Ζωηφόρος

Το Κρυφό Σχολειό, Μύθος ή πραγματικότητα; Επιμέλεια: Παναγιώτης Δ. Τσολιάς,

Το Κρυφό Σχολειό

Μύθος ή πραγματικότητα;

190 χρόνια από την επανάσταση του 1821

(Όλο το αφιέρωμα της εφημερίδας «Παρασκευή+13», 24/3/2011)

Επιμέλεια: Παναγιώτης Δ. Τσολιάς

Σε κάθε αναφορά που γίνεται στο πλαίσιο του επιστημονικού ή του δημόσιου διαλόγου νια το ρόλο της ορθόδοξης Εκκλησίας κατά την Τουρκοκρατία και την Επανάσταση του 1821, επανέρχεται το θέμα της ύπαρξης ή μη του Κρυφού Σχολειού. Πρόκειται νια έναν ιστορικό μύθο ή για μια αναντίρρητη πραγματικότητα;

Το παραπάνω ερώτημα παραμένει δύσκολο -ίσως και αδύνατο- να απαντηθεί με πειστικά και τεκμηριωμένα επιστημονικά επιχειρήματα. Παρ' όλα αυτά, η συζήτηση γύρω από αυτό το θέμα συνεχίζεται πάντα έντονη και φορτισμένη, καθότι πολλές γενιές Ελλήνων διαπαιδαγωγήθηκαν με την εικόνα των υπόδουλων προγόνων τους να εκπαιδεύονται κάτω από τη μύτη του κατακτητή με κίνδυνο της ζωής τους. Η απουσία της οποιασδήποτε αναφοράς σε ιστορική πηγή για την ύπαρξη Κρυφού Σχολειού ή για γενικευμένη απαγόρευση της ελεύθερης διδασκαλίας των ελληνικών γραμμάτων καθ' όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, δυσχεραίνει το έργο του ερευνητή. Έτσι, τους δύο τελευταίους αιώνες αναπτύχθηκαν δύο αντικρουόμενες απόψεις μελετητών. Η πρώτη θεωρεί την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού δεδομένη, ακόμα και αν δεν υπάρχουν σαφείς καταγραφές, κάτι το οποίο δικαιολογείται από το μυστικό χαρακτήρα των ιδρυμάτων. Βασισμένη στην αδιάκοπη παρουσία του κλήρου στην εκπαίδευση κατά την Τουρκοκρατία και αξιοποιώντας παραίστορικές πηγές, ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί επ' ουδενί ένα ψεύδος να αποτελέσει συλλογική μνήμη ενός λαού. Η άλλη μερίδα το χαρακτηρίζει έναν ιστορικό μύθο και εντάσσει τη σχετική θεωρία στα ιδεολογήματα που χρησιμοποιήθηκαν από την εθνική ρητορική μετά την ίδρυση του ελεύθερου ελληνικού κράτους, προκειμένου να στηριχθεί η Μεγάλη Ιδέα.

Η «Π+13», με αφορμή την επέτειο των 190 χρόνων από την Επανάσταση του 1821, μέσα από ένα Ι6σέλιδο αφιέρωμα στο Κρυφό Σχολειό παρουσιάζει όλες τις απόψεις, αφήνοντας, όπως πάντα, την τελική κρίση στον κάθε αναγνώστη. Οι στήλες της εφημερίδας θα είναι πάντα ανοικτές σε κάθε άποψη, για τη συνέχιση του διαλόγου.

* Ο Παναγιώτης Τσολιάς είναι δημοσιογράφος, υποψήφιος διδάκτωρ Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

***

Ιστορική παράδοση και εθνική συνείδηση

Φεγγαράκι μου λαμπρό

φέγγε μου να περπατώ

να πηγαίνω στο σχολειό

να μαθαίνω γράμματα,

γράμματα σπουδάματα,

του Θεού τα πράματα.

Αυτό το αυτοσχέδιο παιδικό τραγούδι, ιδιαίτερα διαδεδομένο κατά τπν Τουρκοκρατία και διασωσμένο σε πολλές παραλλαγές, υπήρξε η αφορμή και η βασικότερη επιχειρηματολογία για τη δημιουργία της ιδέας του Κρυφού Σχολειού, η ύπαρξη ή μη του οποίου δεν έχει ακόμα και σήμερα επαρκώς τεκμηριωθεί.

Με τον όρο Κρυφό Σχολειό χαρακτηρίζονται ανεπίσημα ελληνικά διδασκαλεία τα οποία υποστηρίζεται πως λειτουργούσαν κρυφά υπό καθεστώς απαγόρευσης κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας και τα οποία συντηρήθηκαν και στελεχώθηκαν από μορφωμένους κληρικούς και μοναχούς. Κάτι τέτοιο, βέβαια, προϋποθέτει ότι οι Οθωμανοί άσκησαν συστηματικές και απηνείς διώξεις εναντίον της ελληνικής παιδείας και ως εκ τούτου η οργανωμένη εκπαίδευση αποτελούσε καθήκον της Εκκλησίας, στο πλαίσιο της πνευματικής αντίστασης προς τον κατακτητή. Από τοπλήθος των μαρτυριών και των γραπτών πηγών όμως καθ' όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας δεν διασώζεται καμία αναφορά στην ύπαρξη κρυφών σχολείων ούτε μνημονεύεται το κλείσιμο σχολείων από τους Οθωμανούς ή η απαγόρευση δημιουργίας νέων- ούτε καν στο πλαίσιο γενικευμένων αντιποίνων μετά την καταστολή εξεγέρσεων.

Τουναντίον πολυπληθείς είναι οι αναφορές για την ελεύθερη λειτουργία όχι μόνο κατώτερων εκπαιδευτηρίων, αλλά και ανώτερων ιδρυμάτων, όπως η Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη, η Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης και άλλα σχολεία σε πολλές περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η Μεγάλη του Γένους Σχολή, το πιο λαμπρό εκπαιδευτικό ίδρυμα των Βαλκανίων για σχεδόν τρεις αιώνες, λειτουργούσε ήδη από την πατριαρχεία του Γενναδίου, λίγα μόλις χρόνια μετά την Άλωση και μάλιστα υπό την αιγίδα των σουλτάνων. Οι σπουδαστές της σχολής, οι οποίοι προορίζονταν για υψηλόβαθμα στελέχη του ορθόδοξου κλήρου ή της οθωμανικής διοίκησης, διδάσκονταν πέρα από τα «ιερά γράμματα» και φιλοσοφία, ρητορική, μαθηματικά και άλλες κοσμικές γνώσεις.

Παράλληλα, η έρευνα των ιστορικών της εκπαίδευσης μετά το 1821 σε καμία περίπτωση δεν ανέδειξε την απαγόρευση των ελληνικών σπουδών από τους Τούρκους, ούτε και την ύπαρξη Κρυφών Σχολείων. Ο εκκλησιαστικός λόγιος Μανουήλ Γεδεών αποφαίνεται πως η τουρκική κυβέρνηση «ουδέποτε εν ομαλή κατασταθεί πραγμάτων εμπόδισε την εν νάρθηξι και κελλίοις διδασκαλίαν» σημειώνοντας πως «μέχρι σήμερον ουδαμού-ανέγνω εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων βεζίρην, ή αγιάνην ή σουλτάνον εμποδίσαντα σχολείου σύστασιν ή οικοδομήν...»

Αρκετά χρόνια νωρίτερα, ο Ματθαίος Παρανίκας, στην ενδελεχή μελέτη του« Σχεδίασμα περί της τω εν τω ελληνικώ έθνει καταστάσεως των γραμμάτων από αλώσεως Κωνσταντινουπόλεως μέχρι των αρχών της ενεστώσης (ιθ') εκατονταετηρίδας» (1867), δεν κάνει την παραμικρή αναφορά σε ενδεχόμενη ύπαρξη Κρυφών Σχολείων. Αντιθέτως, παρέχει λεπτομερείς πληροφορίες για σχολεία και δασκάλους που δίδαξαν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας.

Στα ίδια πορίσματα καταλήγει και ο Τρύφων Ευαγγελίδης, ο οποίος στην κομβικής σημασίας μελέτη του «Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας» (1936) κατέγραψε ακόμα περισσότερα σχολεία, βασισμένος σε πρόσθετες πηγές στις οποίες δεν είχε πρόσβαση ο Παρανίκας. Με βάση αυτά τα δεδομένα, πως είναι δυνατόν να δημιουργήθηκε η άποψη για την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού;

***

Προς τη δημιουργία του ιδεολογήματος

Όπως προαναφέρθηκε, η παιδεία -αν και κάτω από εκκλησιαστικό έλεγχο και μέσα από αρκετές δυσκολίες- ασκείτο ελεύθερα επί Τουρκοκρατίας. Σε αυτό το αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός οφείλεται και η έλλειψη αναφορών για την ύπαρξη κρυφών σχολείων στις προεπαναστατικές πηγές. Η απελευθέρωση, όμως, δημιούργησε την ανάγκη όχι μόνο για τη δημιουργία μιας αρραγούς εθνικής συνείδησης, αλλά και για τον υπερτονισμό των στοιχείων εκείνων που θα έδιναν στους Έλληνες το ηθικό προβάδισμα έναντι των μέχρι πρότινος κατακτητών τους. Ένα από τα στοιχεία που προέκριναν τόσο οι Έλληνες λόγιοι όσο και οι φιλέλληνες της εποχής, εμφανώς επηρεασμένοι και από το πνεύμα του Διαφωτισμού, ήταν και η αφοσίωση των Ελλήνων στην παιδεία, γεγονός που χαρακτηρίστηκε το εφαλτήριο της εθνικής τους αναγέννησης. Στο πλαίσιο αυτό υπήρξε η ανάγκη να προβληθεί ως προπαγάνδα η εικόνα του Έλληνα υπόδουλου που με κίνδυνο και κόπο γνώριζε τη σοφία των προγόνων τοα. Έτσι, η πρώτη αναφορά στο Κρυφό Σχολειό γίνεται από το Γερμανό φιλέλληνα Carl Iken, ο οποίος στο έργο του Leukothea αναφέρει τα εξής για την κατάσταση της παιδείας κατά την Τουρκοκρατία; «Οι Τούρκοι εμπόδιζαν τα σχολεία αυστηρότερα και από τας εκκλησίας. Τούτο και άλλαι συγχρόνως αιτίαι εβίαζαν του Γραικούς να θεωρούν την θρησκείαν ουσιωδώς συνδεδεμένην με τα γράμματα και τα σχολεία, δια τούτο και εις μεγάλος και εις μικρός πόλεις επροσπαθούσαν με δόσιν χρημάτων και με διαφόρους τρόπους να συστένουν κοινά σχολεία κρυφίως, όπου και των πτωχών τα τέκνα ανεξόδως εδιδάσκοντο». Δεν είναι επίσης τυχαίο, όπως επισημαίνει και ο Αλκής Αγγέλου, ότι η αναφορά αυτή μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Στέφανο Κανέλλα, έναν ένθερμο πατριώτη, οπαδό του Ρήγα, ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του στην απελευθέρωση του έθνους, πεθαίνοντας στην επανάσταση στην Κρήτη. Ο Κανέλλος αλληλογραφούσε με τον Iken από το 1822, την εποχή δηλαδή που βρισκόταν στη Χαϊδελβέργη, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να ενδυναμώσει τη συμπάθεια του προς τον εξεγερμένο ελληνικό λαό. Η εμμονή στις τουρκικές διώξεις εναντίον της παιδείας ήταν από τους πλέον πρόσφορους τρόπους να τονωθεί το φιλελληνικό συναίσθημα των Ευρωπαίων.

***

Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας

Για να δοθεί μια πειστική απάντηση, πρέπει να λάβουμε υπόψη δύο σημαντικότατους παράγοντες: ο πρώτος είναι η γενική αναστάτωση και η οικονομική καθίζηση που επέφεραν η Άλωση και οι μακροχρόνιοι πόλεμοι των Οθωμανών (κυρίως εναντίον των Ενετών), προκειμένου να εδραιώσουν την εξουσία τους στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Ήδη από το 1204 οι Λατίνοι κατακτητές είχαν φροντίσει να απογυμνώσουν το Βυζάντιο από πολύτιμα χειρόγραφα και έργα τέχνης. Με την πτώση της Κωνσταντινούπολης πολλοί διαπρεπείς λόγιοι κατέφυγαν στη Δύση, με αποτέλεσμα να στερηθεί ο ελληνικός χώρος την πνευματική του πρωτοπορία, ενώ πήραν μαζί τους και σημαντικότατο αριθμό χειρογράφων. Τα πνευματικά κέντρα της υστεροβυζαντινής εποχής -όπως ο Μυστράς και η Τραπεζούντα- καταστράφηκαν σχεδόν ολοσχερώς. Από την άλλη πλευρά, αν και από την εποχή του Μωάμεθ πάρθηκαν σημαντικά μέτρα για την οικονομική ανασυγκρότηση των κατακτημένων περιοχών, δεν υπήρξε ποτέ καθ' όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας μια κεντρική εκπαιδευτική πολιτική, με αποτέλεσμα οι όποιες προσπάθειες να πραγματοποιούνται ελεύθερα μεν, αλλά αποσπασματικά και σε τοπικό επίπεδο.

Ο δεύτερος παράγων είναι η σημαντική συνεισφορά του κλήρου στην οργανωμένη εκπαίδευση, ιδίως τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Οι μονές αποτελούσαν τα κυριότερα κέντρα αντιγραφής και διάσωσης χειρογράφων και βιβλίων, ενώ σε πολλές από αυτές μορφωμένοι μοναχοί παρέδιδαν μαθήματα που δεν περιορίζονταν σε θεολογικές ή σε απαραίτητες για την ιερουργία γνώσεις. Όταν ο Πατριάρχης ετέθη από τον Πορθητή πολιτικός ηγέτης των ορθοδόξων, η Εκκλησία ανέλαβε εξ ολοκλήρου την παροχή της ελληνικής παιδείας στους υπόδουλους. Δεδομένων των εξαιρετικά δύσκολων συνθηκών, για σχεδόν ενάμιση αιώνα μετά την Άλωση η εκπαίδευση των Ελλήνων είχε ανατεθεί σε μοναχούς και ιερείς οι οποίοι χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες της διδασκαλίας τους νάρθηκες των εκκλησιών ή χώρους μονών. Επιπροσθέτως, ως διδακτικό υλικό χρησιμοποιούνταν κυρίως λειτουργικά βιβλία, όπως η Οκτώηχος, το Ψαλτήριο κ.ο.κ.

Κάτω από αυτό το πρίσμα λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι τη βάση για την ιδέα του Κρυφού Σχολειού αποτέλεσε η ανάμνηση της ανύπαρκτης σχεδόν εκπαίδευσης κατά την πρώιμη Τουρκοκρατία, σε συνδυασμό με τις πρωτοβουλίες του κλήρου για την παροχή μιας όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένης εκπαίδευσης. Είναι αλήθεια ότι αν και ασκείτο ελεύθερα, η παιδεία μέχρι και το 17ο αιώνα ήταν υποτυπώδης. Ο Επτανήσιος λόγιος μοναχός Παχώμιος Ρουσάνος, ο οποίος περιόδευσε στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα κατά τα μέσα του 16ου αιώνα, επισημαίνει ότι από την πολυετή αμάθεια το γένος βρισκόταν πλέον προ του κινδύνου αφανισμού και απορρόφησης από τους κατακτητές. Επισημαίνει, μάλιστα, ότι σε μεγάλο βαθμό η ελληνική γλώσσα είχε παραφθαρεί από το πλήθος δανείων λέξεων από τις σλαβικές και τουρκικές διαλέκτους. Την ίδια περίπου εποχή (1572) ο προτεστάντης ιεροκήρυκας Γκέρλαχ είδε τον Μαλαξό να δίνει μαθήματα στο σπίτι του. Ήταν σε ένα εξαθλιωμένο γυμνό δωμάτιο, όπου σε μια γωνιά κρέμονταν λίγα παστωμένα ψάρια ξερά· από αυτά έπαιρνε και μαγείρευε. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο Ευαγγελίδης, «η παιδεία επέπρωτο να δεχθή καίριον πλήγμα, κυρίως κατά τους πρώτους μετά την Αλωσιν χρόνους και μέχρι του ΙΖ' αιώνος».

Η δυσχερής αυτή κατάσταση συνεχίστηκε μέχρι το τέλος του 16ου αιώνα. Το Φεβρουάριο του 1593 ο Πατριάρχης Ιερεμίας Β' ο Τρανός συνεκάλεσε στην Κωνσταντινούπολη σύνοδο των ορθόδοξων πατριαρχών, στην οποία μεταξύ άλλων αποφασίστηκε και η ανάληψη πρωτοβουλιών για την οργάνωση συστηματικής εκπαίδευσης. Με τον έβδομο κανόνα της «ώρισεν η αγία Σύνοδος έκαστον επίσκοπον εν τη εαυτού παροικία φροντίδα και δαπάνην την δυναμένην ποιείν, ώστε τα θεία και ιερά γράμματα δύνασθαι διδάσκεσθαι. Βοηθείν δε κατά δύναμιν τοις εθέλουσιν διδάσκειν και τοις μαθείν προαιρουμένοις, εάν των επιτηδείων χρείαν έχουσιν». Με αυτό τον τρόπο ξεκινά μια μακρόχρονη εκπαιδευτική δραστηριοποίηση της ορθόδοξης Εκκλησίας σε όλη την οθωμανική επικράτεια. Το παράδειγμα του Ιερεμία θα ακολουθήσει και ο Κύριλλος Λούκαρις, ο οποίος ανέθεσε στον Θεόφιλο Κορυδαλλέα τη διεύθυνση της Πατριαρχικής Ακαδημίας, εγκαινιάζοντας έτσι την εποχή του «θρησκευτικού» ουμανισμού. Στα χρόνια που ακολουθούν η Εκκλησία υποστηρίζει κάθε εκπαιδευτική προσπάθεια, είτε στα τουρκοκρατούμενα εδάφη είτε χορηγώντας υποτροφίες σε νέους ανθρώπους, προκειμένου να σπουδάσουν στη Δύση.

Το αρνητικό κλίμα στην εκπαίδευση των Ελλήνων αντιστρέφεται πλήρως από το 18ο αιώνα. Η συγκέντρωση πλούτου από το εμπόριο και τη ναυτιλία προσφέρει τη δυνατότητα για την ίδρυση μη εκκλησιαστικών εκπαιδευτηρίων, που δεν ελέγχονται πλέον από την τοπική αυτοδιοίκηση ή από ιδιώτες. Χαρακτηριστική μαρτυρία για την εποχή αποτελεί και ο πίνακας που παραθέτει στο λεξικό του ο Γ. Κωνσταντίνου το 1757 (βλ. τη σχετική ενότητα του αφιερώματος), βάσει του οποίου σε όλη των οθωμανική επικράτεια λειτουργούσαν περίπου 40 ανώτερα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Στις αρχές του 19ου αιώνα ο Αθανάσιος Ψαλίδας αναφέρει ότι σε σχολή των Ιωαννίνων πραγματοποιούνταν πειράματα φυσικής, παρουσία μάλιστα του Αλή Πασά, ο οποίος έμοιαζε να ικανοποιείται από αυτόν το νεωτερισμό. Δεν ήταν μάλιστα λίγες οι περιπτώσεις που η «κοσμική» παιδεία γνώρισε διώξεις όχι από τους Τούρκους, αλλά από συντηρητικούς εκκλησιαστικούς κύκλους που έβλεπαν στη νεωτερική φιλοσοφία και επιστήμη έναν επικίνδυνο εχθρό της πίστης και της πολιτικής ισχύος του κλήρου: Το 1723 ο ιερομόναχος Μεθόδιος Ανθρακίτης καταδικάζεται από τη Σύνοδο διότι δίδασκε στους μαθητές του μαθηματικά και νεότερη φιλοσοφία. Το 1793 ο μοναχός Χριστόδουλος Παμπλέκης αφορίζεται μετά θάνατον για τις φιλοσοφικές του απόψεις. Οι συντηρητικοί κύκλοι βρέθηκαν επίσης πίσω από την απομάκρυνση του Ευγένιου Βούλγαρη από τη διεύθυνση της Αθωνιάδας, το κλείσιμο του Φιλολογικού Γυμνασίου -ανώτατο ίδρυμα με νεωτερικό προσανατολισμό- στη Σμύρνη, τη δημιουργία επιτροπής λογοκρισίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπό τον Ιλαρίωνα Σιναίτη κ.ο.κ. Φυσικά, σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις οι Οθωμανοί παρέμειναν αμέτοχοι.

***

Ένα πολύτιμο τεκμήριο

Ο πίνακας των ελληνικών οχολείων στο λεξικό του Γεωργίου Κωνσταντίνου (1757)

Μια εξαιρετική μαρτυρία για την ελεύθερη λειτουργία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην υπόδουλη Ελλάδα αποτελεί και το Λεξικόν Τετράγλωσσον, περιέχον τας τεσσάρας διαλέκτους, Ελληνικήν, πεζήν ήτοι απλήν Ρωμαϊκήν, Λατινικήν και Ιταλικήν, που εξέδωσε στη Βενετία ο Γεώργιος Κωνσταντίνου το 1757.

Στο λεξικό, που εκδόθηκε με τη χορηγία του Έλληνα βοεβόδα (διοικητή) Ουνγροβλαχίας Ι.Κ. Μαυροκορδάτου, επισημαίνεται η ανάγκη να μεταφερθούν στη γλώσσα του λαού όλα τα επιστημονικά συγγράμματα της Δύσης, προκειμένου να σταματήσει η πνευματική καταπόνηση των νέων από τη σχολαστική ενασχόληση με τη γραμματική.

Ο συγγραφέας, αφού υπενθυμίσει στους κατηγόρους του ότι η πολιτιστική πρόοδος της Δύσης έχει ελληνικά θεμέλια, παραθέτει στην εισαγωγή του (σ.σ.: 9-10) μια πολύτιμη μαρτυρία, έναν πίνακα με τα 36 κυριότερα σχολεία που λειτουργούσαν στον. ελληνικό χώρο, τονίζοντας μάλιστα ότι στη Μοσχόπολη υπήρχε και ελληνικό τυπογραφείο.

Με τον όρο «σχολεία», ο Κωνσταντίνου δεν εννοεί τα διδακτήρια βασικών (εκκλησιαστικών ή κοσμικών) γνώσεων, αλλά ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα τα οποία λειτουργούσαν ελεύθερα στην οθωμανική επικράτεια. Με την παράθεση του πίνακα βρίσκει την ευκαιρία να επιτεθεί σε όλους όσοι θεωρούσαν βάρβαρη τη γλώσσα του λαού και ανύπαρκτη την πνευματική καλλιέργεια των Ελλήνων:

«Ο παρών κατάλογος των σχολείων, όπου την σήμερον σώζονται εις το ημέτερον Γένος, θέλει βεβαιώσει τα ρηθέντα και θέλει ελέγξει ως ψευδόμενους τους τα ενάντια λέγοντας».

Παράλληλα, δημοσιεύει το πρόγραμμα σπουδών τους, στο οποίο έχουν θέση όχι μόνο τα παραδοσιακά μαθήματα, αλλά και οι νεωτερικές επιστήμες:

«Εις τα άνω ρηθέντα κοινά σχολεία διδάσκονται τα συγγράμματα των συγγραφέων της Ελλάδος, ρητόρων, ποιητών και ιστορικών και τα των Αγίων Πατέρων, όσα συνθείνουσιν (sic) εις την Γραμματικήν, Ποιητικήν και Ρητορικήν της Εγκυκλοπαίδειας. Εις δε τα φιλοσοφικά σπουδάζουσι και διδάσκουσι κοινώς τα του Κορυδαλλέως εις τον Αριστοτέλην και Αλεξάνδρου του Εξ Απορρήτων (ενν. τα φιλοσοφικά κείμενα του πρώτου Έλληνα Ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου), μελετώντες κατά μέρος οι μαθηταί τον Αφροδισιέα, τον Σιμπλίκιον, τον Φιλόπονον και τον θεμίστιον. Εις τα Μαθηματικά διδάσκουσιν την Μαθηματικήν Οδόν, φιλοπόνημα του Αιδεσιμοτάτου Αρχιπρεσβυτέρου Ιωαννίνων κυρού Μπαλάνου (...) Ιδού λοιπόν τα σπουδαστήρια και αι σπουδαί, όπου την σήμερον γυμνάζονται οι των Ελλήνων παίδες».

***

Μαρτυρίες για την ύπαρξη Κρυφών Σχολειών

Το 1999 η Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος κυκλοφόρησε ένα φυλλάδιο με τίτλο «Κρυφό Σχολειό, μύθος ή πραγματικότητα;», στο οποίο σταχυολογούνται μαρτυρίες συγγραφέων και ιστορικών για την ύπαρξη κρυφών σχολειών στον ελληνικό χώρο όχι μόνο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, αλλά και σε άλλες δύσκολες για το έθνος εποχές.

Γίνεται λοιπόν αναφορά σε περιπτώσεις διωγμών από την οθωμανική εξουσία, κατά τις οποίες φανατικοί μουσουλμάνοι κινήθηκαν και κατά όποιας μορφής εκπαίδευσης θεωρούσαν ότι αντέβαινε το Κοράνι: το 1537 ο Σουλεϊμάν Α' εξέδωσε διαταγή που ζητούσε να εκτελεστεί ως άπιστος οποιοσδήποτε αμφισβητούσε τα λόγια του προφήτη Μωάμεθ. Κύκλοι της σουλτανικής αυλής πέτυχαν το 1711 να κατασχεθεί η βιβλιοθήκη του βεζύρη Τσορλουλού πασά και να απαγορευθεί η μελέτη επιστημονικών βιβλίων. Ο Γάλλος Ιησουίτης Richard (Ρισάρ) έγραψε στα μέσα του 17ου αιώνος: «Να σκεφθή κανείς ότι ουδέποτε από την εποχή του Νέρωνος, του Δομητιανού και του Διοκλητιανού έχει υποστεί ο χριστιανισμός διωγμούς σκληρότερους από αυτούς που αντιμετωπίζει σήμερα η ανατολική Εκκλησία» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. 10, Αθήνα 1974, ο. 150).

Συμφωνά με πολλούς συγγραφείς της Τουρκοκρατίας, η αναστάτωση που επήλθε από την κατάκτηση της βυζαντινής αυτοκρατορίας είχε άμεσο αντίκτυπο και στην εκπαίδευση.

«Ορώ δε νυν μετοικήσαντα πάντα τα αγαθά από των ελληνικών τόπων και οικήσαντα εν υμίν, η τε σοφία και αϊ των μαθημάτων επιστήμαι, αι τέχναι αι άριστοι, η ευγένεια, ο πλούτος, η παίδευσις και ο λοιπός των χαρίτων χορός. Ελληνικών δε χαρίτων το κλέος βαρύς ώλεσεν αιών», γράφει ο Θεόδωρος Ζυγομαλάς το 16ο αιώνα προς το Γερμανό ελληνιστή Μαρτίνο Κρούσιο.

«Κάθε μέρα βλέπει κανείς εξισλαμισμούς στην Κόρινθο και οι κάτοικοι της πόλεως ή αν θέλετε του χωριού είναι σήμερα οι μισοί Οθωμανοί. Μας διηγήθηκαν ακόμη, ανάμεσα στ' άλλα, πως τρεις παπάδες τον περασμένο χρόνο τούρκεψαν»(J. Spon, Voyage d΄ Italie et du Levant, Lyon 1688, τομ. Β', σελ. 303).

«Οι νάρθηκες των Εκκλησιών εχρησίμευον εις τα σχολεία των παίδων διδασκομένων βαναύσως πως τα κοινά λεγόμενα γράμματα υπό των ιερέων αυτών. Κατά δε τα τέλη του παρελθόντος αιώνος συνεστήθησαν μεν ελληνικά σχολεία εν Κωνσταντινουπόλει, Σμύρνη, Κυδωνίαις, Ιωαννίνοις, Χίω, αλλά ταύτα δεν διήρκεσαν επί πολύ, διότι η τουρκική εξουσία, ραδιουργούμενη υπό των Ιησουιτών, κατάστρεψαν αυτά...» (Χρήστου Βυζαντίου, Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών ων συμμετέσχεν ο τακτικός στρατός από του 1821 μέχρι του 1833. Απομνημονεύματα Αγωνιστών του 1821, εκδ. Τσουκαλά, σελ. 14).

«Εκ των πολλών της Ανατολής χωρούν, αίτινες επέπρωτο να καταπλακώθωσιν υπό την βαρείαν πλάκα της βαρβαρότητος και της αποξενώσεως παντός εθνικού χρήματος, πρωτίστως έλαβε δυστυχίαν να είναι η Μικρά Ασία ως πρωιμότερον απολέσασα την προγονικήν γλώσσαν και τα παρεπόμενα αυτή εθνικά αγαθά. Ακόμη και περί τα μέσα του ΙΗ' αιώνος (1750) ουδαμού της Μικρός Ασίας υπήρχσν σχολεία εκτός της Σμύρνης και της Καισαρείας. Πανταχού της Μικρός Ασίας γενική υπήρχεν αμάθεια και άγνοια των εν τοις ναοίς αναγιγνωσκομένων, άπερ κατά πατροπαράδοτον μόνον συνήθεια ήσαν εν χρήσει» (Δανιήλογλου, Πρόδρομοι της Αναγεννήσεως, Κωνσταντινούπολις 1865, σελ, 2-3).

«Εις τέτοιαν κακήν τύχην κατήντησε το πάλαι ποτέ μακαριστόν γένος ημών των Γραικών, ότι μόλις ευρίσκεται τώρα διδάσκαλος όπου να 'ναι ικανός να διδάσκη τους νέους καν την γραμματικήν τέχνην» (Νικόλαος Σοφιανός, στον επίλογο της Γραμματικής του, 1544).

«Δεν βλέπετε οπού αγρίεψε το γένος μας από την αμάθειαν και ε γίναμε ως Θηρία;» (Αγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχές).

***

Ένα κείμενο του Νικολάου Δραγούμη

Σε ένα κείμενο του Νικολάου Δραγούμη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πανδώρα» του μηνός Ιανουαρίου 1855 (τόμος Ε', σελ. 450 κ.ε.), αναφέρεται στον πατέρα του Μάρκο (1770-1854) και στη μαρτυρία του για τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε τη βασική παιδεία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας: «Ως εάν έφερε μεγαλόσταυρον εις τον λαιμόν και ταινίαν εγκάρσιον εις το στήθος, εκαυχάτο πάντοτε ο πατήρ μου ότι εδάρη υπό του Οθωμανού χάριν των ελληνικών γραμμάτων».

Και προσθέτει ο Νικόλαος Δραγούμης: «Ουχί μόνον κοπιώντες, αλλά και κινδυνεύοντες εσπούδαζον οι πατέρες ημών γράμματα. Έκαστος των Τούρκων και ο έσχατος, ως γνωστόν, είχε το δικαίωμα να τυραννεί, να φορολογεί και να φονεύει τους οπαδούς του Χριστού. Επειδή δε τα σχολεία διήγειραν τας υποψίας αυτών και κατέστρεφαν παντοιοτρόπως και διδάσκαλοι και μαθηταί εσοφίζοντο παντοίους επίσης τρόπους δια να αποφεύγωσιν την οργήν των. Και οσάκις συνήρχοντο εις το σχολείον, εις εξ αυτών ιστάμενος πλησίον του παραθύρου ως κατάσκοπος έστρεφεν ανήσυχος πανταχού το βλέμμα και έδιδεν προς τους άλλους την είδησιν ότι έβλεπεν οθωμανόν ερχόμενον μακρόθεν...».

***

Μαρτυρίες από την Κρήτη

Πολλές μαρτυρίες για την ύπαρξη Κρυφών Σχολειών έχουν καταγραφεί στην Κρήτη, ένα μέρος του Ελληνισμού το οποίο, αν και υπήχθη στον οθωμανικό ζυγό μόλις το 1669, γνώρισε πολλές περιόδους επανάστασης και βίας μέχρι το 1898:

«Στον Άγιο Ιωάννη Μυλοποτάμου έζησε κι έδρασε κατά την πρώτη 50ετία της τουρκικής κατάκτησης του νησιού (17ος αιών) ένας ανώτερος αξιωματικός των γενιτσάρων ο Χουσεΐν Μπέης, που ήλθε κι εγκαταστάθηκε εδώ από την Κωνσταντινούπολη. Ο Τούρκος αυτός άρχοντας ήταν ελληνικής καταγωγής και κρυπτοχριστιανός. Παντρεύτηκε μια Ελληνίδα σκλάβα του, την οποία εξαγόρασε αντί 100 παράδων. Ο γιος του Μουσταφά Χατζή-Χασάν Ογλού διδάχθηκε τα ελληνικά γράμματα από τους μοναχούς της Μονής Δισκουρίου Μυλοποτάμου. Δεν μπορεί, φαντάζομαι, να ισχυρισθεί κανείς ότι ένα τουρκόπουλο θα πήγαινε φανερά σ' ένα ελεύθερο και δημόσιο ελληνικό σχολείο, για να μάθει ελληνικά γράμματα! Πώς θα το ανέχονταν οι Τούρκοι κάτι τέτοιο;». (Γιάννη Χριστάκη, Το Κρυφό Σχολειό δε θάβεται, περιοδ. «Εκπαιδευτικοί Προσανατολιομοί», Φθινόπωρο 1995).

«Αρκούμεθα λοιπόν στην εμπειρία η οποία αφορά τον παππού μου. Καταγόταν από ένα μικρό ορεινό χωριό απομονωμένο αιώνες από τον υπόλοιπο κόσμο, ήταν παπάς και πέθανε σε πολύ μεγάλη ηλικία (νομίζω περνούσε τα ενενήντα) το 1952. θα πρέπει δηλαδή να είχε γεννηθεί γύρω στο 1860. Ήξερε να γράφει και να διαβάζει άνετα. Φυσικά δεν είχε φοιτήσει σε κανονικό σχολείο γιατί οι Τούρκοι επέτρεψαν την μεν ίδρυση τους μόλις το 1858, αλλά η οργάνωση, ευρύτερη διάδοση και λειτουργία των βράδυνε αισθητά, πραγματοποιηθείσα σταδιακά μετά το 1874. Στο δε χωριό του παππού ιδρύθηκε σχολείο το 1903.

Όταν δε (τελειόφοιτος Γυμνασίου εγώ) τον ρώτησα πού έμαθε να γράφει και να διαβάζει και σε ποιο σχολείο εφοίτησε, μου απάντησε ότι πήγαινε στο Κρυφό Σχολειό της Καρδαμούτσας. Καρδαμούτσα για τους μη γνωρίζοντες είναι ένα μοναστήρι στο Βόρειο Μεραμπέλο, το οποίο ιδρύθηκε κατά την Ενετοκρατία και πριν από το 1617 κοντά στην Μονή Αρετίου. Και ενώ το Αρέτι ήταν ο οικονομικοδιοικητικός παράγοντας της περιοχής, έχοντας ενσωματώσει (δορυφοροποιήοει) όλα τα γύρω μοναστήρια, η Καρδαμούτσα (οι μοναχοί της ήσαν οι πιο μορφωμένοι), που δεν απορροφήθηκε ποτέ από το Αρέτι, αποτελούσε την "πνευματική εστία" όπου μάθαιναν γράμματα...» (Επιστολή του συγγραφέως Γιώργου Πρατσίνη στο περιοδικό «Εκπαιδευτικοί Προσανατολισμοί», Φθινόπωρο 1995).

***

Το Κρυφό Σχολειό στα Δωδεκάνησα

Τα Δωδεκάνησα, η τελευταία περιοχή του ελληνισμού που ενσωματώθηκε στην Ελλάδα μόλις το 1947, από το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε ιταλική αποικία. Η ανάληψη της εξουσίας από τον Μουσολίνι το 1922 υπήρξε η αφορμή για την επιβολή μιας πολιτικής «εξιταλισμού» όλων των εδαφών που υπάγονταν στη δικαιοδοσία της Ιταλίας. Ξεκίνησε έτσι η εφαρμογή μιας σειράς μέτρων νια την αφομοίωση και εξαφάνιση του ελληνικού στοιχείου στα Δωδεκάνησα, στο πλαίσιο των οποίων περιορίστηκε δραστικά η λειτουργία ελληνικών σχολείων. Στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της 16ης Ιουνίου 1998 δημοσιεύθηκε επιστολή του προέδρου της κοινότητας Λίνδου Ρόδου, η οποία αναφέρεται στη λειτουργία «Κρυφών Σχολείων» στα Δωδεκάνησα και μετά την Τουρκοκρατία, δηλαδή επί ιταλοκρατίας: «Με αφορμή τα όσα γράφονται στη στήλη της εφημερίδας σας για το "Κρυφό Σχολειό" της Τουρκοκρατίας, θα μου επιτρέψετε συμπληρωματικά να αναφερθώ με συντομία στο πότε και κατά ποιον τρόπο λειτούργησε κατά τη φασιστική κατοχή η μορφή αυτή του σχολείου, στην επαρχία της Ρόδου. Το 1937, ο πολύς Ντε Βέκκι, τετράρχης του φασισμού και Γενικός Διοικητής Δωδεκανήσου, 1936-1940, έχοντας ελεύθερο το πεδίο και εκμεταλλευόμενος την ισχυροποίηση της Ιταλίας σε διεθνές επίπεδο, στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, επιδίδεται συστηματικότερα στον εξιταλισμό των πάντων στη Δωδεκάνησο, αρχίζοντας από τον ευαίσθητο τομέα της Παιδείας. Και κατά τρόπον απροσχημάτιστο, τον Ιούλιο του έτους εκείνου, καταργεί με κυβερνητικό Διάταγμα το από αιώνων κρατούν εκπαιδευτικό καθεστώς. Όλα ανεξαιρέτως τα ελληνικά σχολεία της Δωδεκανήσου μετατράπηκαν σε ιταλικά και, αντί των Δωδεκανησίων που παύθηκαν, ήρθαν φανατικοί Ιταλοί εκπαιδευτικοί, επιλεγμένοι από το φασιστικό καθεστώς. «Μπροστά σε αυτή τη σκληρή πραγματικότητα έλαμψε η ελληνική επινοητικότητα σε όλο της το μεγαλείο. Ο Μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος δραστηριοποιείται ενεργότερα και εκμεταλλεύεται ορισμένες συγκυρίες. Επιδέξια και αθόρυβα αποσπά, το 1938, με νωπή ακόμη τη μελάνη της υπογραφής του Διατάγματος, που καθιέρωνε τη σκληρή φασιστική εκπαιδευτική πολιτική, τη συγκατάθεση του Τοποτηρητή του φασιστικού καθεστώτος στη Δωδεκάνησο, να διδάσκεται και στα παιδιά των χωριών το θρησκευτικό μάθημα στις εκκλησίες κάθε Κυριακή, με τη διευρυμένη μορφή του Κατηχητικού. Ας σημειωθεί ότι τα Κατηχητικά, μέσα στις εκκλησίες, στην πόλη της Ρόδου, λειτουργούσαν από το 1934, κατά τρόπον όμως υποτυπώδη. Το 1938 επεκτάθηκαν σε όλο το γεωγραφικό χώρο της επαρχίας Ρόδου.

»Η παραπάνω άδεια του Ντε Βέκκι νια τα Κατηχητικά δόθηκε με τον όρο ότι το μάθημα θα γινόταν μέσα στην εκκλησία και θα χρησιμοποιούνταν ως δάσκαλοι κληρικοί. Είναι η εποχή που ο κάθε ιερωμένος στην ύπαιθρο, ή την πρωτεύουσα της Ρόδου, ανεξάρτητα από το βαθμό μόρφωσης του, πρόσφερε στους συγχωριανούς του, αλλά και στη διατήρηση των ιερών και οσίων υπηρεσίες ισάξιες των ιερωμένων του Γένους. »Στα σκοτεινά εκείνα χρόνια διδάσκονταν τα Ροδιτόηουλα κάθε Κυριακή, μέσα στην εκκλησία, τα ελληνικά γράμματα κάτω από το πρόσχημα των θρησκευτικών. Παράλληλα με το Κατηχητικό, ιδρύθηκαν και Χορωδίες Βυζαντινής Μουσικής, που αποτέλεσαν κίνητρο όχι μόνο για την προσέλκυση μεγάλου αριθμού παιδιών στο Κατηχητικό, αλλά και άλλων ενηλίκων κατοίκων στην εκκλησία. Το Κατηχητικό λειτουργούσε κανονικά κάθε γιορτή και Κυριακή. Μια δυο φορές το χρόνο γινόταν επιθεώρηση από τη Μητρόπολη. Τηρούνταν φύλλα προόδου και μοιράζονταν Συνόψεις, Συνέκδημοι και άλλα θρησκευτικά βιβλία που χρησιμοποιούνταν σαν Αναγνωστικά. Συνοπτικά, μπορούμε να πούμε ότι τα Κατηχητικά μεταβλήθηκαν πράγματι σε "Κρυφό Σχολειό". Έτσι με τα δεδομένα αυτά, γίνεται φανερό ότι η Εκκλησία στην επαρχία Ρόδου, υπό το πρόσχημα των Κατηχητικών Σχολείων, βρήκε τρόπον εύσχημο, ένα "μονοπάτι", ώστε να επαναρχίσει, έστω και περιορισμένα, η λειτουργία των ελληνικών σχολείων στη Ρόδο, καθώς και σε άλλα νησιά της Δωδεκανήσου.

Το Πατριαρχείο επιδοκίμασε τη λειτουργία των Κατηχητικών και με απόφαση της Ιεράς Συνόδου εξέφρασε την ευαρέσκεια του προς τον Μητροπολίτη Τρύφωνος. Και η Πολιτεία μεταπελευθερωτικά αναγνώρισε τους τίτλους σπουδών».

***

Η Εκκλησιαστική παιδεία ως στυλοβάτης

Μετά τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου το 1949, υπήρξε μια συστηματική προσπάθεια νια την υπερπροβολή της ορθοδοξίας ως συνεκτικού κρίκου του Ελληνισμού από το Βυζάντιο μέχρι σήμερα. Στο πλαίσιο αυτό υπερτονίστηκε ο ρόλος της Εκκλησίας στην εκπαίδευση, ιδίως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Δεν είναι τυχαίο ότι το 1963, ο καθηγητής Κοινωνιολογίας Ιωάννης Ξηροτύρης, στην πανηγυρική του ομιλία για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου με θέμα «Τα ελληνικά σχολεία κατά την Τουρκοκρατία», που εκφώνησε στην Ανωτάτη Βιομηχανική της Θεσσαλονίκης, υποστηρίζει την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού ως αναπόσπαστου τμήματος της ιστορικής μας μνήμης:

«Έτσι η γενιά της Αλώσεως και αρκετές γενεές ύστερα από αυτήν σπάνια φρόντιζαν για σχολεία, χωρίς ωστόσο να σβεσθεί στα μύχια των ελληνικών ψυχών ο κληρονομικός πόθος και η τάση για τα κοινά γράμματα και της κάπως ευρύτερης παιδείας και μορφώσεως. ΓΓ αυτό και δειλά μαζεύονταν στις εκκλησιές ή σε κρυφά μέρη: τα περίφημα Κρυφά Σχολεία.

Όσο και αν δεν μνημονεύεται σε γραπτές πηγές το Κρυφό Σχολειό, ωστόσο αυτό αποτελεί μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα που κράτησε πολλές γενεές, ύστερα από την πτώση και την καταστροφή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, άσβεστο το εθνικό και θρησκευτικό φρόνημα του Έθνους, γιατί μας το διέσωσε με καθολικότητα σ' όλα τα στρώματα της κοινωνίας η προφορική παράδοση, αυτή, η οποία έχει πολλές φορές πιο στερεή ιστορική βάση από τη γραπτή μαρτυρία. Γιατί ο μύθος είναι αυθόρμητο γέννημα της ψυχής του λαού, χωρίς καμιά σκοπιμότητα και καμιά υπόνοια, ειλικρινέστερος, πιο άδολος, αντικειμενικότερος από τη γραπτή ιστορία, από τη γραπτή πηγή, που πολλές φορές υποκύπτει στη σκοπιμότητα, και άλλες πάλι αρκετές στην υποκειμενικότητα. Ο μύθος είναι ποίηση και η ποίηση κρύβει μέσα στον πυρήνα της πάντα την αλήθεια, γιατί του ποιητή τα μάτια βλέπουν καθαρότερα και καλύτερα μέσα στα σκοτάδια. Και ο ποιητής στην περίπτωση μας είναι ο βασανισμένος και καταδιωκόμενος ραγιάς, που συνήθισε κάτω από τους όρους, που του επέβαλε η σκλαβωμένη και τυραννισμένη ζωή του, να βλέπει καλύτερα τη νύχτα και όταν ακόμη δεν έβγαινε το "λαμπρό φεγγαράκι".

Πολλά κεφάλαια της ιστορίας τα αγνοούμε. Όσο και αν τα διαβάσαμε, τα 'χουμε λησμονήσει, μα το Κρυφό Σχολειό, όχι εμείς, όχι όσοι πιάνουν βιβλία στα χέρια τους, όχι όσοι γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση, αλλά και εκείνοι οι Έλληνες που δεν πήγαν ποτέ σε σχολειό, που δεν μπορούν να βάλουν ούτε την υπογραφή τους, κάτι ξέρουν από το Κρυφό Σχολειό. Τόσο έχει αυτό ζωντανή παράδοση. Γι΄ αυτό και δεν χρειάζεται να το βρει ο ιστορικός κάπου σημειωμένο».

***

Πολιτικές σκοπιμότητες μετά τη μεταπολίτευση

Το βασικό κίνητρο τόσο των υποστηρικτών όσο και των αρνητών της ύπαρξης του Κρυφού Σχολειού κατά την Τουρκοκρατία ήταν, όπως είδαμε, άμεσα συνδεδεμένο με την πολιτική και την προσπάθεια δημιουργίας ενός «γενναίου ψεύδους», μιας δηλαδή αφήγησης που εξυπηρετούσε εθνικούς και ιδεολογικούς σκοπούς.

Αμέσως μετά τη μεταπολίτευση -και με αφορμή την προσπάθεια για άμεσο εκδημοκρατισμό της παιδείας που έγινε από την κυβέρνηση Καραμανλή μέχρι και την πρώτη τετραετία του ΠΑΣΟΚ- οι εκκλησιαστικοί κύκλοι επανέφεραν το θέμα του Κρυφού Σχολειού, αυτή τη φορά ως μια προσπάθεια της «ψευδούς διανόησης» να απομακρύνει το μέσο Έλληνα από τις πατροπαράδοτες ηθικές αξίες.

Δεν είναι τυχαίο ότι το 1978 η Αποστολική Διακονία κυκλοφορεί το φυλλάδιο «Το "Κρυφό Σχολειό". Η προσφορά της Εκκλησίας στην ελληνική παιδεία των χρόνων της Τουρκοκρατίας», με την υπογραφή του αείμνηστου Ι.Μ. Χατζηφώτη. Στόχος του φυλλαδίου ήταν να απαντήσει στα όσα υποστήριζε η συντακτική ομάδα της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους -και κυρίως ο Αγγέλου- για την παιδεία επί Τουρκοκρατίας, και τα οποία ανέτρεπαν τα κυρίαρχα μέχρι τότε ιδεολογήματα της εθνικοπα-τριωτικής μερίδας. Αποδίδει έτσι μια διαχρονικότητα στην ύπαρξη του «Κρυφού Σχολειού», δηλαδή υποστηρίζει ότι με πολλούς τρόπους η Εκκλησία οργάνωνε κρυφά τη διάδοση των «ιερών γραμμάτων» σε περιόδους διωγμού - όχι απαραίτητα μόνον από τους Τούρκους, αλλά και από κάθε εχθρό της πίστης και της παράδοσης:

Ήλθε φαίνεται και η σειρά του «Κρυφού Σχολειού»! Να το απομυθοποιήσωμε και αυτό. Γιατί, όπως είναι γνωστό, στα «Κρυφά Σχολειά», δηλ. στα κοινά σχολειά της Τουρκοκρατίας, γραμματοδιδάσκαλοι γίνονταν πάντοτε ρασοφόροι και μάλιστα ταπεινοί μοναχοί που κράτησαν την εθνική συνείδηση και διέδιδαν την ελληνική γλώσσα και τα ελληνικά Γράμματα. Σε κάποιο πρόχειρο συνήθως χώρο, στα κελλιά ενός μοναστηριού, μέσα σε ένα ξωκλήσι ή εκκλησιά. Παράλληλα προς τα μεγάλα επίσημα σχολεία που κι αυτά η Ορθόδοξη Εκκλησία ίδρυσε και διατήρησε, εκεί όπου οι συνθήκες δεν ήταν πρόσφορες, στις ορεινές π.χ. και απομακρυσμένες περιοχές, που ήταν τα δημοτικά σχολειά της εποχής εκείνης. Άλλωστε στους περιβόλους των μοναστηριών, όπου άκμασε η βυζαντινή τέχνη, συντηρήθηκε η πνευματική παράδοση του Έθνους και λειτουργούσαν βιβλιογραφικά εργαστήρια, υπήρχαν εσωτερικά σχολειά για τις ανάγκες των ίδιων των κοινοβίων. Σε πρόσφατη επίσκεψη του στο Άγιον Όρος, σε ένα από τα καλύτερα σύγχρονα κοινόβια του, διαπίστωσα ότι είχε οργανωθή φροντιστήριο ελληνικών γραμμάτων, για να μπορούν οι μοναχοί (και οι νέοι και οι γεροντότεροι) να παρακολουθούνε το περιεχόμενο των βυζαντινών ύμνων που ακούνε στο ναό. Να, λοιπόν, ένα σύγχρονο «Κρυφό Σχολειό», όχι φανερό, όχι επίσημο, αλλά δημιουργημένο από συγκεκριμένη ανάγκη. (...)

Θα αναφέρομε και άλλο παράδειγμα. Σε τουρκοπατημένη σήμερα ελληνική περιοχή (για ευνόητους λόγους δεν σημειώναμε ποια είναι), μετά το κλείσιμο του ελληνικού σχολείου, που λειτουργούσε εκεί, από τον κατακτητή, ο παπάς συγκεντρώνει τα Ελληνόπουλα στην εκκλησιά και τους διδάσκει την ελληνική γλώσσα και παιδεία.

Η νέα πολιτική κατάσταση, όπως διαμορφώθηκε μετά την ανατροπή του μετεμφυλιακού κράτους, έθεσε σε αμφισβήτηση τους εθνικούς μύθους που ανέθρεψαν γενιές Ελλήνων, μεταξύ αυτών και το Κρυφό Σχολειό. Κατά τον συντάκτη η Εκκλησία έπρεπε να μεριμνήσει έστω και παρεμβαίνοντας απροκάλυπτα στη συγγραφή και διανομή των νέων εκπαιδευτικών συγγραμμάτων:

Έπρεπε, λοιπόν, να αμφισβητηθή η ύπαρξη τους. Και δυστυχώς αυτό έγινε από τις σελίδες της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους», που εκδίδει η Εκδοτική Αθηνών, έργου κατά τα άλλα σοβαρού, με αποτέλεσμα να πέραση και στα σχολικά εγχειρίδια. Έτσι η όλη υπόθεση έφθασε στη δημοσιότητα. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος διαμαρτυρήθηκε στον υπουργό Παιδείας Ιωάννη Βαρβιτσιώτη κι εκείνος, προς τιμήν του, όπως αναφέρεται σε έγγραφο των Τμημάτων Δημοτικής και Μέσης Εκπαιδεύσεως του ΚΕΜΕ προς αθηναϊκή εφημερίδα της 21.5.1978, έδωσε αμέσως εντολή από τα υπό εκτύπωση νέα σχολικά βιβλία να απαλειφθή η φράση: «Σύμφωνα με τα τελευταία πορίσματα της ιστορικής επιστήμης το Κρυφό Σχολειό είναι ένας μύθος και δεν υπήρξε στην πραγματικότητα», από τη σελ. 173 της «Ιστορίας» της Γ' Λυκείου. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Πρέπει να αποκατασταθή και η αλήθεια για το «Κρυφό Σχολειό». (...)

Τα περί «μύθου» για το «Κρυφό Σχολειό» τα υποστήριξε στον Γ τόμο της νεώτερης «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους» (1974), ο Καθηγητής σήμερα της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Αλκής Αγγέλου. Ο μελετητής αυτός, που είναι και μέλος του Ομίλου Μελέτης του Ελληνικού Διαφωτισμού, αρνείται με απόλυτο και κατηγορηματικό τρόπο την ύπαρξη του «Κρυφού Σχολειού», χωρίς όμως να πείθη με τα γραφόμενά του αλλά κάνοντας διάφορες υποθέσεις που δεν τεκμηριώνει. Ο Αγγέλου συγκεντρώνει όσες αρνητικές θέσεις έχουν κατά καιρούς γραφή, αλλά δεν αναφέρει τις υπόλοιπες, όπως επιβάλλεται για ένα έργο όχι «προσωπικό»   αλλά «συλλογικό»   καθώς είναι η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», μιλώντας περί «ευφάνταστων καλοπροαίρετων ιστορικών της εθνικής σκοπιμότητας» οι οποίοι κατά την άποψη του παρασύρθηκαν «από την χιονοστιβάδα του μύθου».

Η εκπαίδευση των κρυπτοχριστιανών

Αφού αναφέρει διάφορες πηγές (κυρίως ιστοριοδιφικές, που συνεγράφησαν πολύ μετά την Επανάσταση και οι οποίες κάνουν λόγο για απηνείς διώξεις κατά της παιδείας στην Τουρκοκρατία), ο Χατζηφώτης σημειώνει ότι «ο Αγγέλου παρακάμπτει τελείως τις διώξεις» και εισέρχεται σε μια άλλη παράμετρο, αυτή της εκπαίδευσης των κρυπτοχριστιανών και της προετοιμασίας τους για το μαρτύριο:

Η ύπαρξη επισήμων σχολείων, εξ άλλου, δεν αποκλείει τα κρυφά. Όπως και η διατήρηση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως δεν αποκλείει την ύπαρξη κρυπτοχριστιανών, εξισλαμισθέντων δηλ. χριστιανών που λάτρευαν στα κρυφά τον αληθινό θεό. Ο ίδιος δυνάστης, που, ενώ αναγνώριζε το Πατριαρχείο, κυνηγούσε την ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία με πραγματική μανία, όποτε του δινόταν η ευκαιρία, όπως θα δούμε παρακάτω, έκλεινε τα ελληνικά σχολεία. Για τις ανάγκες των κρυπτοχριστιανών η Εκκλησία χρησιμοποιούσε και κρυφούς παπάδες. Ο Νίκος Ε. Μηλιώρης, που ασχολήθηκε συστηματικά με το αδιαμφισβήτητο τούτο γεγονός προσκομίζοντας σπουδαίες μαρτυρίες στο βιβλίο του «Οι Κρυπτοχριστιανοί»(Εκδόσεις Ενώσεως Σμυρναίων, Αθήναι 1962, σ.σ.: 47-48), γράφει:

«Κρυφοί παπάδες ήσαν ακόμη δερβίσηδες -ιεραπόστολοι μυστικοί- που περιοδεύανε στα κέντρα των κρυπτοχριστιανών και τελούσαν τα χριστιανικά μυστήρια. Ήσαν απεσταλμένοι κάποιων μοναστηριών. Ειδική και επιμελημένη ήταν η επιλογή και η προετοιμασία από τα μεγάλα μοναστήρια του Πόντου των περιοδευόντων αυτών μυστικών ιεραποστόλων και μακροχρόνια και γεμάτη από απρόοπτους και θανάσιμους συχνά κινδύνους η αποστολή τους. Διαλέγανε όσους από τους καλόγερους παρουσιάζανε τα περισσότερα για τον προορισμό, που θα αναλαμβάνανε προσόντα. Τους διδάσκανε τα τούρκικα, τους μυούσαν στους τύπους της μουσουλμανικής λατρείας και στις θρησκευτικές τελετές της κι ύστερα τους ντύνανε ντερβίσηδες και τους εξαποστέλνανε στον Πόντο. Μπαίνανε στα χωριά των κρυπτοχριστιανών σαν κήρυκες του Μωάμεθ. Τη νύκτα λειτουργούσανε (σ.σ.: τα ελληνικά) μέσα σε κατακόμβες και κρύπτες. Μήνες ολόκληρους οδοιπορούσανε και χρόνια ολόκληρα πολλές φορές, ταλαιπωρούμενοι και αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο σε κάθε τους βήμα. Πολλοί υποκύπτανε στις κακουχίες· άλλοι αναγνωρίζονταν και τότε τελειώνανε με μαρτυρικό θάνατο. Μερικοί είχανε την καλή τύχη να γυρίσουν πίσω στο μοναστήρι τους· αλλά και πάλιν αφού κάνανε εκεί την αναφορά τους, σύντομα ξαναφεύγανε σε καινούρια αποστολή. Σε τέτοια μοναστήρια του Πόντου κρατούσαν και κρυπτογραφικούς κώδικες· καταγράφανε σ' αυτούς συνθηματικά την κίνηση ων κρυπτοχριστιανών της δικαιοδοσίας ή της περιοχής των».

Οι αρνητές του Κρυφού Σχολειού σε κανένα τεκμήριο δεν βασίζονται παρά μόνο σε εικασίες. «Ένας αιώνας και πλέον μετά την Άλωση, λένε, είναι το διάστημα που καλύπτεται λίγο πολύ από τους υπέρμαχους της μυθολογίας του Κρυφού Σχολειού. Το χρονικό όμως αυτό διάστημα μπορεί να δικαιολόγηση με τον αργό ρυθμό που έχει η ζωή εκείνη την εποχή και με την επιβράδυνση την οποία προκάλεσε η τουρκική κατάκτηση το γενικό μούδιασμα που έχει καταλάβει όλες τις δυνάμεις του έθνους». Αυτό όμως έρχεται σε αντίθεση με όσα οι ίδιοι γράφουν για την ουδέτερη πολιτική του Τούρκου δυνάστη απέναντι στα σχολεία. Και σχολεία δεν δημιουργήθηκαν μόνο μετά το 16 αιώνα αλλά αμέσως μετά την Άλωση ιδρύθηκε η Μεγάλη του Γένους Πατριαρχική Σχολή. Αντίθετα, αν υπήρξε μούδιασμα, αυτό θα ήταν αποτέλεσμα των τουρκικών πιέσεων. Το ακριβές, όπως ήδη σημειώθηκε, είναι ότι ο κατακτητής επίσημα έδωσε προνόμια και ανεπίσημα επιδίωκε τον αφελληνισμό των υποδούλων, όπως έκανε με τη στρατολογία γενιτσάρων. «Το ελληνικό έθνος, γράφει ο Βλαχογιάννης, πλήρωσε με εκατομμύρια ζωντανές ψυχές τη δίψα του μουσουλμανικού φανατισμού» («Πρωία», 5 Ιουνίου 1932).

Αξιοποίηση στοιχείων

Στη συνέχεια ο συγγραφέας στηρίζει την ύπαρξη του κρυφού σχολειού αξιοποιώντας κυρίως φιλολογικές και λαογραφικές αναφορές, καθώς και την ύπαρξη τοπωνυμίων «Κρυφό Σχολειό» σε πολλές περιοχές τις Ελλάδας, για να καταλήξει: Από όσα παραπάνω εκθέσαμε προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα:

1. Τα κοινά σχολειά τα κρατούσαν ανεπίσημα μοναχοί είτε στα φανερά είτε στα κρυφά, όπου οι συνθήκες δεν ήταν ευνοϊκές. Αυτά ήταν τα «Κρυφά Σχολειό» της περιόδου της δουλείας.

2. Οι μοναχοί δεν ήταν μόνο δάσκαλοι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας αλλά και ο σύνδεσμος των κρυπτοχριστιανών με την Εκκλησία.

3. Υπάρχουν πλούσια τοπική παράδοση και πολλές μαρτυρίες τοπωνυμικές και αρχαιολογικές για τα «Κρυφά Σχολειά».

4. Η άρνηση του «Κρυφού Σχολειού» δεν βασίζεται σε τεκμήρια, αλλά σε εικασίες.

5. Η Εκκλησία γενικά είχε στα χέρια της την παιδεία, και την επίσημη και την ανεπίσημη. Στα μοναστήρια βρήκε καταφύγιο ο Ελληνισμός στα χρόνια της σκλαβιάς.                                                 

Λόγοι σεβασμού της ιστορικής αλήθειας, αλλά   και της φιλολογικής δεοντολογίας επιβάλλουν,      για όλα αυτά, σε συλλογικά έργα, όπως η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», να αποφεύγουν τους ατεκμηρίωτους δογματισμούς και να παραθέτουν όλες τις απόψεις.                  

***

Τα μετεπαναστατικά χρόνια και το φαντασιακό ενός ηρωικού παρελθόντος

Το πνεύμα του ρομαντισμού και η εμφάνιση του εθνικισμού στα ευρωπαϊκά κράτη βρήκαν πρόσφορο έδαφος στη μόλις απελευθερωθείσα Ελλάδα. Με το κλίμα αυτό, ενισχύθηκαν οι απόψεις περί Κρυφού Σχολειού, αμέσως μετά την απελευθέρωση. Η ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1837 -του πρώτου πανεπιστημιακού ιδρύματος των Βαλκανίων- δίνει την αφορμή ακόμα και σε διαπρεπείς ακαδημαϊκούς να κάνουν λόγο για την ύπαρξη Κρυφών Σχολειών, προκειμένου να αναδείξουν το μέγεθος της αλματώδους πνευματικής εξέλιξης των Ελλήνων σε λίγα μόνο χρόνια. Έτσι, στην τελετή έναρξης του ιδρύματος, τόσο ο Νεόφυτος Βόμβας όσο και ο Μητροπολίτης Αθηνών Μισαήλ Αποστολίδης αναφέρονται με τα μελανότερα χρώματα στις διώξεις που γνώρισε η παιδεία επί Τουρκοκρατίας. Λίγα χρόνια αργότερα (1842), ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, διαφωτιστής που πέρασε στο συντηρητικό στρατόπεδο, θα αξιοποιούσε την παραπάνω ιδέα για να την εντάξει στο πλέγμα του  ελληνοχριστιανικού  ιδεώδους:  αφού συνδέει την ελληνική παιδεία με τη χριστιανική πίστη -οι οποίες αμφότερες καταδιώχθηκαν από τον κατακτητή-, αποδίδει στη θεία πρόνοια την ίδρυση κουφών σχολείων: «Αλλά η πανάγαθος Πρόνοια... διέταξε και ψυχάς ευσεβείς και φιλόθεους... αίτινες εν ταπειναίς εκκλησίαις και απωκισμένοις μοναστηρίοις, και εν σχολαίς μικραίς και πενιχραίς δια της ιεράς διδασκαλίας, εμαίευον εις ζωήν τα πάτρια των αιχμαλώτων Ελλήνων φρονήματα». Από το ακαδημαϊκό βήμα θα ακουστούν και αργότερα ανάλογες απόψεις. Το 1849 ο Γεώργιος Μαυροκορδάτος θα υποστηρίξει ότι «η προ ημών νεολαία εδιδάσκετο λαθραίως εν υπογείοις και εν οπαίς της γης τον τύραννον διαφεύγουσα», εικόνα που αντιτίθεται στη διδασκαλία εντός του περίλαμπρου κτίσματος της Ακαδημίας, ενώ το 1863 ο Κωνσταντίνος Φρεαρίτης αναφέρει ότι από τα Κρυφά Σχολειά «εξήλθον οι πολυπληθείς εκείνοι της πίστεως και της πατρίδος μεγαλομάρτυρες».

Μια επιπλέον ώθηση στους υποστηρικτές του Κρυφού Σχολειού πρόσφερε η δημοσίευση του ποιήματος «Φεγγαράκι μου λαμπρό» και των παραλλαγών του στη συλλογή του Franz Passow το 1860. Αν και στη συλλογή το ποίημα αυτό αναφέρεται ως ένα αυτοσχέδιο παιδικό άσμα, μόλις ένα χρόνο αργότερα το περιοδικό «Φιλίστωρ» θα αρχίσει να το συνδέει με την κρυφή λειτουργία νυκτερινών σχολείων. Φαίνεται πως η εν λόγω άποψη έγινε ταχύτατα αποδεκτή από την κοινή γνώμη: το 1877 ο πρώτος Αμερικανός πρόξενος στην Ελλάδα Charles Tukermann, που άφησε τις εντυπώσεις του από την παραμονή του στην Ελλάδα (1867-1874) στο σπουδαίο έργο του «Οι Έλληνες της σήμερον» (ελ. μτφρ. Αντωνίου Ζυγομαλά), αναφέρεται στο εν λόγω άσμα ως εξής:

«Τοιούτον περίπου ήτο το άσμα όπερ ετραγώδουν οι Ελληνόπαιδες, πορευόμενοι εν καιρώ νυκτός εις το σχολείον επί τουρκοκρατίας. Το άσμα τούτο είναι γνωστόν εις πάντα Έλληνα νυν ως και πρότερον, και οι πατέρες δεικνύοντες εις τα τέκνα των την σελήνην, επαναλαμβάνουσι τους στίχους τούτους, αφηγούμενοι αυτοίς πόσον τοις εχρησίμευσεν αύτη κατά τους σκοτεινούς χρόνους της Οθωμανικής κυριαρχίας. Μη επιθυμούντες, έστω και κατ' ελάχιστον, να ερεθίσωσι τους δέσποτας αυτών δυναμένους να παρακωλύσωσαντας προς ιδίαν παίδευσιν προσπαθείας των, οι παίδες ουχί δε σπανίως και αυτοί οι πατέρες, εφοίτων δια νυκτός και κρυφά εις την οικίαν του διδασκάλου, όπως εξακολουθήσωσι τας σπουδάς των».

Ο Τυοκβιτηδηη αναπαράγει την επικρατούσα αντίληψη χωρίς απαραίτητα και να την ασπάζεται. Ο ίδιος μάλιστα σημειώνει ότι «αϊ τουρκικοί αρχαί δεν περεκώλυον απολύτως την παίδευσιν των Ελλήνων, αλλά και δεν ενεθάρρυνον ταύτην».

Είναι λοιπόν εμφανές ότι η θεωρία περί Κρυφού Σχολειού αναπτύχθηκε μετεπαναστατικά και εντάχθηκε στην προσπάθεια για τη δημιουργία εθνικής συνείδησης. Όσοι επανήλθαν οε αυτό το θέμα το χρησιμοποίησαν στο πλαίσιο μιας εθνικής ρητορείας. Το 1874 ο Νικόλαος Δραγούμης εμπλουτίζει το έργο του «Ιστορικοί Αναμνήσεις», με μια μη ιστορική αναφορά στο Κρυφό Σχολειό, ενώ στο μεσουράνημα του μεγαλοϊδεατισμού, ο Νεοκλής Καζάζης υποστηρίζει το 1905 ότι οι υπόδουλοι Έλληνες «ατιμωρητί δεν ηδύναντο να διδάσκωνται και να εκμανθάνωσιν τα γράμματα εν μέση ημέρα».

Η θεωρία αυτή επέδρασε όχι μόνο στην ιστορία, αλλά και στην τέχνη της εποχής. Ο μεγάλος Έλληνας ζωγράφος Νικόλαος Γύζης φιλοτέχνησε το 1886 τον πίνακα «Το Κρυφό Σχολειό» και λίγο μετά το έργο «Τα πρώτα γράμματα», που εμφανίζει ένα μικρό παιδί να διδάσκεται από έναν μοναχό. Χαρακτηριστικό είναι επίσης το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη (1900) με τίτλο «Το Κρυφό Σχολειό»:

Μη σκίαζεστε στα σκότη!

Της λευτεριάς

το φεγγοβόλο αστέρι

της νύχτας το ξημέρωμα

θα φέρει!

***

Η άρνηση των ιστορικών

Ασχέτως του χρόνου και των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκαν, οι απόψεις περί Κρυφού Σχολειού είχαν κάποιες κοινές συνισταμένες: στηρίχθηκαν σε αναφορές ιστορικών πηγών που έκαναν λόγο για (οικονομικές κυρίως) δυσκολίες στην οργάνωση της παιδείας -ποτέ όμως για γενικευμένη απαγόρευση- και για την εμπλοκή του κλήρου στην εκπαίδευση. Παράλληλα, οι υποστηρικτές του αξιοποίησαν κυρίως μετεπαναστατικές λογοτεχνικές αναφορές ή παραϊστορικές πηγές, όπως προσωπικές μαρτυρίες, τοπωνύμια, παραδοσιακά τραγούδια κ.ο.κ.

Ήταν λοιπόν αναμενόμενο να εκδηλωθούν εξαρχής αντιδράσεις για τη μη ύπαρξη Κρυφών Σχολειών κατά την Τουρκοκρατία. Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η μαρτυρία που διασώζει ο Marcellus για την ελληνική εκπαίδευση πριν από την επανάσταση. Όταν το 1820 συναντήθηκε με τον Βάμβα στο Γυμνάσιο της Χίου, ο τελευταίος (που αρκετά χρόνια μετά, όπως είδαμε, έκανε λόγο για το Κρυφό Σχολειό - πλέον ως ακαδημαϊκός στην Αθήνα) ανέφερε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο: «Είτε από αδιαφορία είτε ως αρχή, η Υψηλή Πύλη δεν αντιτάχθηκε καθόλου στην πνευματική αναγέννηση της Ελλάδας. Οι πραγματικότεροι εχθροί σε αυτήν την ευτυχισμένη παλιγγενεσία βρίσκονται στους κόλπους μας», Το 1865, μέσα από το Ροδ.οκανάκειο Διαγωνισμό, τελείται η πρώτη συστηματική έρευνα για την παιδεία επί Τουρκοκρατίας. Ο νικητής του διαγωνισμού Κωνσταντίνος Σάθας πουθενά δεν αναφέρεται στην ύπαρξη κρυφών σχολείων. Καμία αναφορά δεν γίνεται επίσης στο έργο μελετητών εκείνης της περιόδου, όπως ο Δ. Βικέλας, ο Αθ. Πολυζωίδης, ο Μ. Οικονόμου, ο Ε. Κασιόρχης, ο Γρ. Καμπούρογλου, αλλά και οι διάσημοι ξένοι ιστορικοί G. Finlay και F. Mendelsohn - Bartholdy.

Η δεκαετία του '30

Η απόρριψη του Κρυφού Σχολειού όμως έγινε πιο έντονη μετά τη δεκαετία του '30, όταν πλέον είχε αποτύχει πλήρως η Μεγάλη Ιδέα και πραγματοποιήθηκε μια συστηματική αποδόμηση της ιδεολογικής της βάσης. Ο Γιάννης Κορδάτος χαρακτηρίζει το Κρυφό Σχολειό ως ιστορικό ψέμα και παράδοση και υποστηρίζει ότι σε νάρθηκες εκκλησιών «όταν τύχαινε μερικοί ιερωμένοι να ξέρουν λίγα γράμματα, μάθαιναν στα αρχοντόπαιδα ανάγνωση και γραφή... Η τουρκική εξουσία δεν εμπόδιζε τα σχολεία για να είναι κρυφά. Τα προνόμια του Πατριαρχείου ήταν πολλά και σπουδαία».

Στο ίδιο μήκος κύματος κυμάνθηκε και ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο οποίος επετέθη με πολύ σκληρή γλώσσα εναντίον των υποστηρικτών του Κρυφού Σχολειού, μέσα από τη Νέα Εστία το 1945. Υποστήριξε ότι «στα τελευταία δικά μας χρόνια, κάποιοι καθυστερημένοι πατριώτες, όπως οι γυναίκες στα χωριά, βγαίνουνε με τα φανάρια να συνάξουνε σαλιγκάρια μέσα στα χαλάσματα των κάστρων, ανακαλύψανε αυτοί οι νιόβγαλτοι σοφοί... έναν τρανό σαλίγκαρο, άσπρον αληθινό καράβολα και κούφιο! Με μόνη μαρτυρία το "Φεγγαράκι", προσπαθούν να πουν ότι η παιδεία μας κατατρεχόταν αλύπητα από τους Τούρκους και το τελευταίο της καταφύγιο, άγιο βήμα μυστικό, ήταν το Κρυφό Σχολειό». Ο Βλαχογιάννης αποδίδει το «Φεγγαράκι» στη συνήθεια που υπήρχε από τα βυζαντινά κιόλας χρόνια να ετοιμάζονται οι μαθητές από πολύ νωρίς το πρωί (κάτι που το επιβεβαιώνει και ο Τρ. Ευαγγελίδης και ο Φαίδων Κουκούλες) και συμπληρώνει: «Όλο αυτό το φανταχτερό και κούφιο και χωρίς θεμέλιο χτίσμα πέφτει σε μια στιγμή σωρός με έναν λόγο μονάχα: Ποτέ ο Τούρκος, ο αγράμματος, δεν μπόδισε τον Χριστιανό γράμματα να μαθαίνει, και μονάχα πολύ σπάνια έμπαινε στη μέση να χωρίζει τους δασκάλους άμα πιάνονταν από τα μαλλιά και γινόταν σκάνταλο με τα μεγάλα τους σκολειά».

Αγγέλου ο αρνητής

Ο πιο συστηματικός αρνητής όμως του Κρυφού Σχολειού ήταν ο Αλκής Αγγέλου, ο οποίος αναφέρθηκε εκτενώς στο θέμα, τόσο μέσα από τις σελίδες της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους (1974) όσο και μέσα από τη μελέτη του «Το Κρυφό Σχολειό: χρονικό ενός μύθου» (1997). Ο Αγγέλου πιστεύει ότι το Κρυφό Σχολειό ήταν ένας μύθος που αξιοποιήθηκε από την εθνική ρητορεία των μετεπαναστατικών πολιτικών, προκειμένου ενισχυθεί η προώθηση του αλυτριοτισμού και της Μεγάλης Ιδέας. Βασίζεται στην απουσία της οποιασδήποτε ιστορικής μαρτυρίας για απαγόρευση της παιδείας και υποστηρίζει ότι δεν συνέτρεχε κανένας λόγος από πλευράς των Οθωμανών να προβούν σε ανάλογες ενέργειες, αφού δεν συνέδεαν την παιδεία με την κοινωνική ανατροπή. Μετά την απελευθέρωση, κατά τον Αγγέλου, ακολούθησε μια προσπάθεια ηρωοποίησης προσώπων και εξιδανίκευσης καταστάσεων, με σαφείς τις επιρροές του πνεύματος του ρομαντισμού, που στόχευαν στη δημιουργία ενός εθνικού φαντασιακού που θα ενδυνάμωνε το φρόνημα των Ελλήνων. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, όταν ο Γύζης ή ο Πολέμης ενσωμάτωναν το Κρυφό Σχολειό στο έργο τους, δεν προέβαιναν στην αξιοποίηση κάποιων ιστορικών πηγών, αλλά ουσιαστικά αποτύπωναν μια συλλογική συνείδηση που εξαρτιόταν άμεσα από την εθνική ρητορική. Όπως πολύ γλαφυρά αναφέρει και ο ίδιος: «Για να αναχθούμε λοιπόν στην εποχή όπου γεννήθηκε ο μύθος, πρέπει να μεταφερθούμε στα χρόνια όπου η αλληλουχία: παιδεία -εθνική αποκατάσταση είχαν γίνει κοινή συνείδηση σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι δυνατή η παρθενογένεση του θέματος είτε από παρεξήγηση είτε από σκοπιμότητα. Αυτή η εποχή είναι ο Αγώνας, κατά τον οποίο παρουσιάζεται σε μια πρωτογενή μορφή ο μύθος. Η εθνική σκοπιμότητα παίζει εδώ τον πρώτο ρόλο· η συνέχεια είναι εύκολη».

Λίνος Πολίτης

Μεταγενέστερος ο θρύλος

Και ο Λίνος Πολίτης στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (1980) θεωρεί το Κρυφό Σχολειό μεταγενέστερο θρύλο, που βασίστηκε στην οικονομική δυσπραγία του Ελληνισμού στα πρώτα χρόνια μετά την Άλωση. Επισημαίνει όμως ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για κρυφά εκπαιδευτήρια μετά τον 17ο αιώνα, αφού η βαθμηδόν ανερχόμενη ελληνική αστική τάξη ίδρυε ελεύθερα σχολεία, τα οποία στελέχωνε με γνωστούς λογίους και τα εξόπλιζε με βιβλιοθήκες και εποπτικά όργανα. Η άρνηση της ύπαρξης Κρυφού Σχολειού δεν αφορά όμως μόνο ιστορικούς, αλλά έχει ενίοτε υποστηριχθεί και από εκπροσώπους του κλήρου. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου (Παπαδόπουλου), ο οποίος στην πανηγυρική συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών την 25η Μαρτίου 1927 αρνήθηκε ότι ασκήθηκαν διώξεις κατά της παιδείας από τους Τούρκους, αφού αυτοί, αναγνωρίζοντας την ελεύθερη λειτουργία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αντιμετώπισαν και την εκπαίδευση ως μια δραστηριότητα της. «Ούτω δε η παιδεία συνεδεθη μετά της Εκκλησίας, ήτις σπουδαιότατον αυτής μέλημα κατέστησεν αυτής την πνευματικήν του λαού ανάπτυξιν. Οι νάρθηκες των ναών και οι οίκοι των λογιότερων κληρικών μετεβλήθησαν εις σχολάς... Ότω δε βραδύτερον οι Έλληνες, αείποτε προς την παιδείαν ορμώντες, δια της προστασίας των παρά τη Υψηλή Πύλη ισχυόντων ομογενών, κατωρθούν να ιδρύωσι και δημοσίας σχολάς, ίνα λαμβάνωσιν παρά των Τούρκων άδειαν, εχαρακτήριζον αυτός ως "σωφρονιστήρια των νέων", υπό την προστασίαν της Εκκλησίας διατελούντα».

***

Το Κρυφό Σχολειό δεν είναι μύθος,

αλλά πραγματικότητα

του Κωνσταντίνου Χολέβα

Πολιτικού Επιστήμονος-Συγγραφέως

Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου 1821 θα συνοδευθεί από τη μονότονη προσπάθεια κάποιων « προοδευτικών» να ξαναγράψουν την Ιστορία. Μόνιμος στόχος των συγκεκριμένων διανοουμένων και αρθρογράφων είναι το Κρυφό Σχολειό. Το χαρακτηρίζουν μύθο και το χλευάζουν. Προφανώς είναι ανιστόρητοι ή εμπαθείς ή και τα δύο μαζί. Αντιλαμβάνομαι ότι οι στόχοι τους είναι δύο. Πρώτον να υποβαθμίσουν τον πατριωτικό ρόλο της Εκκλησίας και δεύτερον να εξωραΐσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία και να την παρουσιάσουν φιλελεύθερη και ανεκτική.

Ας έλθουμε στον πρώτο στόχο τους. Τους ενοχλεί η υπενθύμιση ότι στα δύσκολα χρόνια της δουλείας η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι κληρικοί ανέλαβαν την εκπαίδευση και την εθνική αφύπνιση των υποδούλων. Δεν θα καταφύγουμε σε μαρτυρίες Ελλήνων της εποχής εκείνης. Θα θυμίσουμε τί έγραφε σε επιστολή του ο Ρωμαιοκαθολικός Γκέρλαχ, πάστορας της Γερμανικής Πρεσβείας της Κωνσταντινουπόλεως το 1575. Αντιγράφουμε από το σπουδαίο σύγγραμμα του συγχρόνου μας Γερμανού Ρωμαιοκαθολικού κληρικού και Νεοελληνιστή Γκέρχαρντ Ποντσκάλσκι «Η Ελληνική Θεολογία επί Τουρκοκρατίας», ελληνική έκδοση Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 2005): « Πουθενά σε ολόκληρη την Ελλάδα δεν ευδοκιμεί η μελέτη. Δεν υπάρχουν δημόσιες ακαδημίες ή καθηγητές, με εξαίρεση τα κοινά σχολεία, όπου διδάσκονται τα αγόρια ανάγνωση με το Ωρολόγιο, την Οκτώηχο, το Ψαλτήριο και άλλα βιβλία που χρησιμοποιούνται στις ακολουθίες. Ελάχιστοι όμως από τους ιερείς και τους μοναχούς κατανοούν πραγματικά αυτά τα βιβλία» (σελ. 86). Να, λοιπόν, που ένας Γερμανός κληρικός του 16ου αιώνος, ο οποίος δεν είχε κανένα λόγο να κατασκευάζει μύθους υπέρ του Ορθοδόξου κλήρου, παραδέχεται σε επιστολή του προς τον Γερμανό λόγιο Μαρτίνο Κρούσιο, ότι οι μοναχοί και οι κληρικοί ήταν οι μόνοι που αγωνιζόντουσαν κατά την περίοδο εκείνη να μορφώσουν τα Ελληνόπουλα, παρά τα δικά τους μορφωτικά κενά.

Ερχόμαστε τώρα στην προσπάθεια των κατασκευαστών της «προοδευτικής Ιστορίας» να εξωραΐσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Υποστηρίζουν ότι δεν υπήρχε καταπίεση εις βάρος της παιδείας των Ρωμηών. Ας δούμε όμως πώς περιγράφει το κλίμα του 17ου αιώνος ένας επιφανής Έλληνας που τελικά έχασε την ζωή του λόγω της υπερβολικής τόλμης του. Καταθέτουμε τη μαρτυρία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου Λουκάρεως, ο οποίος στραγγαλίστηκε το 1638 από τους Τούρκους. Έγραφε το 1616 σε μία πραγματεία του- προκήρυξη προς τους Έλληνες: « Ημπορούσι να είπουν οι Λατίνοι… μάθημα και σοφίαν δεν έχετε, αμή είσθε δούλοι και έχετε τους Τούρκους πάνω από τα κεφάλια σας…. Όσον πως δεν έχομεν σοφίαν και μαθήματα αλήθεια είναι…. Η πτωχεία και η αφαίρεσις της βασιλείας μας το έκαμαν και ας έχωμεν υπομονήν». Ομολογεί ο Πατριάρχης με αρκετό θάρρος ότι οι Έλληνες δεν είχαν « μαθήματα», δηλαδή σχολεία, διότι ήσαν υπόδουλοι. Έχασαν το κράτος τους και λόγω εχθρικής καταπίεσης δεν μπορούν να μορφωθούν, με αποτέλεσμα να τους ειρωνεύονται οι Δυτικοί Χριστιανοί.

Επισημαίνουν οι αμφισβητίες: Μα καλά τον 18ο αιώνα έχουμε πλέον αξιόλογα ελληνικά σχολεία στα Γιάννενα, στην Κοζάνη, στην Σμύρνη, στο Άγιον Όρος κλπ. Και ο Πατροκοσμάς σχολεία ίδρυε. Απαντούμε ότι την εποχή εκείνη είχε χαλαρώσει κάπως η Οθωμανική αυθαιρεσία λόγω πιέσεων έξωθεν. Όμως και τότε ακόμη υπήρχε ανάγκη για κρυφά μαθήματα. Γιατί; Την απάντηση δίνει ο Γάλλος δημοσιογράφος Ρενέ Πυώ στο βιβλίο του « Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος» ( ελληνική έκδοση ΤΡΟΧΑΛΙΑ, Αθήνα χ.χρ.): Ο Πυώ ακολούθησε το 1913 τον Ελληνικό Στρατό που απελευθέρωσε την ενιαία Ήπειρο και διηγείται τί άκουσε σχετικά με την Τουρκοκρατία στο Αργυρόκαστρο: « Κανένα βιβλίο τυπωμένο στην Αθήνα δεν γινόταν δεκτό στα σχολεία της Ηπείρου. Ήταν επιβεβλημένο να τα προμηθεύονται όλα από την Κωνσταντινούπολη. Η Ελληνική Ιστορία ήταν απαγορευμένη, Στην περίπτωση αυτή λειτουργούσαν πρόσθετα κρυφά μαθήματα, όπου ο νεαρός Ηπειρώτης μάθαινε για τη μητέρα πατρίδα, διδασκόταν τον εθνικό της ύμνο, τα ποιήματά της και τους ήρωές της» (σελ 126). Ένας Γάλλος πολεμικός ανταποκριτής καταγράφει χωρίς φόβο και πάθος την τουρκική πολιτική στον τομέα της παιδείας στις αρχές του προηγουμένου αιώνος. Κρυφά μαθήματα για τα ελληνόπουλα. Αυτή είναι η αλήθεια, την οποία οι δήθεν προοδευτικοί θέλουν να αγνοούν. Προτιμούν να εμφανίζονται και ανιστόρητοι και εμπαθείς.

Αδιάψευστοι μάρτυρες είναι τα τοπωνύμια. Στην Πελοπόννησο, στην Κρήτη, στη Βοιωτία, στις Κυκλάδες, στην Ήπειρο, στη Μακεδονία, στη Μικρά Ασία, παντού όπου έζησε ο Ελληνισμός διασώζεται ακόμη το τοπωνύμιο Κρυφό Σχολειό. Δεν μπορεί σε τόσα διαφορετικά μέρη να.....έπαθαν οι κάτοικοι ομαδική παράκρουση! Η προφορική παράδοση από γενιά σε γενιά διέσωσε στην ιστορική μνήμη την αλήθεια για το Κρυφό Σχολειό. Αυτήν ακριβώς που περιγράφει ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, όταν γράφει στον Α΄ τόμο των Απομνημονευμάτων του (σελίδα 46) ότι την παιδεία επί Τουρκοκρατίας την είχαν στα χέρια τους οι ιερείς και όλα αυτά «εγίνοντο  εν τω σκότει και προφυλακτά από τους Τούρκους»!

***

Η ιστορική μνήμη

της Δήμητρας Ρουσέλη

Η πλειονότητα της επιστημονικής κοινότητας υποστηρίζει ότι το «Κρυφό Σχολειό» είναι ένας μύθος. Από την άλλη πλευρά η Εκκλησία, καθώς και μερικοί εκπρόσωποι της επιστημονικής κοινότητας εξακολουθούν να θεωρούν το «Κρυφό Σχολειό» ως υπαρκτή οντότητα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Τελικά ποια είναι η ιστορική αλήθεια για το «Κρυφό Σχολειό»; Είναι μύθος ή πραγματικότητα; Αν αποτελεί ένα μύθο, γιατί διατηρήθηκε στην ιστορική μας μνήμη τόσα χρόνια;

Πριν αρχίσουμε να αναλύουμε το θέμα του «Κρυφού Σχολειού» ας αποσαφηνίσουμε τους όρους μύθος και ιστορική μνήμη. Με τη λέξη μύθος δεν εννοούμε ένα παραμύθι. Ο μύθος δεν είναι η υπεραπλούστευση κάποιας φαντασίωσης, αλλά περικλείει λογικοφανείς δομές της σκέψης και συνιστά καρπό πνευματικής ενασχόλησης. Σύμφωνα με τον Μ. Εliad, «ο μύθος αφηγείται περιστατικά που έγιναν καταρχήν, σε μια αρχέγονη και άχρονη στιγμή, σ' ένα διάστημα ιερού χρόνου». Ο μύθος έχει την ιδιότητα να μεταφέρει τον άνθρωπο από τον πραγματικό χρόνο που ζει σε ένα χρόνο του παρελθόντος που δεν μετριέται, διότι δεν έχει ορισμένη διάρκεια και είναι προσδιορισμένος χρονικά πριν από αιώνες.

Είναι λάθος να αποδίδουμε στον όρο αυτό αρνητική σημασία. Οι μύθοι δε μπορεί να χαρακτηριστούν ψέματα. Είναι αφηγήματα που εμπεριέχουν κάποια φανταστικά στοιχεία και σύμβολα με στόχο να εξηγήσουν κάποια γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στο παρελθόν.

Σε κάθε μύθο κρύβεται και μια αλήθεια. Ο μύθος, όπως και η ιστορία, δύναται να ενισχύσει την εθνική ταυτότητα ενός λαού, ενώ παράλληλα διαθέτει τη δυναμική στο να αποτελέσει ασπίδα προστασίας μιας «τραυματισμένης» μειονότητας ή κοινωνικής ομάδας. Συνεπώς όταν σε μια κοινωνία-πολιτεία σημειώνονται ραγδαίες αλλαγές σε κάποιους τομείς και οι παλιές παραδόσεις- μύθοι δεν μπορούν πλέον να ενσωματωθούν και να επιτελέσουν τη λειτουργία τους, τότε κατασκευάζονται-επινοούνται νέοι μύθοι, νέες παραδόσεις-ιστορίες.

Με τον όρο ιστορική ή συλλογική μνήμη εννοούμε τη συνεχή ανάμνηση του εθνικού παρελθόντος. Η μνήμη, από την οποία η ιστορία αντλεί στοιχεία, προσπαθεί να διασώσει το παρελθόν, για να εξυπηρετήσει το παρόν και το μέλλον. Η ιστορική μνήμη όμως δεν πρέπει να δημιουργεί δεσμευτικό λόγο, αλλά ν' αφήνει τον κάθε πολίτη να επιλέγει ελεύθερα, απαλλαγμένο από κάθε είδους εθνικιστικές ιδεολογίες και κατάλοιπα ιστορικών παραδόσεων. Προσφέρει δε πολύτιμη εμπειρία σ' εκείνον που θέλει να τη χρησιμοποιήσει, διότι αποτελεί προϊόν υψηλής διανόησης του ανθρώπου.

Το «Κρυφό Σχολείο» θεωρείται ότι αποτελεί έναν από τους πιο διαδεδομένους και ανθεκτικούς μύθους της εθνικής μας ιστορίας και είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, καθώς και με την Εκκλησία.

Γνωστοί ερευνητές που ενστερνίζονται την άποψη ότι το «Κρυφό Σχολειό» είναι ένα ιστορικό ψέμα είναι ο Γιάννης Βλαχογιάννης και ο Αλκής Αγγέλου. Ο τελευταίος μάλιστα έχει εκπονήσει ειδική μελέτη που αναφέρεται στο συγκεκριμένο μύθο.

Τα βασικά επιχειρήματα που επικαλούνται οι αρνητές του «Κρυφού Σχολειού» προκειμένου να στηρίξουν τη θέση τους είναι δύο. Πρώτον, οι Τούρκοι δεν απαγόρευαν τη λειτουργία σχολείων και δεύτερον δεν υπάρχουν έγκυρες μαρτυρίες που να βεβαιώνουν την ύπαρξη των σχολείων αυτών.

Οι υποστηρικτές του «Κρυφού Σχολειού» αποδέχονται το γεγονός ότι οι Τούρκοι επέτρεπαν τη λειτουργία των σχολείων. Εστιάζουν όμως τα επιχειρήματα τους στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσαν τότε οι Έλληνες. Η ένσταση τους, δηλαδή, εντοπίζεται στο ότι ναι μεν οι Τούρκοι δεν απαγόρευαν επίσημα τη λειτουργία σχολείων, αλλά στην πράξη αυτό ήταν πολύ δύσκολο, λαμβάνοντας υπόψη την καταπίεση, τις αυθαιρεσίες, την καταβολή φόρων, το παιδομάζωμα και τα χαρέμια. Άλλωστε αυτό αποδεικνύεται και από το πλήθος των νεομαρτύρων της εποχής της Τουρκοκρατίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το άρθρο του κοινωνιολόγου Ιωάννη Ξηροτύρη στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» στις 27/3/1985. Συγκε-κριμένα αναφέρει ότι τα παιδιά δεν τολμούσαν να εμφανιστούν την ημέρα γιατί ο κατακτητής παραμόνευε να τα αρπάξει. Έμεναν κρυμμένα την ημέρα και τη νύχτα πήγαιναν σχολείο.

Παράλληλα όμως σύγχρονοι εκπρόσωποι της Εκκλησίας παραδέχονται ότι το «Κρυφό Σχολειό» δεν αποτελεί μια ιστορική πραγματικότητα, αλλά είναι ένας μύθος. Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός αναφέρει χαρακτηριστικά στο βιβλίο του «Τουρκοκρατία, οι Έλληνες στην οθωμανική αυτοκρατορία» (σ. 133) ότι τίποτα δεν αποδεικνύει επίσημη, καθιερωμένη και συστηματική δίωξη της παιδείας από τους Τούρκους και ότι το «Κρυφό Σχολειό» είναι ιστορικά ατεκμηρίωτο. Εξάλλου, πώς γίνεται να υπήρχαν τα «Κρυφά Σχολειά», να απαγορευόταν η φανερή εκπαίδευση και ο Κοσμάς ο Αιτωλός να ίδρυε σχολεία; Ση-μαντικό είναι ότι ο Κοσμάς ο Αιτωλός ανέπτυξε την εθνική του δράση έχοντας την άδεια και την ευλογία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Μερικοί αποδίδουν άλλη σημασία στον όρο «Κρυφό Σχολειό». Υποστηρίζουν ότι δεν έχει καμιά σχέση με αυτό που παρουσίαζε ο πίνακας του Γύζη και θεωρούν ότι ο όρος «κρυφό» αναφέρεται στη μυστική διδασκαλία κάποιων ιδεών, όπως η επανάσταση και η ελευθερία, που ήταν απαγορευμένες.

Για την περίοδο 1480-1530 δεν υπάρχει κάποια βάσιμη πληροφορία που να μας βεβαιώνει για την ύπαρξη σχολείων στις τουρκοκρατούμενες ελληνικές περιοχές. Η εκπαίδευση εκείνα τα χρόνια περιόριζοταν στη μαθητεία των παιδιών κοντά σ' έναν κληρικό.

Κατά τα τέλη του 16ου αιώνα λειτουργούσαν σχολεία σε κάθε πόλη, όπως και στα νησιά του Αιγαίου. Ο μοναδικός δασκάλος, συνήθως ήταν ιερέας, που δίδασκε τα γνωστά κολλυβογράμματα, είχαν δε ως αναγνώσματα την Οκτώηχο, το Ψαλτήρι, το Ωρολόγιο και διάφορα άλλα εκκλησιαστικά βιβλία. Η εκπαίδευση θεωρείτο ότι ήταν ελεύθερη, αλλά στην πραγματικότητα εξαρτιόταν από τις τυχόν αυθαιρεσίες του Τούρκου υπεύθυνου κάθε περιοχής.

Κλείνοντας, οφείλουμε να τονίσουμε ότι με την απομυθοποίηση του «Κρυφού Σχολειού» δεν μειώνεται η αξία της Εκκλησίας. Κανένας δεν αμφισβητεί το ρόλο της στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Οι δάσκαλοι των παιδιών ήταν ιερείς και καλόγεροι. Μέχρι τα τέλη του 16ου και στις αρχές του 17ου αιώνα, τα κοινά σχολεία λειτουργούσαν σε νάρθηκες εκκλησιών και κελιά μοναοτηριών. Όλοι παραδεχόμαστε ότι η Εκκλησία ήταν αρωγός της παιδείας και του έθνους. Σε πολλά μέρη, όπως στην Κύπρο, πολλοί, ακόμα και σήμερα, αποκαλούν τον ιερέα «δάσκαλε».

Η Δήμητρα Ρουσέλη είναι εκπαιδευτικός, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στην Ιστορία και Διδακτική της Ιστορίας.

***

Η οργάνωση της παιδείας και το Κρυφό Σχολειό

του Γιώργου θ. Πρίντζιπα

Η συζήτηση για την ύπαρξη η μη ύπαρξη του λεγόμενου Κρυφού Σχολειού, κατά τη γνώμη μου, έχει εγκλωβιστεί στην απόδειξη της ιστορικότητας της θέσης κάθε πλευράς και όχι με το αληθές γεγονός, δηλαδή την οργάνωση της παιδείας στην περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Με άλλα λόγια, οι αρνητές της ιστορικότητας του Κρυφού Σχολειού -όχι όλοι- θέλουν μέσω αυτού του τρόπου να αποδείξουν ότι η Εκκλησία δεν είχε συμμετοχή στην οργάνωση της παιδείας εκείνα τα χρόνια, οι δε υποστηρικτές του -κυρίως εκκλησιαστικοί- το αντίθετο. Και οι δύο απόψεις βρίσκονται οε λάθος δρόμο.

Πραγματικά από το πλήθος των μαρτυριών δεν διασώζεται καμιά αναφορά για την ύπαρξη και λειτουργία Κρυφού Σχολειού. Αντίθετα είναι πολλές οι αναφορές στη λειτουργία σχολείων και ακαδημιών που φαίνεται ότι λειτουργούσαν φανερά και ακώλυτα από τον 17ο αιώνα και μετά. Μάλιστα ο Μανουήλ Γεδεών, στο βιβλίο του «Ιστορία των του Χριστού πενήτων», αναφέρει ότι η οθωμανική εξουσία «ουδέποτε εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων εμπόδισε την εν νάρθηξι και κελλίοις διδασκαλίαν». Σε ανώμαλες καταστάσεις;

Από την άλλη πλευρά η περί Κρυφού Σχολειού φιλολογία παρουσιάστηκε στα χρόνια του Αγώνα, όταν το 1822 ο γιατρός και λόγιος Στέφανος Κανέλλος έκανε αναφορά στην ύπαρξη του σε γράμμα του προς το φίλο του Γερμανό ποιητή Ίλκε. Οι αναφορές πληθαίνουν, αλλά στην ουσία αναπαράγουν τα ίδια στοιχεία, ενώ το θέμα εισέρχεται στην ποίηση (Ι. Πολέμης) και στην Τέχνη (Ν. Γύζης). Η συζήτηση αποκτά ξεχωριστή δυναμική τα τελευταία χρόνια με τους δυο στόχους που προαναφέραμε. Επομένως το ερώτημα παραμένει: Μύθος ή πραγματικότητα. Πώς θα φαινόταν όμως αν δίναμε την απάντηση: Και τα δύο;

Όσοι αρνούνται την ιστορική ύπαρξη του δεν στέκονται στην επιφύλαξη του Μανουήλ Γεδεών, όπως αυτή φαίνεται στο απόσπασμα που παραθέτουμε παραπάνω. Η οθωμανική εξουσία «ουδέποτε εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων εμπόδισε την εν νάρθηξι και κελλίοις διδασκαλίαν». Σε ανώμαλες περιόδους; Π.χ. σ' αυτό τον περιβόητο 16ο αιώνα γνωρίζουμε τι έγινε; Τότε π.χ. που ο Σελίμ ο Α' θέλησε να εξισλαμίσει όλους τους χριστιανούς και την αποτροπή πέτυχε ο Πατριάρχης Θεόληπτος ο Α' με τέχνασμα, γιατί αυτός ο σουλτάνος να επιτρέπει την ύπαρξη χριστιανικών σχολείων; Και όταν καθ' όλο τον 16ο αιώνα φανατικά στοιχεία έκαναν το βίο αβίωτο των χριστιανών στην πρωτεύουσα και στην περιφέρεια γιατί να μην εμποδίζουν την ύπαρξη σχολείων;

Τα πράγματα όμως βελτιώθηκαν και σ' αυτό που ο Γεδεών αναφέρει ως «ομαλή κατάσταση πραγμάτων». Έτσι στις 12 Φεβρουαρίου του 1593, επί πατριαρχίας Ιερεμία Β' του Τρανού, η Σύνοδος του Πατριαρχείου (που τότε βρισκόταν στο Βλαχ Σεράι και όχι στο Φανάρι) πήρε μια πολύ σπουδαία απόφαση. Κάθε επίσκοπος στην επαρχία του «φροντίδα και δαπάνην τη δυναμένην ποιείν, ώστε τα θεία και ιερά γράμματα δύνασθαι διδάσκεσθαι, βοηθείν κατά δύναμιν τοις θέλουοι διδάσκειν και μαθείν προαιρουμένοις, εάν των επιτηδείων χρείαν έχωσιν». Με άλλα λόγια έδινε εντολή οτους επισκόπους να οργανώσουν σχολεία στις επαρχίες τους και να τα ενισχύσουν οικονομικά. Έτσι από την πολύ πρώιμη αυτή εποχή η Εκκλησία, ο μόνος οργανωμένος θεσμός του υπόδουλου Γένους, στα πλαίσια της Εθναρχίας, αναλαμβάνει την πρωτοβουλία για την ίδρυση σχολείων. Από τότε η εκπαίδευση ήταν συνδεδεμένη με την Εκκλησία -κι αυτό στα πλαίσια των προνομίων που είχε- και ο σύνδεσμος αυτός έχει και οικονομική σημασία.

Είναι η εποχή που στην Κωνσταντινούπολη και στα μεγάλα αστικά κέντρα του υπόδουλου Ελληνισμού, αλλά και στα νησιά όπως η Χίος, έχουν αρχίοει τη δραστηριότητα τους θαυμαστά για την εποχή σχολεία με περίφημους δάσκαλους και έχουν δώσει καρπούς της δουλειάς τους. Μερικά παραδείγματα είναι χαρακτηριστικά. Ματθαίος Καμαριώτης, Παχώμιος Ρουσάνος, Μιχαήλ Ερμόδωρος, Λήσταρχος, Θεοφάνης Ελεαβούλκος κ.ά. Όλοι κληρικοί και μοναχοί. Φυσικό ήταν ο σπουδαίος Πατριάρχης Ιερεμίας ο Β' να θέλει αυτοί οι καρποί να επεκταθούν. Και το αποτέλεσμα ήταν στον επόμενο αιώνα να οργανωθούν σχολεία σε πολλές περιοχές και να βρεθούν δάσκαλοι που συνδύαζαν την έδρα με το Θυσιαστήριο.

Και βέβαια η οργάνωση σχολείων απαιτεί δυο απαραίτητους όρους: δάσκαλοι και κτίρια. Για προγράμματα σπουδών ούτε λόγος να γίνεται. Αυτά θα διαμορφωθούν στους επόμενους αιώνες. Πάντως, στα σχολεία αυτής της περιόδου η Εκκλησία έχει και τα δύο. Δάσκαλους τους παπάδες και τους καλόγερους και κτίρια τους νάρθηκες των ναών και τα κελιά. Πρόκειται για τα μικρά ενοριακά σχολεία, τα λεγόμενα «κοινά» που αργότερα εξελίχθηκαν σε αλληλοδιδακτικά.

Στα σχολεία αυτά διδακτική ύλη ήταν τα βιβλία της Εκκλησίας, το οκτωήχι και το ψαλτήρι. Αυτά κάλυπταν τη γλώσσα και η Φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου την ιστορία. Έπειτα από αυτά και με διαμορφωμένο πρόγραμμα είναι τα ελληνικά λεγόμενα σχολεία που ιδρύονται σε λίγες επαρχίες. Μεγάλο πνευματικό γεγονός αυτής της εποχής απετέλεσε η λειτουργία της Πατριαρχικής Ακαδημίας Κωνσταντινουπόλεως. Η σχολή αυτή καθώς και άλλες παρόμοιες σχολές στη Διασπορά γίνονται οι πνευματικοί φάροι της μετέπειτα ακμής της παιδείας. Και αυτές οι ακαδημίες είναι έργο της Εκκλησίας και εκκλησιαστικοί άντρες είναι οι καθηγητές τους. Σταθμός για την παιδεία ήταν τότε η ίδρυση της Αθωνίτιδας Ακαδημίας και της Ακαδημίας της Πάτμου.

Τους επόμενους αιώνες η ανάπτυξη της παιδείας είναι συνώνυμη με την οικονομική ανάπτυξη των κοινοτήτων που και αυτές έχουν εκκλησιαστική εξάρτηση. Κτιριακά μερικά σχολεία αποκτούν δικό τους οίκημα, κυρίως από δωρεές πλουσίων εμπόρων, τα περισσότερα συνεχίζουν να στεγάζονται σε μοναστήρια και εκκλησιαστικά οικήματα που και αυτά μπορεί να έχουν γίνει με δωρεές φιλογενών πλουσίων, ενώ η πλειοψηφία των δασκάλων εξακολουθεί να έχει και εκκλησιαστική ιδιότητα.

Κατόπιν αυτών παραμένει το ερώτημα: Η Εκκλησία με την τόση δράση στα εκπαιδευτικά πράγματα της Τουρκοκρατίας τι χρειάζεται, σε τι την εξυπηρετεί το Κρυφό Σχολειό; Όσοι υποστηρίζουν το αντίθετο πώς ελπίζουν ότι διαγράφοντας το Κρυφό Σχολειό θα διαγράψουν και την ιστορικά αποδεδειγμένη συμβολή της Εκκλησίας στην εκπαιδευτική δραστηριότητα της Τουρκοκρατίας; Π' αυτό στην αρχή μίλησα για λάθος δρόμο.

Ο Γιώργος θ. Πρίντζιπας είναι συγγραφέας, πρώην διευθυντής της Βιβλιοθήκης της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

***

Μόνιμα ζωντανό και αναγκαίο

του π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού

1.  Ο υπόδουλος Ελληνισμός δεν βυθίστηκε ποτέ σε πνευματική νάρκωση ή αδράνεια. Ο λόγος για το «πνευματικό σκοτάδι» της δουλείας αληθεύει μόνο για ένα μέρος του Λαού, που δεν είχε τη δυνατότητα, στην αρχή τουλάχιστον, σχολικής παιδείας. Αλλά πρέπει να λεχθεί ότι και πριν    από    την    πτώση    της    Ρωμανίας/Βυζαντίου η κατάσταση για τον Λαό δεν ήταν πολύ καλύτερη. Ακόμη και στη Δύση την ίδια περίοδο, παρά τα φημιζόμενα (μεταγενέστερα) «φώτα» της, η γενική στάθμη της λαϊκής εκπαίδευσης ήταν το ίδιο χαμηλή. Γεγονός όμως είναι ότι ο πνευματικός βίος και η πολιτιστική όψη της ζωής του Γένους/Έθνους δεν νεκρώθηκαν ποτέ. Η δίψα για μάθηση έμεινε πάντα έντονη και η λαϊκή ψυχή δεν έπαυσε ποτέ να είναι αστείρευτη πηγή δημιουργίας. Για το τελευταίο πείθουν τα υπέροχα δείγματα του λαϊκού πολιτισμού. Μιλώντας όμως για ακμή και παρακμή της παιδείας, πρέπει να εφαρμόσουμε τα τότε ισχύοντα κριτήρια. Στην παράδοση της «υπόδουλης Ρωμηοσύνης» το βάρος πέφτει πρώτα στην πνευματικότητα, με την ορθόδοξη σημασία του όρου, και μετά στα γράμματα, τη σχολική σοφία. Ακμή για τη Ρωμηοσύνη δεν είναι η ανάδειξη σοφών, αλλά Αγίων-θεουμένων. Με βάση το κριτήριο αυτό η δουλεία δεν ήταν πνευματική κατάπτωση για τη Ρωμηοσύνη, αλλά αντίθετα συνεχίστηκε και σ' αυτήν η πνευματική ακμή των τελευταίων βυζαντινών χρόνων (14ου-15ου αι.}. Η ησυχαστική παράδοση, που εκφράζει την πνευματική ακμή της Ρωμηοσύνης, δεν έσβησε στη δουλεία. Η περίπτωση των Νεομαρτύρων πιστοποιεί αυτή τη συνέχεια. Ανεξάρτητα από τη σχολική παιδεία (τα γράμματα δεν νοούνται στην ελληνορθόδοξη παράδοση ως αντιπαλότητα στην αγιότητα), η «πνευματικότητα» της Ρωμηοσύνης συνεχίστηκε σ' όλη τη διάρκεια της δουλείας.

2. Μέσα στην Εθναρχία όμως και μαζί με τον κοινοτικό θεσμό σώθηκε, παρ' όλες τις ελλείψεις, και η ελληνική παιδεία. Σημαντικός σταθμός υπήρξε η ίδρυση από την Εθναρχούσα Εκκλησία, το 1454, της Πατριαρχικής Σχολής (Ακαδημίας) στην Πόλη. Η πρωτοβουλία ανήκε στον πρώτο εθνάρχη μας Γεννάδιο (Σχολάριο), πρώην καθηγητή. Είναι το αρχαιότερο εκπαιδευτικό Ίδρυμα κατά τη δουλεία που καθιστά ιδιαίτερα έκδηλη την παρουσία της Εκκλησίας στο χώρο της παιδείας, μια πα ρουσία που και στους επόμενους αιώνες θα θεωρείται αυτονόητη και αστασίαστη. Σπουδαίο όμως ορόσημο στην πορεία αυτή ήταν η απόφαση της Εθναρχίας επί Οικουμενικού Πατριάρχη Ιερεμία Β' του Τρανού, το 1593, να φροντίσουν οι Επίσκοποι για την ίδρυση σχολείων και τη στήριξη γενικά της παιδείας στις επαρχίες τους. Είναι η πρώτη επίσημη πράξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας για την ανάπτυξη σχολικής παιδείας. Ο Ζ' κανόνας 'της Συνόδου ορίζει ρητά: «Ώρισεν η αγία Σύνοδος έκαοτον επίσκοπον εν τη εαυτού παροικία φροντίδα και δαπάνην την δυναμένην ποιείν, ώστε τα θεία και ιερά γράμματα δύνασθαι διδάσκεσθαι, βοηθείν δε κατά δύναμιν τοις εθέλουοι διδά σκειν και τοις μαθείν προαιρουμένοις, εάν των επιτηδείων χρείαν έχουσι». Να προσεχθεί ότι ο λόγος επίσημα ήταν για «θεία και ιερά γράμματα», δηλαδή εκκλησιαστικά, τα οποία όμως στην παράδοση  του Έθνους/Γένους μας είναι και εθνικά. Η απόφαση αυτή θεωρείται ως απάντηση στους υποστηρίζοντες την ύπαρξη του «κρυφού σχολειού», λόγω της διώξεως της παιδείας. Αυτό δεν αποδεικνύεται -πράγματι- με επίσημα κείμενα, έστω και αν σε κάποιες περιπτώσεις έλαβε χώρα, ως αποτέλεσμα ατομικής πρωτοβουλίας και υπερβάλλοντος ζήλου κάποιων πασάδων, όπως στην Αίγυπτο κατά το τέλος του 16ου αιώνα, που ο τοπικός Πασάς έκοψε χιλιάδες γλώσσες, διότι μιλούσαν «ρωμαίικα» (Μελέτιος Πηγάς). 3. Τι ήταν λοιπόν το «κρυφό σχολειό»; Ήταν πρώτα η ιδιωτική και ανεπίσημη φροντίδα του εκκλησιαστικού χώρου για την παιδεία, την κατάρτιση των παιδιών στα γράμματα, με βάση τα εκκλησιαστικά βιβλία, λόγω ελλείψεως υλικής υποδομής. Είναι τα λεγόμενα «κολλυβογράμματα». Ήταν όμως και η συνεχής αναρρί-πιση της εθνικής μνήμης και καλλιέργεια εθνικής συνείδησης με τη συνέχεια της γλώσσας, που σώθηκε και θα σώζεται μόνιμα μέσα στη λατρεία της Εκκλησίας, αλλά και προσφορά της ιστορίας για την τόνωση του φρονήματος. Από το ειδικό βάρος των διδασκάλων, κυρίως κληρικών και μοναχών, εξαρτιόταν και το βάθος και το πλάτος των προσφερομένων γνώσεων. Αυτό, μάλιστα, ίσχυε και στις ενετοκρατούμενες περιοχές, όπως τα Επτάνησα. Ο γνωστός πίνακας του Γύζη («Το κρυφό σχολειό») και το γνωστό ποίημα του Ι. Πολέμη δεν φαίνονται αυθαίρετα δημιουργήματα. Διότι έχουν παραδοσιακό υπόβαθρο. Κατά τον μεγάλο βυζαντινολόγο και μεταβυζαντινολόγο Στ. Ράνσιμαν «για τους πιο πολλούς Τούρκους η παιδεία των υποδούλων φυλών ήταν κάτι τελείως ανεπιθύμητο» («Η Μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία»). Η μετάδοση αυτής της εθνικής αγωγής σ' όλες τις διαστάσεις της ήταν φυσικό να μη γίνεται ευχάριστα δεκτή από τους (οποιουσδήποτε) κρατούντες. Αυτό συνέβαινε και στις περιοχές των «κρυπτοχριστιανών». Η μυστικότητα δικαιώνει τον όρο «κρυφό» για το σχολείο της περιόδου. Ο καθηγητής Φάνης Κακριδής, απαντώντας στον καθηγητή Αλκή Αγγέλου, παραθέτει σχετική πληροφορία του Γάλλου Ρ. Πυώ, για μεταγενέστερη εποχή, όπως και οι φίλτατοι συνάδελφοι Σαρ. Καργάκος και Κων. Χολέβας. Ορθά έχει λεχθεί (Φ. Κακριδής) ότι οι πατριωτικές πράξεις «πίσω από την πλάτη της τουρκικής εξουσίας», που γίνονταν άτυπα και εθελοντικά, ήταν ευνόητο να μένουν κρυφές. Τα σχολεία αυτά, συνεπώς, δεν ήταν κρυφά ως προς τον τόηο της λειτουργίας τους, αλλά ως προς το περιεχόμενο της διδασκαλίας και της προσφερόμενης γνώοης. Το με αυτή την έννοια «κρυφό σχολειό» πολεμείται από τους διαφωτιστές ή «φωταδιστές» (Κ. Ζουράρις), παλαιούς και νέους, διότι δεν δίδασκε τα «άθεα γράμματα» της Ευρώπης. Κάποτε έλεγα στον μακαριστό συνάδελφο Αλκή Αγγέλου ότι σ' αυτό το άτυπο, ανεπίσημο και μυστικό («κρυφό») στην εθνική προσφορά του σχολείο οφείλουμε το ότι δεν γίναμε (τότε) «ιτς ογλάν» των Τούρκων ή των Φράγκων... Σημασία όμως έχει ότι το «κρυφό σχολειό», με την παραπάνω σημασία, συνεχίζεται και σήμερα στη «νέα τουρκοκρατία» μας, κατά τον αείμνηστο Μάνο Χατζιδάκι, με την οργάνωση «σχολείων», ανεπίσημων και ιδιωτικών, στο περιβάλλον των ενοριών για την προσφορά μαθημάτων παραδοσιακής ελληνικής γλώσσας και αυθεντικής ιστορίας στα παιδιά μας, αφού τα δύο αυτά συστατικά της ταυτότητας μας, μαζί με το τρίτο, την Πίστη μας, αποκρούονται και εξοβελίζονται από την κρατική σχολική εκπαίδευση. Είναι δε προς τιμήν του φίλτατου φιλολόγου καθηγητή κ. Κώστα Γανωτή ότι έγινε πρωτοπόρος στη λειτουργία τέτοιων σχολείων, αναγκαίων για το έθνος μας και σήμερα, όπως τότε, στην παλαιά δουλεία...

Ο π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός είναι ομότιμος καθηγητής της θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

***

Το Κρυφό Σχολειό

Μύθος ή πραγματικότητα;

Τα πρόσωπα

Αλκής Αγγέλου

Ο Αλκής Αγγέλου γεννήθηκε το 1917 στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έλαβε διδακτορικό από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης. Δίδαξε στην ιδιωτική Μέση Εκπαίδευση και χρημάτισε διευθυντής στο Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (1951-1967). Το 1969 ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Ερμής, από τον οποίο απεχώρησε το 1994. Διετέλεσε καθηγητής της Συγκριτικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης (1975-1984) και δίδαξε στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο (1985-86). Πέθανε στην Αθήνα το 2001.

Φάνης Κακριδής

Ομηριστής και ομότιλος καθηγητής κλασικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ο Φάνης Κακριδής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1933. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου θεσσαλονίκης και δίδαξε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Στο συγγραφικό του έργο ασχολείται με την ιστορία, την ερμηνεία, την κριτική και τη μετάφραση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.

Νικόλαος Γύζης

Ο Νικόλαος Γύζης γεννήθηκε στο Σκλαβοχώρι της Τήνου. Το 1850 η οικογένεια του μετοίκησε στην Αθήνα και ο μικρός Νικόλαος άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα στη Σχολή Καλών Τεχνών. Με το τέλος των σπουδών του έλαβε το 1865 υποτροφία προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. Πρώτοι δάσκαλοι του στο Μόναχο ήταν ο ΗβΓΓηβηη Απδοηϋΐζ και ο ΑΙβχαηάβί \Λ/3£ηβί, ενώ συνδέθηκε στενά με τον Έλληνα ζωγράφο Νικηφόρο Λύτρα. Το 1880 ανακηρύχθηκε επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου και το 1888 εκλέχθηκε τακτικός καθηγητής στο ίδιο ίδρυμα. Πέθανε στο Μόναχο στις αρχές του 1901.

Ιερεμίας Β΄ ο Τρανός

Γεννήθηκε το 1539 στην Αγχίαλο. Χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Λαρίσης και κλήθηκε στον οικουμενικό θρόνο ως διάδοχος του Μητροφάνη Γ το 1572. Κατείχε μεγάλη θεολογική μόρφωση και επιχείρησε να αναδείξει μορφωμένους επισκόπους. Μάλιστα είχε φθάσει με θάρρος να συζητήσει με τους Διαμαρτυρόμενους (Προτεστάντες) σε τρεις επιστολές την «Αυγουσταία ομολογία». Οι επιστολές εκείνες έχουν σωθεί, όπως και κάποιες ακόμη πραγματείες του επί θεολογικών θεμάτων. Με δική του εγκύκλιο το 1593 διέταξε την ίδρυση σχολείων σε κάθε ορθόδοξη ενορία. Πέθανε το 1595, αφήνοντας πλούσιο συγγραφικό έργο.

Κύριλλος Λούκαρις

Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1572. Το 1601, μετά το θάνατο του θείου του, Πατριάρχη Αλεξανδρείας Μελέτιου Πήγα, τον διαδέχτηκε σε ηλικία 29 ετών. Στις 4 Νοεμβρίου 1620 εκλέχτηκε Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης. Υπήρξε ένας από τους λογιότερους Οικουμενικούς Πατριάρχες, αναμόρφωσε το πρόγραμμα Σπουδών της Πατριαρχικής Ακαδημίας, τη διεύθυνση της οποίας ανέθεσε στο νεοαριστοτελιστή φιλόσοφο Θεόφιλο Κορυδαλλέα. Κατηγορήθηκε ότι ετοιμάζει επανάσταση των Ελλήνων και οι Τούρκοι τον έκλεισαν σε κάποιο φρούριο του Βόσπορου και τον εκτέλεσαν στις 27 Ιουνίου 1638.

Ιωάννης Πολέμης

Ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1862. Εντάσσεται στη Νέα Αθηναϊκή Σχολή που αντιτάχτηκε στην υπερβολή και τον άκρατο ρομαντισμό, ενώ παράλληλα καθιέρωσε τη δημοτική γλώσσα στην ποίηση. Έγραψε ακόμα δράματα, ποιήματα για παιδιά, λίγα διηγήματα, ενώ επιμελήθηκε ποιητικές ανθολογίες. Επικρίθηκε συχνά για τον έντονο αισθηματισμό του, την έλλειψη ποιητικού βάθους και θεματικής πρωτοτυπίας. Πέθανε το 1924 στην Αθήνα.

Κοσμάς ο Αιτωλός

Άγιος και νεομάρτυρας ο οποίος έδρασε στα μέσα του 18ου αιώνα. Περιόδευσε σε πολλές περιοχές του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού, όπου ίδρυσε πολλά σχολεία, τα οποία παρείχαν κυρίως παραδοσιακή - θεοκεντρική παιδεία. Οι διδασκαλίες και οι προφητείες του στόχευαν κατά κύριο λόγο στην καταπολέμηση του εκλατινισμού και της διάδοσης του ευρωπαϊκού πνεύματος. Βρήκε μαρτυρικό θάνατο το 1779, όταν απαγχονίστηκε στο Κολικόντασι έπειτα από εντολή του Τούρκου Πασά Κουρτ.

Τρύφων Ευαγγελίδης

Γεννήθηκε στη Βιθυνία το 1863. Φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και στη συνέχεια ήλθε στην Αθήνα. Αργότερα έφυγε στη Γερμανία όπου ανακηρύχθηκε διδάκτωρ το 1892. Από το 1892 ασχολήθηκε με τη συγγραφή ιστορικών βιβλίων. Συνέγραφε περισσότερα από 50 έργα ιστορικού αλλά και θρησκευτικού περιεχομένου, τα κυριότερα από τα οποία είναι: Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας (1936), Ιστορία του 'Οθωνος (1893), Ιστορία του Καποδιστρίου (1894) κ.ά. Πέθανε στην Αθήνα το Φεβρουάριο του 1941.

 

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration