκεί συλλαμβάνεται από κυβερνητικές δυνάμεις του Γιάννη Γκούρα και φυλακίζεται σε σπηλιά της Ακρόπολης στη δεξιά πλευρά της εισόδου των Προπυλαίων και τα ξημερώματα της 5ης Ιουνίου βρίσκεται νεκρός πεσμένος κάτω από τον Ιερό Βράχο. Η «Εφημερίδα των Αθηνών» θα γράψει τις επόμενες ημέρες ότι ο Ανδρούτσος σκοτώθηκε στην προσπάθεια του να δραπετεύσει, όταν έσπασε το σκοινί, αλλά δεν καταφέρνει να κρύψει το μίσος της εναντίον του: «Αλλά η θεία δίκη, προλαμβάνουσα φαίνεται τους ολέθριους σκοπούς του ανθρώπου τούτου δια την πατρίδα, ωκονόμησε προτού να φτάση ακόμα εις τα μέσα του πύργου καταβαίνοντας και σπα η τριχιά εκείνη, και πίπτει ο άθλιος επάνω εις λιθόστρωτον έδαφος της Απτέρου Νίκης, θύμα ελεεινόν της κακοβουλίας και πανουργίας». Η ιατροδικαστική έκθεση κάποιου Ιταλού γιατρού αποτελεί μνημείο γελοιότητας. Όλοι γνωρίζουν ότι ο Ανδρούτσος δολοφονήθηκε και η απόδειξη θα έρθει αρκετά χρόνια μετά, από το δεσμοφύλακα του Κωνσταντίνο Καλαντζή, ο οποίος είδε κρυμμένος τι έγινε μετά την αλλαγή βάρδιας του. Τέσσερις άνδρες με επικεφαλής το πρώην πρωτοπαλίκαρο του Γιάννη Γκούρα μπήκαν ξημερώματα στο κελί και ο ίδιος τους αποκρίθηκε:

«Ωρέ, ξέρω καλά ποιος σας έστειλε και γιατί ήρθατε τέτοια ώρα εδώ μέσα. Αυταίς εδώ τις σαπιοκοιλιές δεν τις συνερίζομαι, μα, συ μωρέ Γιάννη, γιατί;». Αφού ο σιδηροδέσμιος Ανδρούτσος δολοφονήθηκε, το πτώμα του πετάχτηκε στο κενό ώστε να φανεί σαν αποτυχημένη απόδραση. Η κηδεία του την επόμενη ημέρα, κατά τον Καλαντζή, ήταν «...πολύ καταφρονεμένη και χειρότερη και του τελευταίου καταδίκου».

ΜΑΝΤΩ ΜΑΥΡΟΓΕΝΟΥΣ

Έφυγε από τη ζωή φτωχή και λησμονημένη

Έφυγε και αυτή από τη ζωή, πικραμένη, φτωχή και λησμονημένη από την πατρίδα, για την ελευθερία της οποίας διέθεσε όλη την τεράστια περιουσία της, μέχρι και τα κοσμήματα της. Ενδεικτική της πίκρας της είναι η επιστολή που έστειλε στο βασιλιά Όθωνα, τμήμα της οποίας διαβάζουμε παρακάτω: «Μεγαλειότατε! Μέχρι σήμερον δεν είδον ούτε βραβεία ούτε χρηματική αποζημίωση ούτε και γην, παρά μόνον μια μικρήν σύνταξι. Η γραμματεία μ' εθεώρησεν ως χήραν γυναίκα ή ως απόμαχον, αλλά η υποφαινόμενη, Μεγαλειότατε, ούτε απόμαχος ήμουν ποτέ, αλλ' ούτε υπανδρεμένη δια να είναι δυνατόν να κατασταθώ χήρα. Η γραμματεία έπρεπε να με θεώρηση ως αγωνισαμένην προσωπικώς κατά των εχθρών της πατρίδος, ως θυσιάσασαν στρατιώτας και εκστρατεύσασαν κατά των εχθρών της πατρίδος και επληρώσασαν καθήκοντα στρατιωτικά, κατά τε ξηράν και θάλασσαν, και τότε, βέβαια, δεν ήθελεν εξοκείλη εις το μέγα λάθος του να με εκλάβη ως χήραν ή ως απόμαχον. Έπρεπε να στάθμιση την βασιλικήν Δικαιοσύνην με τας εκδουλεύσεις και θυσίας μου και τότε, αν δεν μου ανήκε στρατιωτικός βαθμός, καθ' ο γυνή, να μοι δοθή τουλάχιστον το ανήκον μου Αριστείον».

ΑΝΤΩΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Οι πρόκριτοι της Ύδρας επέβαλαν τη δολοφονία του

Πλοίαρχος της Ύδρας, ο οποίος από τη στιγμή που μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία μετατράπηκε σε φλογερό αγωνιστή της απελευθέρωσης της πατρίδας. Σήκωσε πρώτος τη σημαία της Επανάστασης στην Ύδρα, ξεσηκώνοντας τους κατοίκους της, καλώντας τους να προσφέρουν ζωή και ιδιοκτησία στον εθνικό αγώνα: «Όσοι έχετε καράβια, μικρά και μεγάλα, αρματώσατε τα και ενωθήτε με τον ελληνικόν στόλον, όπου συγκροτείται υπό τας ναυτικός δυνάμεις των Υδραίων, των Σπετσιωτών, των Ψαριανών. Μη δειλιάσετε, απόγονοι του Μιλτιάδου και του Θεμιστοκλέους, μη φανήτε ανάξιοι της ελευθερίας. Ο πόλεμος γίνεται δια την πίστη και την πατρίδα. Δεν πρέπει να λυπηθήτε μήτε άσπρα, μήτε κορμιά, μήτε κανένα άλλο πράγμα, δια να κερδίσετε την ζωήν και την ελευθερίαν. Τώρα είναι καιρός εις τον οποίον όστις θέλει να σώσει την ψυχή του, πρέπει να την απολέση». Δυσκολότεροι αντίπαλοι από τους Τούρκους θα αποδειχθούν για τον Οικονόμου οι πρόκριτοι του νησιού, που, βλέποντας στη λαϊκή αποδοχή του τον κίνδυνο να χάσουν την πολιτική και οικονομική εξουσία του νησιού, επιχειρούν να τον δολοφονήσουν, αναγκάζοντας τον να καταφύγει με καΐκι στον επαναστατημένο Μοριά. Εκεί, μετά την άρνηση των Υδραίων καπετάνιων να ενισχύσουν τον αγώνα με χρήματα και πλοία, οι Μοραΐτες εξαναγκάζονται να περιορίσουν τον Οικονόμου σε μοναστήρι των Καλαβρύτων. Όταν ο τελευταίος δραπετεύει για να παρευρεθεί , στην Α' Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, οι πρόκριτοι της Ύδρας στέλνουν τελεσίγραφο στον Δημήτριο Υψηλάντη:  Ή ο Οικονόμου ή εμείς: «Η ημετέρα εκλαμπρότης ημπορεί να συσκεφθεί μυστικώς μετά των ημετέρων πρέσβεων περί του πώς να επιτευχθεί το ποθούμενον. Χωρίς όμως αυτό, ημείς το λέγουμιν πάλιν, η Ύδρα έχασε το παν και η Ελλάς έχασε δια παντός την Ύδρα». Ο Υψηλάντης αποδέχεται τον εκβιασμό και στέλνει απόσπασμα που αρχικά συλλαμβάνει και εν συνεχεία δολοφονεί τον Οικονόμου, πριν προλάβει να επέμβει ομάδα διακοσίων παλικαριών που έστελνε ο Κολοκοτρώνης για να τον διασώσει.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΟΥΤΣΟΣ

Διώχθηκε άγρια γιατί ασκούσε κριτική

ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΙ πεζογράφος, σατιρικός ποιητής, αλλά πάνω από όλα φλογερός πατριώτης, έχασε τον αδελφό του στη μάχη του Δραγατσανίου, προπαγάνδισε τα εθνικά δίκαια στο εξωτερικό, αλλά κυνηγήθηκε και φυλακίστηκε πολλές φορές μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, πληρώνοντας βαρύ τίμημα για τη σκληρή κριτική που ασκούσε στους πάντες. Ενδεικτικά έγραφε για τη βαυαροκρατία: «Αποφράς ημέρα, καθ' ην οι Βαυαροί συνέρρευσαν εις την ταλαίπωρον Ελλάδα! Απερρόφησαν τον χυμόν της αναβλαστήσεώς της, δεν έφερον τέχνας, δεν έφερον επιστήμας, δεν ωργάνισαν τακτικόν στρατόν, δεν ωργάνισαν τακτικόν ναυτικόν, δεν συνέστησαν δανειστικήν βιβλιοθήκην, δεν διένειμον την εθνικήν γην. Θύρσιε! Θύρσιε! μας ηπάτησες». Το ελληνικό κράτος τον «ανταμείβει» πάλι το 1859 με την τελευταία πενταετή κάθειρξη για εξύβριση και χλευασμό «...του ιερού προσώπου του ηγεμόνος και της κυβερνήσεως». Η δικαίωση του αντιμοναρχικού αγώνα με την έξωση του Όθωνα το 1862 τον βρίσκει ελεύθερο, αλλά με κατεστραμμένη υγεία από τις κακουχίες. Στο τελευταίο γράμμα προς τον αδελφό του τον Ιούλιο του 1863 από νοσοκομείο της Σμύρνης όπου νοσηλεύεται, μνημονεύει πάλι την πατρίδα που τον φυλάκιζε: «Φίλτατέ μου, αδελφέ Παναγιώτη. Τετέλεσται... γράφω σοι δι' ύστατην φοράν... Απέρχομαι εις τας αιώνιους σκηνάς όθεν θέλω ικετεύει τον Θεόν δια την Ελλάδα».

ΠΑΛΑΙΩΝ ΠΑΤΡΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΣ

Δηλητηριάστηκε με καφέ από πολιτικούς αντιπάλους

ΜΕΛΟΣ και αυτός της Φιλικής Εταιρείας, συμμετείχε ενεργά στην προετοιμασία της Επανάστασης, ενώ αμέσως μετά την κήρυξη της παίρνει εντολή από την Α' Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου να βρεθεί στην Ιταλία προς αναζήτηση βοηθείας και ενημέρωση των ευρωπαϊκών χωρών. Επιστρέφοντας στην Πελοπόννησο, τον Ιούλιο του 1824, βρίσκεται στο επίκεντρο ενός εμφυλίου πολέμου μεταξύ αντιμαχομένων οπλαρχηγών. Παρότι αρνείται να πάρει θέση στην εμφύλια διαμάχη, συλλαμβάνεται από στρατιωτικό απόσπασμα του Γιάννη Γκούρα στη Μονή Χρυσοποδαρίτισσας, στην οποία έχει αποτραβηχτεί. Του παίρνουν όλα τα λεφτά και τα άμφια, οδηγείται σιδηροδέσμιος και πεζός σε πορεία κακοποίησης και εξευτελισμού, αλλά καταφέρνει να στείλει κρυφά γράμμα προς την κυβέρνηση Γεωργίου Κουντουριώτη: «Αίφνης σήμερον ήλθον τινές στρατιώται του Γκούρα και με ήρπασαν ως κατάδικον. Αν είναι διαταγή της κυβερνήσεως -καθότι τοιαύτη δεν μοι επαρουσιάσθη- ή του Γκούρα, ας γράψη προς τούτον να με αφήση να έλθω αυτόσε, ίνα απολογηθώ, αν έσφαλα κατά τι. Ειδεμή ας με αφήση ελεύθερον». Πράγματι αφήνεται ελεύθερος, αλλά λίγους μήνες μετά πεθαίνει ξαφνικά στις 30 Μαΐου 1826, με επίσημη αιτία θανάτου τον εξανθηματικό  τύφο. Ο Γ. Ι. Παπούλιας, αρκετά χρόνια μετά, θα αναφέρει ως αιτία θανάτου τη δηλητηρίαση μέσω ενός φιλικού του καφετζή, ο οποίος δολοφονήθηκε λίγο καιρό μετά. Ενισχυτικό αυτής της άποψης είναι το γεγονός ότι, κατά τον Παπούλια, το τυφλό μίσος των αντιπάλων του τους οδήγησε να επιχειρήσουν να ατιμάσουν ακόμα και την κηδεία του: «Γενομένου λόγου περί της κηδείας αυτού ως Προέδρου της Εθνοσυνελεύσεως, καθ' ο δε και αρχιερεύς, κατά τας δια τους τοιούτους εκκλησιαστικά έθιμα, να κηδευθή εις τον καθεδρικόν ναόν του εν Ναυπλίω Αγίου Γεωργίου, πολλοί τινές, φθονερώς προς αυτόν και δυσμενώς δι' αντιπολίτευσιν διακείμενοι, κατέκριναν και εμπόδιζαν τούτο και άλλοι ηδιαφόρουν, ώστε εκινδύνευσε να στερηθή ο νεκρός αυτού της επιταφίου εκείνου συνήθους εκκλησιαστικής τιμής και η κοινή γνώμη να προσβληθή».

Κωνσταντίνος Μπορδόκας

Από την εφημερίδα «Τύπος της Κυριακής» Σάββατο 23 – Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

 

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration