Ζωηφόρος

Πριν από την Άλωση, της Γεωργίας Κούτσαρης,

Πριν από την Άλωση

της Γεωργίας Κούτσαρης

ΜΑΪΟΣ 1453

«Τιμή σ' εκείνους όπου στην ζωήν των

όρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες (...)»

Κων. Καβάφης.

Είναι ιστορία και μνήμη η ζωή μας. H μνήμη απαντά από πού ερχόμαστε. Τα γεγονότα που ιστορούνται συνεχίζουν έως την αιωνιότητα την ύπαρξη της πατρίδας και την αθανασία των ανθρώπων της.

Αναπολώντας την εθνική μας μνήμη ας ανέλθουμε, ψηλά με τα φτερά της ιστορίας που μας μεταφέρει την διάρκεια του βίου των προγόνων μας, προβάλλει τις μορφές των συλλογικών τύπων τους, και εγκλείει τους μαγικούς τους μύθους μες απ' τους οποίους δυνατόν είναι να μεταπλάθεται αλληγορικά στο σήμερα και το αύριο η πορεία της γης μας και η ζωή των παιδιών της.

Μάϊος 2003, 550 χρόνια απ' όταν η τελευταία πανσέληνος πλησίαζε τον τρούλο της Αγια-Σοφιάς. Οι Προφητείες έλεγαν πως όσον καιρό μεγαλώνει η σελήνη η Πόλη δεν κινδυνεύει. Μα όταν αρχίσει να μικραίνει, μετά την πανσέληνο, τότε η πόλη θα πέσει.

23 Μαΐου 1453. Είναι η 52η μέρα από τις 57 της πολιορκίας της Πόλης (2 Απριλίου1453 είχε αρχίσει η πολιορκία της από τον Μωάμεθ). Καθώς ο χρόνος γίνεται εικονικός, μορφοποιείται σε έναν ατέρμονα ορίζοντα μιας αράγιστης διάρκειας, ας εγερθούμε, κι ανυπόδητοι και καίγοντας την ψυχή μας στον βωμό της Βασιλεύουσας, και στην πολιορκημένη πόλη να προστρέξουμε που έχει ζητήσει βοήθεια και καρτερεί ενισχύσεις.

Οδηγοί μας, η γεγυμνωμένη συνείδησή μας, οι αυθεντικές πηγές της ιστορίας, οι χρονικογράφοι της Πολιορκίας αλλά και οι νεώτεροι ιστορικοί λόγοι, μα και της λογοτεχνίας οι εκφράσεις.

Μήπως πρέπει να απολογηθώ διότι για την Κωνσταντινούπολη πάλι θα μιλήσω; αντιλέγω πως αυτό γίνεται καθ όσον η αντίστοιχη παράλληλη της εποχής εκείνης με την σήμερον ημέρα του Μάη μήνα είναι αλληγορική και πρώτιστα οροσήμαντη.

Πίσω επομένως στο 1453 σαν σήμερα, σαν χθες σ' εκείνο το πρωινό.

Το Μαγιάτικο φως σαν ένας μεγάλος ποταμός κατεβαίνει απροσμάχητο στην Επτάλοφη που άγρυπνη πάνω στο κάστρο της ψυχανεμίζεται, ξεκληρισμένη, εξουθενωμένη, την δραματική μοίρα της.

Οι βιγλάτορες από τα θαλασσινά τείχη διακρίνουν στην Προποντίδα να έρχεται μόνο του το μπριγκαντίνι, το μικρό εκείνο πολεμικό πλοίο που στις 3 Μαΐου έφυγε νύχτα από την αλυσίδα του Κεράτιου να πάει να ανταμώσει στο Αιγαίο τον στόλο της Δύσης, και να δώσει στον Ενετό Ναύαρχο Λοβέρδο το μήνυμα της Πόλης, «να έρθει γρήγορα... να βιαστεί γιατί κρατάμε ακόμα».

Στην αρχή μόλις το είδαν, νόμισαν πως ήταν προπομπός, πως ο στόλος της βοήθειας ακολουθούσε. Όμως γρήγορα κατάλαβαν πως ήταν μονάχο και το κυνηγούσαν τα Τούρκικα καράβια.

Το πλήρωμά του γενναίοι άντρες, που γύριζαν να πεθάνουν μαζί με τους άλλους στην Βασιλεύουσα, κατάφεραν, τραβώντας κουπιά σαν αλαλιασμένοι, να τους ξεφύγουν και να μπουν στον Κεράτιο κόλπο.

Από τα τείχη, αγωνιστές και πολίτες τους ζητωκραυγάζουν. Σαν άραξαν τρέχουν και αγκαλιάζουν εκείνους τους ναυτίλους, τους ανώνυμους έντιμους - που δεν υπέκυψαν στον πειρασμό να φύγουν και να σωθούν, παρά γύρισαν πίσω, στο χρέος τους, με βέβαιο κίνδυνο της ζωής τους.

Κι όταν οι πολιορκημένοι με λαχτάρα τους ρωτούν τι νέα φέρνουν, εκείνοι απαντούν.

- Η Βενετσιάνικη αρμάδα δεν βρίσκεται στην Άσπρη θάλασσα. Ήταν το μήνυμα του θανάτου ... Κι όταν αναγγείλανε στον Αυτοκράτορα « πως δεν συνάντησαν κανένα στόλο σ' όλο το αρχιπέλαγος, πως κατέβηκαν έως την Εύβοια, το Νεγρεπόντε, μα οι θάλασσες άδειες», «μήτε ιστίο μήτε κουπί...», πικρά κατάπικρα δάκρυα κύλησαν στο χαρακωμένο πρόσωπο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.

Ο Αυτοκράτορας δεν μπορούσε να πιστέψει πως το «Filioque», ακούστηκε μάταια μες στην Αγια-Σοφιά, δεν μπορούσε, δεν μπορούσε να δεχτεί πως τον άφησαν μόνο του οι χριστιανοί του Δυτικού Κόσμου, πως τον εγκατέλειψαν αβοήθητο σε αυτή την κρίσιμη ώρα της πολιορκίας και του χαμού.

Δυστυχώς με απόγνωση βαριά έσκυψε το κεφάλι κοιτάζοντας γεμάτος αγωνία τον δρόμο, τον δύσβατο του Γολγοθά που θ' ανέβαιναν κάτω απ' το βαρύ φορτίο του Σταυρού η ανελέητη Βασιλεύουσα, αυτός και ο δύσμοιρος λαός του.

Ωστόσο όταν ανασήκωσε το κουρασμένο, το αγέρωχο πρόσωπό του, κοίταξε όλους τους αγγελιοφόρους, τους αξιωματούχους, τους διαλαλητές που θα ενημέρωναν τον λαό, τους κοίταξε βαθιά στα μάτια και με φωνή κομματιασμένη από τον πόνο αλλά αποφασιστική είπε:

- Τώρα η Πόλη μας μπορεί να ελπίζει πια μόνο στον Χριστό, στην Θεοτόκο και στον Άγιο Κωνσταντίνο, τον ιδρυτή της. Τώρα που καμιά χριστιανική δύναμη δεν θα έλθει να μας βοηθήσει, θα συνεχίσουμε μόνοι τον αγώνα, εάν αυτή είναι και η δική σας θέληση ... και πρόσθεσε πιο σιγά : - τώρα μόνο το θαύμα της πίστης μας μπορεί να μας σώσει...(Π. Λαμπαδαρίδου - Πόθου)

Τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει τον σπαραγμό του. Κι όλων τα μάτια δάκρυσαν. Κι όλοι σιωπηρά συμφώνησαν μαζί του πως θα συνέχιζαν τον αγώνα. Μόνοι και εγκαταλελειμμένοι όμως ορθοί ως το τέλος, αλύγιστοι. Με την πίστη ακλόνητη στο θαύμα.

Σε αυτή την πίστη που είχε δικαιωθεί πολλές φορές μα που τώρα δοκιμαζόταν σκληρά, περισσότερο από κάθε άλλη εμπερίστατη και τραγική κατάσταση.

Την αυτή ημέρα έφιπποι Τούρκοι πρεσβευτές κρατώντας λευκές σημαίες, παρουσιάστηκαν μπροστά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού. Ο πόλεμος σταμάτησε.

Αυτοί φώναζαν πως έχουν μήνυμα του Σουλτάνου προς τον Αυτοκράτορα και να τους αφήσουν να περάσουν. Είπαν μάλιστα -για να τους δοθεί η άδεια- πως Πρέσβης ήταν ο παλιός γνώριμος του Παλαιολόγου, Ισμαήλ Χάμζα Ισπεντιάρογλου, κυβερνήτης της Σινώπης.

Ο Κωνσταντίνος τον δέχτηκε σαν παλιό φίλο, στην αίθουσα των πολεμικών συμβουλίων του πύργου. Γύρω του βρίσκονταν οι εκπρόσωποι του λαού και της Εκκλησίας, οι σύμβουλοί του, οι στρατηγοί του, ο πρωτοστάτωρ, ο μεγάλος Δούκας Λουκάς Νοταράς. Μάντευε το μήνυμα του Σουλτάνου ο αυτοκράτορας, το μάντευε ο γενναίος, και προσπάθησε να αντλήσει όλη την δύναμη της υπερηφάνειας που οδηγεί στον έντιμο θάνατο, και από την άλλη, να ιδεί την ευθύνη του απέναντι στον λαό του, αυτή την μεγάλη ευθύνη που το βάρος της το ένιωθε στους ώμους του να τον συντρίβει.

Γιατί έπρεπε να δώσει στον Σουλτάνο την σωστή απάντηση, κι αυτή , το ήξερε από πριν ήταν μια και αδιάσειστη (θα γράψει η Μαρία Λαμπαδαρίδου - Πόθου, στο μυθιστόρημα «Πήραν την Πόλη πήραν την».

- Μάθε, λεει ο Ισμαήλ στον Κωνσταντίνο, πως όλα είναι έτοιμα για το γενικό ρεσάλτο. Σου προτείνει ο Πατισάχ μας, κύριος και αφέντης ολόκληρου του κόσμου να παραδώσεις την Πόλη και να φύγεις με τους άρχοντές σου και τον λαό σου, με τους υπηρέτες και τους αυλικούς σου, με τους ιερωμένους σου, να πάτε να ζήσετε όπου θέλετε...

Να πάρετε και τα υπάρχοντά σας όλα, τους θησαυρούς σας, το βιός σας. Ο αφέντης μου ο Μεχμέτ σας δίνει την ελευθερία και σας προτείνει ειρήνη... Και αν πάλι κάποιοι από τους κατοίκους θέλουνε να μείνουν, να είναι ήσυχοι πως κανείς δεν θα τους ενοχλήσει ποτέ. Ο αφέντης μου ο Μεχμέτ σου προσφέρει ακόμα ολόκληρο τον Μωριά, όπου μπορείς να πας κάτω από την δική σου κυριαρχία (...)

Αν παρακούσεις θα πάρει την Πόλη με σπαθί του. Και τότε και εσύ θα χαθείς κι όλοι οι δικοί σου, καθώς και τα υπάρχοντα σας και σκλάβοι θα γίνουν όσοι την κατοικούν.

Σταμάτησε για λίγο ο Ισμαήλ ο Πρεσβευτής και πρόσθεσε; Σκέψου, Βασιλέα, πριν αποφασίσεις. Οι στρατιώτες σου έχουν κουραστεί να πολεμάνε και ο λαός σου να υπομένει. Τα τείχη σου γκρεμίζονται καθημερινά, σκέψου Βασιλέα.

Το είχε μαντέψει το μήνυμα ο Αυτοκράτορας. Γνώριζε την δόλια σκέψη του Σουλτάνου που στόχο είχε να εκπατρίσει τον λαό της Βασιλεύουσας, να τον εξορίσει ανέστιο και καταφρονεμένο στα Πέρατα του κόσμου και να φέρει δικούς επήλυδες (εποίκους) να κατοικήσουν την Πόλη.

Ωστόσο ο Παλαιολόγος δεν βιαζόταν να μιλήσει και να δώσει την απάντηση που την είχε έτοιμη από την πρώτη λέξη του Ισμαήλ. Σφίγγοντας την καρδιά του για να μην καταλάβουν τον πόνο του οι Πρέσβεις του Μεχμέτ γύρισε και κοίταξε έναν έναν τους δικούς του ανθρώπους που τον τριγύριζαν.

Όσο και αν ήταν αποφασισμένος για την απάντηση που περιείχε τιμημένη ζωή ή θάνατο δόξας και τιμής, ήθελε και την συγκατάθεση των άλλων. Έπρεπε να μοιραστεί μαζί τους την ευθύνη και την απόφαση της τελικής πράξεως.

Και όλοι ένας ένας του έστειλαν το μήνυμα με τη ματιά τους πως ναι συμφωνούσαν με την απάντησή του που τη διάβασαν στο πρόσωπό του και του έγνεφαν πως δεν μπορούσε να είναι διαφορετική.

«Το δε την πόλην σοι δούναι, ουκ εμόν εστίν ουτ' άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών».

Αυτή είναι η άλλη έκφραση του Μολών Λαβέ!

Δηλαδή: «Να σου παραδώσω τη Χριστιανική πολιτεία ούτε στο χέρι μου είναι, ούτε κανενός άλλου απ' όσοι την κατοικούν. Κοινή είναι η απόφασή μας να πεθάνουμε πολεμώντας» (Μετάφραση: Δ. Φωτιάδη από «Η Επανάσταση του 21»).

Αν τίποτα πια δεν μπορούσε να σώσει την Πόλη, το Βυζάντιο, αυτή οπωσδήποτε η απάντηση έσωζε την Τιμή του.

Κι ο Αλεξανδρινός μας ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης θα εκφράσει καίρια με το ποίημα «Θερμοπύλες» τον ηρωισμό και το μεγαλείο της τραγωδίας του Λεωνίδα κάθε εποχής:

«Τιμή σ' εκείνους όπου στη ζωή των

ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.

(...)

και περισσότερη τιμή τους πρέπει

όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)

πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος

κι οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε»

Οι παλιές προβλέψεις το έλεγαν:

«Η Πόλη που έχτισε ο γιος της Αγίας Ελένης, ο ισαπόστολος και Μέγας Κωνσταντίνος, θα ζήσει χίλια χρόνια. Και θα χαθεί, είχαν πει οι αστρολόγοι, όταν θα βασιλεύσει πάλι κάποιος Κωνσταντίνος γιος κι αυτός μιας μάνας που θα ονομάζεται Ελένη. (Ελένη Δραγάτση, η μάνα του Κ.Π.)

Και τα τελευταία μεσάνυχτα της ύστατης αγωνίας θα αρχίσουν μετά την πανσέληνο του Μαΐου - το ‘λεγαν κι αυτό οι παλιές προφητείες».

(Από Μαριάννας Κορομηλά: «Η ύστατη αγωνία της Βασιλεύουσας»)

Ωστόσο παρ' όλον ότι τα κακά σημεία και οι προβλέψεις νόμιζε κανείς πως έβγαιναν σωστές, η πίστη πως με τη βοήθεια του Θεού η Πόλη θα σωζόταν, καθώς αυτό επιβεβαιωνόταν με νίκες της απίστευτες στις αδιάκοπες επιθέσεις των πολιορκητών, ήταν βαθειά ριζωμένη στις ψυχές των πολιορκημένων.

Και για άλλη μια φορά στις 23 του Μάη το ίδιο βράδυ άρχισε από το εχθρικό στρατόπεδο ατελείωτο κανονίδι.

Το κάστρο χτυπιόταν από όλες τις μεριές και με το πυροβολικό και με το μεγάλο κανόνι του Ουρβάν, το πρωτοποριακό της εποχής.

Ο Μωάμεθ είχε διατάξει γενική επίθεση. Όλοι πίστεψαν πως δεν θα βαστούσαν τα τείχη.

Αλλά το κάστρο πάλι βάσταξε. Η Πόλη πάλι σώθηκε ενισχύοντας την πίστη των πολιορκημένων στο λόγο που έλεγε ότι:

«του πολέμου η νίκη και των θρόνων η

κατάλυση είναι έργο της Θείας Πρόνοιας»

Η Πόλη πάλι σώθηκε ωστόσο οι μέρες της είναι μετρημένες και η πανσέληνος ανατέλλει φωτίζοντας τα νυχτερινά τριαντάφυλλα που ανθίζουν στους κήπους της Βασιλεύουσας να υποδεχθούν το Θάνατο - Χάρο.

Στις 24 Μαΐου μαθεύτηκε ότι ο σουλτάνος αποφάσισε να επιτεθεί στις 29 του μήνα από ξηρά και από θάλασσα με όλες του τις δυνάμεις.

Όλοι οι στρατιωτικοί και πολιτικοί άρχοντες, ιερείς και λαός δεν σταμάτησαν ούτε στιγμή να κάνουν αντιπερισπασμούς στον εχθρό και να επισκευάζουν τις νύχτες με κάθε μέσο τα τείχη που γκρεμίζονταν από τις κανονιές.

Στις 25 Μαΐου συνάχτηκαν στο παλάτι των Βλαχερνών οι άρχοντες κι ο κλήρος. Μερικοί, υποστηρίζουν πως δεν υπάρχει σωτηρία για τη Βασιλεύουσα και πως πρέπει τουλάχιστον να φύγει ο αυτοκράτορας με το επιτελείο του και να σωθεί.

Μα εκείνος αρνιέται.

-Όχι δεν παρατάω το ποίμνιό μου λέει με δάκρυα στα μάτια. Θα μείνω μαζί του και θα πεθάνω μαζί του.

{Αρχαίο σλαβικό χρονικό της πολιορκίας και της άλωσης της Κωνσταντινούπολης [που εκδόθηκε το 1855 στην Πετρούπολη (ρωσικά)] μας πληροφορεί πως ο Παλαιολόγος λιποθύμησε στο συμβούλιο αυτό καθώς οι άρχοντες επιμένανε να φύγει ο Αυτοκράτορας}

Από το «Χρονικόν» της Άλωσης του βυζαντινού συγγραφέα Γεωργίου Φραντζή, ο οποίος υπήρξε επιστήθιος φίλος και σύμβουλος - πρωτοβεστιάριος του τελευταίου αυτοκράτορα των Ελλήνων Κ. Παλαιολόγου, μεταφέρουμε από το βιβλίο «η Πόλις εάλω» των εκδόσεων «Νέα Σύνορα - Λιβάνη», (σε μεταγλώττιση του κειμένου από Γ. Κουσουνέλο), αποσπάσματα από την τελευταία ομιλία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, καθόσον ενέχει αυτή θέση ιστορικού ντοκουμέντου και προς όλους μας παρακαταθήκη. Είναι - καθώς αυτή η ομιλία έγινε από τον Αυτοκράτορα - σαν μια ύστατη προσπάθεια μυστικής, υπέρτατης κοινωνίας με το λαό της Πόλης και τους υπερασπιστές της - τότε και πάντοτε.

Ο Αυτοκράτορας λέγει ο Φραντζής «στο οδυνηρό βράδυ της Δευτέρας, 28 Μαΐου, αφού συγκέντρωσε όλους τους άρχοντες , τους δήμαρχους, τους εκατόνταρχους και τους άλλους βαθμοφόρους του στρατού, είπε τα παρακάτω λόγια:

«Ευγενέστατοι άρχοντες, εκλαμπρότατοι δήμαρχοι και στρατηγοί, γενναιότατοι στρατιώτες, τιμημένοι και πιστοί πολίτες, ξέρετε όλοι πολύ καλά ότι έφτασε η ώρα που ο εχθρός της πίστης μας αποφάσισε να μας πιέσει ακόμη περισσότερο με όλα τα πολεμικά μέσα και τεχνάσματα που διαθέτει.

Θέλει να αρχίσει μια γενική επίθεση και πόλεμο από την ξηρά και από τη θάλασσα, έτοιμος να μας δαγκώσει σαν φαρμακερό φίδι και να μας καταβροχθίσει σαν ανήμερο λιοντάρι.

Γι' αυτό το λόγο σας παρακαλώ να φερθείτε με γενναιότητα και θάρρος, όπως κάνατε μέχρι τώρα, απέναντι στους εχθρούς της πίστης μας. Αφήνω στα χέρια σας την τύχη της δοξασμένης και λαμπρής πατρίδας μας, της μεγαλοπρεπέστατης και ευγενούς Βασιλεύουσας όλων των πόλεων.

Ξέρετε πολύ καλά, αδέλφια μου, ότι για τέσσερις λόγους είμαστε υποχρεωμένοι να προτιμήσουμε το θάνατο παρά τη ζωή.

Πρώτον, για την πίστη και τη θρησκεία μας, δεύτερον, για την πατρίδα, τρίτον, για τον βασιλιά, τον αντιπρόσωπο του Κυρίου μας, και τέταρτον, για τους συγγενείς και τους φίλους μας.

Αν λοιπόν, αδέλφια μου, πρέπει να αγωνιζόμαστε μέχρι θανάτου για έναν από τους παραπάνω λόγους, τότε έχουμε υποχρέωση να πολεμάμε ακόμη σκληρότερα όταν πρόκειται και για τα τέσσερα μαζί, διαφορετικά θα χάσουμε τα πάντα. (...) Ο βάρβαρος σουλτάνος μας έχει αποκλείσει 57 μέρες τώρα με όλες τις δυνάμεις του και μας πολιορκεί μέρα νύχτα με κάθε μέσον που διαθέτει, αλλά καταφέραμε να τον αποκρούσουμε με τη βοήθεια του Κυρίου μας Χριστού που βλέπει τα πάντα. Μη δειλιάσετε λοιπόν αδέλφια μου. (...)

Ήρθε λοιπόν, αδέλφια μου, ο σουλτάνος, μας πολιόρκησε και έχει ορθάνοιχτο το τεράστιο στόμα του να μας καταβροχθίσει τόσο εμάς όσο και την Πόλη που έχτισε ο αείμνηστος μεγάλος αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος, ο οποίος την αφιέρωσε στην Παναγία Δέσποινα Θεοτόκο και Αειπάρθενο Μαρία, εκφράζοντας την ευχή να την έχουμε πάντα βοηθό και προστάτη της πατρίδας μας, που αποτελεί καταφύγιο των χριστιανών, ελπίδα και χαρά των Ελλήνων, και καύχημα όλου του κόσμου. (...)

Τελειώνοντας ο Αυτοκράτορας είπε:

«Δεν υπάρχει χρόνος για περισσότερα λόγια. Παραδίδω στα χέρια σας το ταπεινό μου σκήπτρο για να το φυλάξετε με αγάπη.

Σας παρακαλώ να δείξετε αφοσίωση και υπακοή στους ανωτέρους σας (...) Να αγωνιστείτε όλοι σύμφωνα με το αξίωμά σας (...)

Να έχετε υπόψη σας ότι:(...) μας περιμένει στον ουρανό το αμάραντο στεφάνι και στη γη η αιώνια δόξα.

«Ας πεθάνουμε όλοι για την πίστη του Χριστού και για την πατρίδα μας» απάντησε το ακροατήριο με μια φωνή.

Τέλος ο Αυτοκράτορας πρόσθεσε ακόμη:

«Λοιπόν, αδέλφια και συμπολεμιστές μου, να είστε όλοι έτοιμοι το πρωί. Με τη δύναμη που μας δίνει ο Θεός και τη βοήθεια της Αγίας Τριάδας, στην οποία στηρίζουμε όλες μας τις ελπίδες, ας κάνουμε τους εχθρούς μας να φύγουν νικημένοι από την πόλη μας».

Και στην ύστατη αντίσταση, μές στην πρώτη λάμψη της αυγής της 29ης Μαϊου 1453, έπεσε «άπαρτος» ο τελευταίος της Βασιλευούσης Πόλης Αυτοκράτορας, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ, φυλάσσοντας αιώνια τις Θερμοπύλες των δικαίων του Ελληνισμού.

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration