Ζωηφόρος

Πτώση-Τέλος-Μνήμη-Νέα Αρχή, του Σπύρου Ν. Λίτσα,

Πτώση-Τέλος-Μνήμη-Νέα Αρχή

του Σπύρου Ν. Λίτσα

Λέκτορα Διεθνούς Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

.

Από το ειδικό αφιέρωμα της έκτακτης έκδοσης της εφημερίδας «Δημοκρατία»,

Κυριακή 29 Μαΐου 2011

***

Οι βυζαντινοί λόγιοι που κατέκλυσαν αμέσως μετά την πτώση της Πόλης τις πρωτεύουσες του δυτικού κόσμου προσέφεραν τα μέγιστα σε μια πνευματική άνθηση που οδήγησε την Ευρώπη σε αιώνες πνευματικής ακμής

***

Αν η Ιστορία γράφεται από τους νικητές και αποτελεί

μια οργανωμένη συνθήκη πνευματικού επηρεασμού των μελλοντικών γενεών,

η ιστορική μνήμη, κατοχυρώνεται προς τον λαό ως δικαίωμα αλλά και ως παρακαταθήκη

***

Η ΕΝΝΟΙΑ της πτώσης αναδεικνύει τη διαχρονικότητα του πόνου που επιφέρει η απώλεια. Κι ενώ σε ατομικό επίπεδο το δίπολο «πτώση - απώλεια» διαρκεί όσο επιτρέπει η διάρκεια της ζωής, σε συλλογικό επίπεδο το δίπολο «πτώση - απώλεια» διαρκεί όσο ανθίσταται η κοινωνική μνήμη απέναντι στο διαδικαστικό της λήθης. Στο δεύτερο επίπεδο η μνήμη ενδύεται συχνά τον μανδύα της υπερβολής. Υπεκφεύγει του αυστηρού ιστορικού επιστημολογικού πεδίου. Μπολιάζεται με στοιχεία λαϊκής παράδοσης. Αποκτά μια ευθεία διαλεκτική σχέση με το μεταφυσικό. Παραμένει ζωντανή όμως ως σημείο αναγνώρισης και παράγωγο εξέλιξης. Είναι σημαντικό, άλλωστε, να διαγνώσουμε ότι η ίδια η εξελικτική πορεία της ανθρωπότητας δεν πραγματώνεται μόνο μέσω του θετικού προσήμου, αλλά και μέσω της ήττας, της πτώσης, της απώλειας και της καταστροφής.

Μέσα λοιπόν από τα δαιδαλώδη μονοπάτια της ιστορικής καταγραφής και τις διάφορες μορφές που λαμβάνει αυτή, η μνήμη εμφανίζεται εμπρός μας ως το συλλογικό παρελθοντικό απόθεμα. Μια καταγραφή που υπερβαίνει τη μαζική ύπνωση ή την πλειοψηφική αποχαύνωση και εμμένει στην ατομική εμβάθυνση, οδηγώντας σε συλλογικές συνειδησιακές μορφές ενδελέχειας με ιδιαίτερη βαρύτητα στη δυνητική υπέρβαση της αφοριστικής δυναμικής της λήθης. Η δυνατότητα, άλλωστε, προάσπισης της μνήμης και διάσωσης των ιδιαζουσών ιστορικών στιγμών αποτελεί απόδειξη ενός κράτους θεσμικά ισχυρού και ενός λαού συνειδησιακά προετοιμασμένου να διατηρήσει την αυθυπαρξία του και την οντολογική του αυθυπαρξία απέναντι σε κοινωνικές, ιδεολογικές, πολιτικοοικονομικές και συστημικές πιέσεις.

Άλλωστε αξίζει να αναφερθεί ότι τα έθνη «τρέφονται» από την ιστορία που παράγουν κι από τις μνήμες που καταναλώνουν. Ως προς το πρώτο επίπεδο, το ποιοτικό παράγωγο του ιστορικού αποτελέσματος αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο της ενεργούς συμμετοχής του έθνους στην πορεία της ανθρωπινής εξέλιξης πολύ προτού εμφανιστεί το βεστφαλικό εθνοκρατικό σύστημα οργάνωσης. Ως προς το δεύτερο επίπεδο, ή ποιότητα της κατανάλωσης των μύθων λειτουργεί ως ενδεικτικό στοιχείο ωρίμασης για το έθνος και ως απόδειξη της ικανότητας του να προσαρμόζεται στις χωροχρονικές πολιτικοοικονομικές συνθήκες δίχως να αφομοιώνεται και δίχως να απομονώνεται από την περιρρέουσα πραγματικότητα. Το ιστορικό φορτίο, θετικού ή αρνητικού πρόσημου, είτε αυτό κατοχυρώνεται στη θεσμική διάσταση της εθνοκρατικής υπόστασης είτε αποδίδεται ως καρπός της λαϊκής θυμοσοφίας, αποτελεί το πλέον ανθεκτικό μέσο σύνδεσης του παρόντος με το παρελθόν. Αυτής της λυτρωτικής ψυχοσυνθετικής λειτουργίας που υποβοηθά τη συλλογική νόηση ενός έθνους να αυτοπροσδιορίζεται μέσα στους ωκεανούς των αιώνων και να μη χάνει την πορεία του ακόμα κι αν ή Ιθάκη αποτελεί άλλο έναν ενδιάμεσο προορισμό, ενώ ο ουσιαστικός στόχος παραμένει η δυνατότητα συνέχισης της αέναης πάλης με τα συστημικά «καινά δαιμόνια».

Για το αναλλοίωτο της εθνικής μνήμης πάλεψαν οι λαοί. Για την πολυτέλεια αυτή της αναδρομής στα έργα και τις ημέρες των προγόνων τους. Αν η Ιστορία γράφεται από τους νικητές και αποτελεί μια οργανωμένη συνθήκη πνευματικού επηρεασμού των μελλοντικών γενεών, η ιστορική μνήμη, ως αποτέλεσμα αγώνων ειρηνικής ή και πολεμικής κατεύθυνσης, κατοχυρώνεται προς τον λαό ως δικαίωμα αλλά και ως παρακαταθήκη. Κι αν σήμερα, σημάδι των καιρών μιας συστημικης σήψης και παρακμής, το δικαίωμα ενός λαού να αγωνίζεται κόντρα στον καιρό λογίζεται ως πράξη αταβισμού, εντούτοις διαχρονικά στον ιστορικό λαβύρινθο και την περιδίνηση μέσα σε αυτόν σημασία δεν έχει μόνο πώς κερδίζεις αλλά και με ποιον τρόπο χάνεις. Η διαδικασία της κατάληξης διαδραματίζει κι αυτή σημαντικό ρόλο ως προς το ιστορικό υλικό που θα παραχθεί και θα παραδοθεί στη συλλογική συνειδησιακή σύνδεση του παρόντος με το παρελθόν. Ο τρόπος που ολοκληρώνεται η πτώση, η στιγμή της ακροτελεύτιας απώλειας αποτελούν φορτισμένες στιγμές του ιστορικού γίγνεσθαι. Οι σκηνές του τέλους λειτουργούν ανεξάρτητα από την πολιτική και στρατηγική υπεραξία του συνολικού αποτελέσματος. Αποκτούν τη δική τους υπόσταση και βαρύτητα, λειτουργούν ως ένα ανεξάρτητο κεφάλαιο της ιστορικής εξέλιξης. Μια μοναδική στιγμή που μπορεί να περάσει στο συλλογικό μνημονικό όχι ως στιγμή οριστικής ήττας αλλά ως μοναδική στιγμή ηρωισμού.

Η πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 σηματοδοτεί για εμάς τους Έλληνες το τέλος της βυζαντινής οικουμένης. Της πολιτικής, στρατιωτικής αλλά και θρησκευτικής αυτής αυτοκρατορικής ολότητας που για μια χιλιετηρίδα επέτυχε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις ευρύτερες εξελίξεις του ευρωπαϊκού χώρου, της Μέσης Ανατολής, της Βόρειας Αφρικής αλλά και της Κεντρικής Ασίας. Ταυτοχρόνως όμως δε, η Άλωση της Πόλης θα αποτελέσει την αρχή του τέλους των Μέσων Χρόνων, της σκοτεινής δηλαδή περιόδου του Μεσαίωνα και την απαρχή της Νεωτερικότητας για το σύνολο της Ευρώπης. Οι βυζαντινοί λόγιοι που κατέκλυσαν αμέσως μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης τις πρωτεύουσες του δυτικού κόσμου προσέφεραν τα μέγιστα σε μια πνευματική άνθηση που θα οδηγήσει την Ευρώπη σε αιώνες πνευματικής ακμής, οικονομικής ανάπτυξης και πολιτικοστρατιωτικής ισχύος.

Στις δυο όψεις αυτές της πτώσης απεικονίζεται με τον πλέον παραστατικό τρόπο η αρχή και το τέλος, το παρόν και το μέλλον, η παύση και η συνέχεια της εθνικής μνήμης του ελληνικού λαού αλλά και της συλλογικής ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Για άλλη μια φορά κατανοούμε ότι η δική μας εθνική από)λεία καταγράφεται ως κέρδος άλλων εθνών, μια διαρκής αλληλουχία ανόδου και καθόδου στη διεθνή πολιτική σκηνή από την εποχή των πρώτων οργανωμένων κοινωνιών μέχρι και σήμερα.

Η Κωνσταντινούπολη έπεσε όχι γιατί ο αντίπαλος ήταν υπέρτερος. Αν και στα χρονικά της Άλωσης του Φραντζή μας δίδεται μια εξαιρετικά καλή περιγραφή γύρω από τον στρατό των Οθωμανών, το φρόνημα τους, το ετοιμοπόλεμο, αλλά και τη στήριξη που προσφέρουν στον ηγέτη τους, τον Σουλτάνο Μεχμέτ Φατίχ, και αμέσως μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης Μωάμεθ Β' ο Πορθητής, εντούτοις η Κωνσταντινούπολη καταρρέει πρωτίστως εξαιτίας του εσωτερικού της. Ένας μεγάλος αριθμός νέων ανθρώπων αρνείται να υπερασπιστεί την Πόλη, εθελοτυφλεί και υποστηρίζει ότι η επέμβαση του θείου θα σώσει για άλλη μια φορά την Κωνσταντινούπολη.

Οι θρησκευτικές και πολιτικές έριδες δημιουργούσαν βαθείες ρωγμές στα θεμέλια της Πόλης, ενώ ακόμα και οι μισθοφόροι Γενουάτες του Ιουστινιάνη, όταν είδαν τον επικεφαλής τους να καταρρέει, εγκαταλείψαν κι αυτοί τη μάχη αφού γι' αυτούς η υπεράσπιση της Πόλης ήταν απλώς άλλο ένα μισθοφορικό συμβόλαιο. Η Κωνσταντινούπολη έπεσε λόγω συσσωρευμένων λαθών και σφαλμάτων του παρελθόντος. Πολιτική ανικανότητα, στρατηγικά σφάλματα, κλιμακούμενη διπλωματική αστοχία αλλά και ο καταστροφικός ρόλος των Σταυροφόρων που πρώτοι αυτοί πάτησαν τα μέχρι εκείνη τη στιγμή απόρθητα τείχη της είναι οι κύριοι λόγοι που συνετέλεσαν στην πτώση της Κωνσταντινούπολης και στο τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Κι όμως η τελική επιλογή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου να πέσει στο πεδίο της μάχης, να μην καταδεχθεί να καταθέσει τα όπλα ζητώντας από τον αντίπαλο έναν τελικό συμβιβασμό, λειτούργησε ως ο σπινθήρας της μνήμης. Ο Παλαιολόγος δεν συναινεί ούτε με την προοπτική της παράδοσης ούτε με την προοπτική της επιβίωσης του. Αυτομάτως το χρέος του πολιτικού ηγέτη να μείνει μέχρι τέλους στην πρώτη γραμμή της μάχης μετατρέπεται, από τη λαϊκή μούσα σε θρύλο. Η πτώση της Κωνσταντινούπολης από ένα ιστορικό γεγονός αποκτά μια νέα μεταφυσική σημασία, περνά από γενιά σε γενιά ως μύθος της επιστροφής λόγω της επιλογής του Παλαιολόγου να αδιαφορήσει για το παροδικό, να περιφρονήσει τη θνητή του φύση και να αναζητήσει μέσα από την πλήρωση του χρέους μια θέση στο ιστορικό συνειδητό ενός ολόκληρου λαού. Η επιλογή του τέλους καθορίζει και σηματοδοτεί τη διαδικασία της νέας αρχής. Το τέλος της Ιστορίας δεν έρχεται μέσα από την πτώση αλλά μόνο από την οριστική παράδοση της ανθρωπότητας στην παθητικότητα της ευδαιμονίας και στις εύκολες και παροδικές λύσεις που το μόνο που έχουν να προσφέρουν είναι η ψευδαίσθηση του επιτυχούς συμβιβασμού και η βεβαιότητα του διαχρονικού ψόγου από τον πλέον αδέκαστο κριτή. Την ίδια την Ιστορία.

Η επέτειος της πτώσης της Πόλης βαραίνει μέσα μας ως ιστορική πραγματικότητα. Το τέλος του Παλαιολόγου αντηχεί στο συλλογικό μας συνειδητό ως μεταφυσική άσκηση κατάρριψης των ορθολογικών μας γραμμών άμυνας. Δεν είμαι σίγουρος πού σταματά ο μύθος και αρχίζει το μύθευμα και πού αντιστοίχως αρχίζει το ιδεολόγημα εις βάρος του ιστορικού υποκειμένου, αλλά κάθε φορά που βρίσκομαι στην Κωνσταντινούπολη ως μύστης του βυζαντινού της μεγαλείου, της οθωμανικής της γαλήνης και της σύγχρονης της δυναμικής, αισθάνομαι ότι πλησιάζω πιο κοντά στο να καταλάβω γιατί η πόλη αυτή κέρδισε τη μάχη με τους αιώνες ως η Αιώνια Πόλη και γιατί τα μάτια όλων αυτών που γεννήθηκαν στην αγκαλιά της και έφυγαν κυνηγημένοι ακόμα και σήμερα γεμίζουν φευγαλέα με δάκρυα όταν μιλούν γι' αυτήν.

Και ο κύκλος της ζωής ή ίσως της πολιτικής, αφού ο άνθρωπος είναι κατά βάση ον πολιτικό, συνεχίζεται. Πτώση - Τέλος - Μνήμη - Νέα Αρχή.

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration