Ζωηφόρος

Κύπρια Πάθη, της Ανδρούλας Τουμάζου,

Κύπρια Πάθη

της Ανδρούλας Τουμάζου

Στην στράταν της Ανατολής,

στο σύνορον της Δύσης

Η πέτρα η πελετζιητή τον τόπον της ιβρίσκει

Τζι ο νούσιμος ο άθθρωπος άπραχτος έν μεινίσκει

ΤΑ ΠΑΘΗ μας αρκέψασιν1 σσιλιάες2 χρόνια πίσω

στην γλώσσαν π’ αναγιώθηκα3 εν να σας τα ’στορήσω

με λλία λόγια τα παλιά με πιο πολλά τα νέα

τζιαι βάρτε τα μες στην καρκιάν, κάμετε τα σημαία.

Γιατί εν’ πρεπός του καθενού, μιτσής4 ή μιάλος ένι5

να ξέρει πόθεν έρκεται, να ξέρει πού πηαίννει.

Έν τζιαι δκιαλέει6 το παιδί γονιόν της όρεξής του

ό,τι του λάχει, έλαχεν, τζι ευκαριστώ λαλεί του.

μήτε τζιαι γην να γεννηθεί τζιαι σπίτιν ν’ αγαπήσει

άλλες βουλές ορίζουν τα, είνταλος να τα σβήσει!

ΕΜΕΙΣ εγεννηθήκαμεν στους ίλαρους7 του τόπους

μα ο γιαλός έφερνεν μας κάτεργα8 μ’ αρκαθρώπους9.

Την ζώστραν κωλοσύρνασιν πέρκι10 τους την πατήσεις

τζιαι του καβκά την αφορμήν να τους ανατζινήσεις11

Τζι αν μεν εδίας12 αφορμήν, τζιείνοι πάλε εβρίσκαν

νεπάμενοι13 τζιαι άπραχτοι ποττέ έν εμινήσκαν.

Την πίστην μας, την γλώσσαν μας ν’ αλλάξουν εγυρεύκαν

εκατακόβκαν14 μας εμάς τζιαι τζιείνοι εβασιλεύκαν.

Ούλλοι κάτι (ε)ζητούσασιν: χαλκόν, καράβκια, δούλες,

κρασίν, ψουμίν, μεταξωτά, μουλάρηες τζιαι μούλες*

Μα έν τα καταφέρασιν ’κόμα να μας ξηλείψουν15

τζι ώς το μιτσίν το κoκκαλίν θέλουν που μας να γλείψουν.

Τζιαι προπαντός πκιερώνουμεν16 τούν’ την παδκιάν17 το χώμα

στην στράταν της Ανατολής πο’ ’σιει ψουμίν ακόμα.

Ποιος έσιει το δικαίωμαν τζιαι όποτε του δόξει18

φέρνει στρατούς τζιαι πολεμά π’ όσσω19 μας να μας δκιώξει;

Δούλους εκάμαν μας πολλοί, Ασσύριοι τζιαι Πέρσες

Αιγύπτιοι, Σαρατζιηνοί, Φράντζιοι, Βενέθκιοι ψεύτες*

μα που τον τούρτζικον ζυ(γ)όν σιειρόττερον20 έν έσιει

τρακόσια χρόνια έφα(ε)ν μας τζι’ ακόμα εν’ μες στην μέσην.

Το γαίμαν τζιαι το δρώμαν21 μας ήπιεν τζι εστράντζισέν το

άρπαξεν μας τον τόπον μας στα δκυο εμοίρασέν τον

που το (ε)βδομηντατέσσερα* ο Τούρκος, τζι έν ταράσσει22

ποτζιεί23 που ήρτεν τζιει να πά’, μα σαν τον σσιύλλον λάσσει.24

1.άρχισαν 2. χιλιάδες 3. μεγάλωσα, ανατράφηκα 4. μιτσής, μικρός

5. είναι 6. διαλέγει 7. ήρεμους, ήσυχους 8. καράβια 9. αγριάνθρωπους, σκληρούς 10 μπας και, με την ελπίδα, μακάρι, είθε 11. ανακινήσεις 12. έδινες 13. αναπαυμένοι, ήσυχοι 14. έκαναν κομμάτια, δίχαζαν, διαιρούσαν 15. εξαλείψουν, αφανίσουν 16. πληρώνουμε 17. πατημασιά 18. του φαίνεται καλό, νομίζει, του έρχεται (η ιδέα) 19. από μέσα, από το σπίτι 20. χειρότερο 21. ιδρώτα 22.δεν κουνιέται, δεν το κουνάει 23. από εκεί 24. γαβγίζει, αλυχτά

ΤΟΥ ΠΡΩΤΙΝΟΥ1 παθήματα, του υστερινού γιοφύρκα.

Φταίμεν τζι εμείς που φτάσαμεν σε τούτα τα χαΐρκα2.

Αν ήταν πρώτη μας φορά που κάμναμεν το λάθος

να μεν μετρήσουμεν σωστά το τούρτζικον το πάθος

έθεν να βρίσκαμεν για μας την δικαιολο(γ)ίαν

πως για τες δυστυχίες μας φταίει η απειρία.

Τζιαιρόν εσυνογλείφουνταν3 οι Τούρτζιοι σαν την κάτταν4

αμμά εμείς αρνίν πασσίν5, εππέσαμεν στην κλάππαν.6

Τα κρίματά μας (δ)έν σβήνουν όσοι τζι αν ρέξουν7 χρόνοι

Τ’ όξινον8 πό’ φα(ε)ν ο παππούς μουδκιάζει το αγγόνι.

Θαρκιέσαι9 οι Τούρτζιοι μόνοι τους την Κύπρον εν ν’ αφήσουν

τζι όσα αρπάξασιν ’που μάς εν να μας τα γυρίσουν;

Σταμάτα πκιον10 σ’ τούν’ το πλευρόν να ππέφτεις να τζιοιμάσαι.

Άρκον11 εν να μ’ αθθυμηθείς: πάντα χαμένος θα ’σαι.

Ήβρες το σύκον, σήκωσ’ το γιατί σηκώνουν τ’ άλλοι

τζι ύστερα παραπόνηση πιάννει σε εσέν’ με(γ)άλη

Μα τ’ άδικον εν’ του φονιά, γιά12 εν’ του σκοτωμένου;

Η προκοπή εν’ του φρόνιμου, γιά εν’ του λαομένου13;

Τον κόσμον να τον κάμουμε ποδά τζιαι δα14 τζιηνούρκον15

έν γίνεται, μα μπόρουμεν να βκούμεν που τον βούρκον.

Με έναν βούκκον16 έν πάει ολόκληρον καρβέλλιν

Σιόν-σιόν17 γινίσκεται η αουρία18 μέλιν.

Απού την πρώτην ξυναρκάν19 τον πεύκον έν τον ρίβκεις

μήτε αρκάστην τζι αλωνιάν20 με δκυο ππαλλιές ξηλείβκεις.

Πομόνευκε,21 μα άρπασσε την κάθε ευκαιρίαν

άλλαξ’ εσού την τύχην σου τζιαι μεν λαλείς αιτία

στα πάθη που σε βρίσκουσιν πάντα πως εν’ οι άλλοι

γιατί αν μεν ποταβριστείς έν άφτει το μανάλλιν.22

Άμαν λαδκιάσεις τους τροχούς το κάρον θα τζιυλήσει23

σκλαβκιά τζιαι κακοριζιτζιά θα ξηλειφτεί, θα σβήσει.

Έτσι γυρίζει ο τροχός μες στην ζωήν τ’ αθθρώπου

έτσι αλλάσσει μανιχά24 η τύχη κάθε τόπου.

1. παλαιού, αρχαίου 2. προκοπή, χαΐρι 3. αναγλείφονταν, ξερογλείφονταν, ορέγονταν4. γάτα 5. με πλήρη αδιαφορία 6. τρικλοποδιά, παγίδα 7. περάσουν 8. ξινό (μετφ. το λάθος, το αμάρτημα) 9. θαρρείς, νομίζεις 10. πλέον, πια 11. αύριο12. ή 13. τρελού, μανιακού, επιληπτικού 14. από δω και πέρα 15. καινούργιο 16. μπουκιά 17. σιγά-σιγά 18 αγουρίδα 19. τσεκουριά 20. αγριάδα και  άγριο καλοκαιρινό φυτό με αγκάθια και ιδιαίτερα οδυνηρό τσίμπημα 21. κάνε υπομονή 22.αν δεν απλώσεις το χέρι σου δεν ανάβει το μανουάλι 23. κυλήσει 24. μονάχα

ΤΖΙΑΙ ΑΘΘΥΜΟΥ1: σιείλη φτανά2 κράζουσιν το πουλάριν

μακάρι οι αρκόντοι3 μας νά ’χουσιν τούν’ την χάρην

να μεν ξηχάννουν: η κουφή4 πάντα κάμνει κουφούδκια

ποττέ λαούδκια5 έν γεννά μήτε τζιαι περτικούδκια.6

Ν’ αννοίξουσιν τα μμάθκια τους, τρίμματοι να γινούσιν

τα δίτζια μας να μεν χαθούν, να μεν καταριφτούσιν.7

Τότες με χρυσοκόλλυφα τζιαι χρυσοπαννυσσίες8

εν να τους μνημονεύκουσιν σ’ ούλλες τες εκκλησίες.

Το όνομάν τους εν να μπει μέσα στες ιστορίες

που πόσπασαν9 τον τόπον μας που τόσες ατυχίες.

Ει δε καν ού10 να ξέρουσιν γενιές θα τους τιμάζουν11

π’ αφήννουσιν τους βάρβαρους να σφάζουν, ν’ ατιμάζουν

που χαλαλίζουν άσκεφτα στον Τούρκον το Βαρώσιν

με δίχα να ’χουν αντροπήν τζιαι δεν φακκούσιν γρόσιν12

που σβήνουν που τον χάρτην μας Γιαλούσαν τζιαι Καρπάσιν

Τρίκωμον τζιαι Λευκόνοικον, π’ αφήννουσιν να πάσιν

σε ξένα σσιέρκα Καραβάς, Τζιερύνεια, Ζώδκια, Μόρφου

δκιαμαντικά που στόλιζαν της Κύπρου μας τους κόρφους.

Τζι όσων εσκοτωθήκασιν για την ελευθερίαν

θα τρίζουσιν τα κόκκαλα με τέθκοιαν προδοσίαν.

Ούτε παδκιά13 που τούν’ την γην στους Τούρκους έν ανήκει.

Λόον θα δώσουν ούλλοι τους, εν να περάσουν δίκην

τζιαι που τα φόρα14 του λαού τζιαι του Θεού την κρίσην.

Αναπαήν15 έν θα ’βρουσιν ούτε στον κάτω κόσμον.

Ο Άδης εν τους ξερνά. Έν θα μυρίσει δκυόσμον

το μνήμαν τους. Ούτε πουλλίν πάνω θα τζιηλαδήσει16

τζιαι μαύρη πέτρα ασήκωτη πάνω τους θα τζιυλήσει.

Γιατί εν’ το χώμαν αλαφρόν μόνον όποιου ταιρκάζει

μα όποιος πουλεί τον τόπον του εν να πισσοχογλάζει17.

ΠΟΛΛΟΙ ελοαρκάζασιν δίχα του χανουτάρη18

κρυφά εκάμναν σχέδια να μεν πάρει χαπάριν

είνταν19 που μαειρεύκασιν. Μα ο παθός λαός μας*

έδωκεν τους απάντησην που ’ταν πρεπός. Τζι ομπρός μας

άλλη στράτα ανοίχτηκεν πάλε να ξαναρκέψουν20

λύση καλή πέρκι21 βρεθεί τζι όϊ να μασκαρέψουν

τες ατιμίες, τες ψευκιές σγιαν22 να ’ταν μέγαν δώρον

σγιάν να ’ταν μάννα τ’ ουρανού τζιαι ταίριν με τον νόμον.

1. να θυμάσαι 2. λεπτά (φτενά) 3. άρχοντες (πλούσιοι ή αξιωματούχοι) 4. φίδι, οχιά 5. λαγουδάκια 6. περδικάκια 7. πάνε χαμένα 8. χρυσά κόλλυβα και άρτοι 9. γλίτωσαν, απάλλαξαν, έσωσαν 10. αν όχι, ειδάλλως 11. καταριούνται 12. δεν δίνουν δεκάρα, αδιαφορούν 13. βήμα, σπιθαμή 14. δικαστήρια 15. ανάπαυση 16. κελαηδήσει 17. θα κοχλάζει στην πίσσα. 18. λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο 19.τί 20. ξαναρχίσουν 21. μπας και, είθε μακάρι 22. σαν, λες και

Τζιει πού ’χαμεν να παίρνουμεν εβκάλαν πως χρωστούμεν

Πουπανοπροίτζιν1 του φονιά πως πρέπει να δϊούμεν.

Ελάτε πέτε μου τζι’ εσείς αν το φωρεί2 ο νους σας

τρία ψιχούδκια3 να δϊούν, να μας λαλούν «Κανούν σας4,

βρίξετε,5 πέτε ευκαριστώ που τούρτζικον ασκέριν

εν να σας γλέπει’6 πο τζιαι δα7, τζι ειρήνην εν να φέρει»!

Μ’ αν μεν καταλαβαίνουσιν πως του λαού πουργκεύκουν8

όποιοι κουβέρνον κάμνουσιν εν να καταϊσιέβκουν9

το γαίμαν που επότισεν τούτην την γην αιώνες

αχόρταοι καταχτητές, στόλοι τζιαι λεγεώνες

να πάσιν να φαραντζιστούν10 τζι εμείς όπως ποθούμεν

να ζήσουμεν στον τόπον μας, να πολεφτερωθούμεν.

Του κόσμου μεν νομίζουσιν πάντα εν να νϊελούσιν11

«Στες ύπουλες πολιτικές κανεί», εν να τους πούσιν

«Ώρα να πάτε έσσω σας, έφτασεν πκιον το τέλος

που (ε)ξηκανναουρίζετε τζι εφίννετε το θέρος.12

Μόνην σας έννοιαν είσιετε την πούγκαν τζιαι την δόξαν

τζι επήρεν μας ο δαίμονας για την δικήν σας λόξαν.

Τα λόγια σας έν έχουσιν με τάτιν13 με ουσίαν

τα έξι πέντε κάμνετε, ζιείτε στην αφασίαν.

Ο λόος πρώτα στο ρινίν14 τζιαι ύστερα στο στόμαν

τ’ αδράχτιν ανεμόγυρον, τζι όπ’ έσιει έναν άλλό ’ναν.

Ώσποτε εν να μας ρίβκετε σταχτόν μέσα στα μάθκια

τζι εμείς να γινισκούμαστεν σαρανταδκυό κομμάδκια;

Θαρκέστε τρώμε κόνναρα;15 Πως είμαστεν κουπά(δ)ιν

τζι όπου του δόξει του βοσκού τραβά το τζι εν να πάει;

Επάθαμεν τζι εμάθαμεν τριαντατρία χρόνια

που ζιούμεν μες στην προσφυγιάν τζιαι μες στην περιφρόνιαν.

Αν μεν ζητάς το δίτζιον σου, δίκαιον έν ιβρίσκεις.

Αν μεν αρπάσσεις το καλόν που σού ’ρκεται πορίβκεις16

την τύχην που σου έλαχεν τζιαι την καλήν σου μοίραν

τζιαι άτε νά ’βρεις ύστερις μες στ’ άσιερα την φτείραν.17

1. πανωπροίκι, επιπλέον προίκα 2. χωράει 3.ψίχουλα 4. φτάνουν 5. σωπάστε, σκάστε  6. φυλάει, προσέχει 7. από δω και πέρα 8. υπηρετούν 9. σπαταλούν, αφήνουν να πάει χαμένο, αχρηστεύουν 10. εξαφανιστούν, χαθούν 11. ξεγελάνε 12. ασχολούσασταν με το κανναβούρι και αφήνατε τον θερισμό, ασχολούσασταν με ασήμαντα παραμελώντας τα σπουδαία 13. γεύση 14. ακονιστήρι 15. τρώμε καρπούς της παλλιούρας (τρώμε κουτόχορτο) 16. απορρίπτεις, πετάς 17. μέσα στα άχυρα την ψείρα

Ο ποταμός έν κουβαλεί κουζούλες1 κάθ’ ημέρα.

Η ευκαιρία εν να χαθεί ’ννά κουπανιείς2 αέραν.

Τζιει που αστράφτει φαίνεται τζιαι τζιει που φέγγει λάμπει

μα την αλήθκειαν δκιαλαλεί τζιείνος που έσιει ανάγκην.

Οι άλλοι κλειούν τα μμάθκια τους, τίποτες έν τους κόφτει

εξόν τζι αν φτάσει το λαμπρόν ώς την δικήν τους όχτην.

Μ’ άμαν δουλεύκει ο άθθρωπος μόνον για τα ριάλια

συνάει, βουναρκάζει τα, ’γοράζει τζι άλλα μάλια3

είντα αξίαν έχουσιν αν χάσει την ψυσιήν του

αν χάσει την εκτίμησην τζιαι την υπόληψήν του;

Η αρκογκιά πά’ τζι έρκεται μα η τιμή έν σαλέβκει.

Παρασσιωνώννει4 άνεμους ’που ψέμαν μαειρεύκει.

Τζιαι ποια η σιουράντζα5 σου πως έν θα σου τ’ αρπάξουν

οι σσιύλλοι όπως συνηθούν τζιαι έν θα σε πετάξουν

στην θάλασσα. Κότζια(μ) θερκόν6 θωρείς τζιαι έν πιστεύκεις

μ’ ακόμα την τζιυλιμαθκιάν7 που έκαμεν γυρεύκεις;

Ο κόσμος άψεν τζι έλαβεν8 τζι εσού ’κόμα τζοιμάσαι;

Πού πάει το κατάτροχον9 γιατί έν αθθυμάσαι;

Απού τον Άδην ύστερις εν να ζητάς το φως σου

μα ποιος το είδεν για να δεις τζι εσούνι το δικόν σου;

Άμαν ψωρκάσει ο γείτος σου γύρευκε συ βοτάνιν

γιατί έν γλιτώννεις, έν θα βκεις που πάνω σαν το λάιν.

Τζιαι μεν ορπίζεις το κακόν πως εν να ποϋρίσει.10

Γυρόν-γυρόν παιδεύκει τους τζι εσέν’ εν να σ’ αφήσει;

Έν τζι εν’ αμματοπόνηση11 μάνα μου η στραβάρα

Κουρτζιούνιν12 μέσα στον γκρεμόν παίρνει σε η πελλάρα13

πό’ ’ν ελοάρκασες ποττέ πως η γιορτή του γείτου14

εν η παραμονή σου εσέν’, τζι εν να πονείς περίτου15

που έν έδειξες φρόνησην μήτ’ εύρισκες αδκειάσην

τζι όσα χρόνια εσύναες16 του κάκου εν να πάσιν.

Θωρείς τους άλλους κάβκουνται τζι έν τους φυσάς να σβήσουν.

Με είντα μούτρα εν να ζητάς νά ’ρτουν να σου τανήσουν;17

Τόσον τζιαιρόν βοήθα μου φτωσσιέ να μεν σου μοιάσω

ελάλες. Είντα καρτεράς το σσιέριν σου να πιάσω;»

1. κορμούς δέντρων 2. κοπανάς 3. μαζεύει, συσσωρεύει, αγοράζει κι άλλη περιουσία 4. σερβίρει 5. σιγουριά 6. κοτζάμ θεριό, φίδι 7. σημάδι από σούρσιμο 8. ο κόσμος χάνεται 9. κατηφόρα 10. προσπεράσει 11. ματόπονος, φλεγμονή των ματιών 12. κατ’ ευθείαν, ολόισια 13. τρέλα, παραλογισμός 14. γείτονας 15 περισσότερο 16. συσσώρευες, μάζευες 17. βοηθήσουν

Ούλλα τα μέλη τζι αν ραούν1 τα μμάθκια φως ας έχουν

τζιαι φώτισην ο Πλάστης μου να δκιά σ’ όποιους κατέχουν

κουβέρνον εις τα σσιέρκα τους, τες τύχες μας ορίζουν

το όνομαν του τόπου μας να μέν το ξημαρίζουν2

Ποιος καϊλίζει3 πά’ στην γην το σπίτιν του ν’ αρπάσσουν

τους τάφους των παππού(δ)ων του να σπάζουν, να ρημάσσουν

τα μοναστήρκα του τζιαμιά, τα μάλια του δικά τους

τες εκκλησιές να κάμνουσιν στάβλους τζιαι αποπάτους;

Αν αρνηθείς τον τόπον σου, λαμπρόν τζιαι να σε κάψει!4

Πα’ στο τζιούριν5 σου τζιερίν κανένας να μεν άψει!

Το χώμαν να μεν σε δεχτεί, ποττέ να μεν σαπίσεις

στην πίσσαν της κολάσεως να βράζεις, να μεν λύσεις.

Τα κάστϊα6 του Ιησού όσοι αξιωθήκαν

αγιάσαν. Μες στα βάσανα εζήσαν, μα εσωθήκαν.

Μα όποιος την καλοπέρασην πάνω που ούλλα βάλλει

τον λούκκον του σιόν-σιόν να ξέρεις πως ιβκάλλει.

Μεν πεις ποττέ πως εν πελλοί τζιείνοι που πολεμούσιν

στο χώμαν τους, στον τόπον τους πίσω για να στραφούσιν.

Εν’ ο κανόνας ο σωστός τζιαι του Θεού ο νόμος

τζιαι αν οι δυνατοί της γης πράσσουσιν παρανόμως

μεν έσιεις έννοιαν, καθενού έρκεται η σειρά του

για να πκιερώσει τ’ άδικον τζι ούλλα τα κρίματά του.

Τζιαι μεν μου πεις εξίκκον σου,7 τζιείνοι καλοπερνούσιν.

Το κκιάριν8 σου εν’ μιαλλύττερον, ποττέ έν θα νεπαφτούσιν

που σένα πιο κερτισιμιοί9 λαλώ σου έν θα βκούσιν.

ΟΠΟΥ τζι αν είσαι πάσκιζε για την δικαιοσύνην.

Σε κάθε πλάσμαν του Θεού να δείχνεις καλοσύνην.

Το άδικον πολέμα το σε όποιον τζιαι να τύσσιει

μαύρον γιά10 άσπρον, τζίτρινον, μούζουρον γιά καστρίσιην.11

Έξερε, ούλλα εν’ δανεικά στον ψεύτικον τον κόσμον

δϊάς12 εσού βασιλιτζιάν, πέρκι σου δώκουν δκυόσμον.

Τζι αν μέν προφτάσεις να το δεις στα χρόνια τα δικά σου

μέν μαραζώννεις, εν να δούν σίουρα τα παιδκιά σου.

1. ραγίσουν 2. μαγαρίζουν λερώνουν, βρομίζουν 3. δέχεται, συναινεί 4. να σε κάψει αστροπελέκι 5. κιβούρι 6. βάσανα, βασανιστήρια 7. να σου λείπει 8. κέρδος, όφελος 9. κερδισμένοι 10. ή 11. κίτρινο, μελαχρινό ή κοκκινοτρίχη (ξανθό) 12. δίνεις (δϊάς ή δκιας)

ΠΟΙΟΣ όρπιζεν1 οι Έλληνες να ρτώσουν2 την Περσίαν

που (εί)’σιεν σσιλλιάες τον στρατόν τζιαι μιλιούνια πλοία;

Ποιος όρπιζεν σ’ έναν στενόν τρακόσσιοι Σπαρτιάτες

με Λεωνίδαν αρχηγόν να κόψουσιν τες στράτες

να ματζιελλέψουν σαν τ’ αρνιά Μήδους τζιαι Ασιάτες

να σκοτωθούν φωνάζοντας «Μολών λαβέ σατράπες»;

Ποιος όρπιζεν οι Έλληνες δίπλα στον Μαραθώναν

τον μέγαν τότε βασιλιάν να σου τον κάμουν χώμαν;

Ποιος όρπιζεν στην θάλασσαν κοντά στην Σαλαμίναν

τα πέρσικα πολεμικά να φύουν σγοιον αζίνα,3

εις στον γιαλόν της Λάρνακας οι Έλληνες να βκούσιν

τζιαι με τον Κίμωνα νεκρόν ακόμα να νικούσιν;*

Επίστευκες πως η Τουρτζιά στους τετρακόσιους χρόνους

έθεν ν’ αφήκει τους Ρωμιούς λέφτερους ’που τους πόνους;

Τζι αν η ύστερις εδράτζιασεν4 εις την Μικράν Ασίαν

έν εν’ η αξιότη της, ας όψεται η Αγγλία!

Ας όψουνται τζι όσοι ’που μας εδώκασιν αιτίες

να χάσουμεν τα δίτζια μας τζι ούλλες οι δυστυχίες

νά ’βρουν αθώα πλάσματα, αμμά5 τζιαι στρατιώτες

πού ’χαν φωθκιάν μες στην ψυσιήν, που ήταν πατριώτες.

Τζιαι μεν μου πεις πως τάχατες σ’ άλλους τζιαιρούς γινήκαν.

Τζι άλλοι πολλοί τωρασινοί εσβήσαν τζι εχαθήκαν.

Επίστευκες οι Κρητικοί να δούσιν άσπρην μέραν

Σαρατζιηνούς τζιαι Γερμανούς να σου τους κάμουν πέρα,

η Κρήτη η κακορίζιτζιη που ’λιωνεν σαν λαμπάδα

να καταφέρει να γινεί έναν με την Ελλάδαν

τζιαι ώς τα πέρατα της γης ο κόσμος να θαυμάζει

δύναμην τζιαι παλληκαρκάν Κρήτην να ονομάζει;

Επίστευκες ’που το Σουέζ να φύουν οι Εγγλέζοι

τζιαι ο φελλάχος το βκιολίν όπως ποθεί να παίζει;

Επίστευκες στην Αφρικήν οι μαύροι να νικήσουν

τους άσπρους τους βασανιστές τζιαι να του ξορατίσουν;6

Επίστευκες ο Διγενής τζιαι δέκα κοπελλούδκια

τον Χάρτινγκ7 να νικήσουσιν, να κάμουν φυλλακούδκια8

κοτζιάμ Αγγλίαν, που λυσσιά τζιαι για το ρεζιλλίκιν

που έπαθεν έφερεν μας σε τούτο το κιλίκκιν9

σφιχταγκαλιάζει την Τουρτζιάν, έν μας τεϊνετίζει10

την σϊεροκουτάλαν της σαλαβαρτίν11 γυρίζει;

Τζιαι ποιος επίστευκεν ποττέ να ππέσει η Ρωσία

στο μεϊτάνιν να τροκκά12 η Κίνα, η Ασία;

1. ήλπιζες 2. πετύχουν (το στόχο), νικήσουν 3. σαν σπίθα 4. δυνάμωσε (σαν δράκος), κυριάρχησε 5. αλλά 6. εξαφανίσουν, διώξουν μακριά 7. Άγγλος κυβερνήτης της Κύπρου στη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ (1955-1959) 8. ροκανίδια 9. χάλι, κατάντια 10. λογαριάζει, υπολογίζει 11. τη σιδερένια κουτάλα της ασταμάτητα (γυρίζει), προκαλεί ανακατωσούρες, αναστάτωση 12. τροχάζει, καλπάζει

Όσον για την Αμερικήν, δϊώ της διορίαν.

Αρκίνησεν να σέπεται ’π’ όσσω1 η κοινωνία.

Θωρώ το πως τελειώννουσιν γλήορα τα ψουμιά της

όπου τζιαι νά ’σαι έρκεται τζιαι τζιείνης η σειρά της.

Ποιος βασιλεύκει αιώνια; Τζι ο ήλιος δύννει2 ’κόμα

Σιόν-σιόν εν να γινεί τζι ο Αμερικάνος χώμαν.

ΜΑ ΑΛΙ σε δέρνουν εκατόν, τζι αλί σε δέρνει ο νους σου

αλλ’ ώσποσον βαστάχνεται3 να σου λαλούσιν «ούσσου»!4

Αν μεν κλοτσήσει ο γάδαρος έν τον ιξηφορτώνουν

άλλα γομάρκα βάλλουν του, με μουτταρκάν5 τον ζώννουν

να μεν λαχτήσει6 πκιον ποττέ, μήτε να σσισσινίσει7

να καταπιεί την γλώσσαν του ώσπου να ξηψυσιήσει.

Μ’ αντάν8 να θέλει ο Πλάστης μου τζιαι δίχα νέφη βρέσιει

σ’ εμάς θα δώκει έλεος, θα ξηλειφτεί το λέσσιν9

πού ’κατσεν στο ζινίσσιν10 μας, σσιοινίν εις τον λαιμόν μας

τζι εν η επιθυμία του να δει τον θάνατόν μας.

Αν μέν δκιαβείς ανήφορον, κατήφορον έν βρίσκεις

τζι αν μεν σούσεις11 το πό(δ)ιν σου δούλος πάντα μινήσκεις!

Άη Νικόλα βούθα μου! Σούσε τζι εσύ το σσιέριν!

Μεν τους φοάσαι που βαστούν τζιαι κρέας τζιαι μασσιαίριν!

Στάσιμοι έν μινήσκουμεν σε μιαν χρονολογίαν

γιατί έππεσεν ’που πάνω μας κατάρα ή ατυχία.

Τα πλάσματα πάνω στην γην, όπου τζιαι να βρεθούσιν,

τζιαι να πορπίζουνται μπορούν τζιαι να ονειρευτούσιν.

Τζι άμαν τους κρούζει12 το φλαντζίν13 το τέρτιν που μιαν κλάππαν

μπόρουν να μανικώνουνται,14 ν’ αρπάσσουσιν την τσάππαν

λούκκον να βκάλλουσιν βαθύν, να θάφκουν καταφρόνιες

τζιαι πάνω του να ξαναθθούν τραντάφυλλα, πικόνιες,

να κάμνουσιν παράδεισον την γην τζιαι την ψυσιήν τους

να μεν καταϊσιέφκουσιν άδικα την ζωήν τους.

Που το φαρμάτζιν ζάχαρην τζιαι που το ξί(δ)ιν μέλιν

φκάλλουσιν, τζιαι φτεροκοπούν στον ουρανόν αντζιέλοι.

1. σαπίζει από μέσα 2. δύει 3. αντέχεται 4. σώπα, σκάσε 5. καπίστρι, το σκοινί που δένεται στη μουσούδα του ζώου 6. κινηθεί 7. χλιμιντρίσει 8. όταν, σαν 9. πτώμα, βρομισμένο, λέρα 10. σβέρκο, τράχηλος 11. κουνήσεις 12 καίει 13. συκώτι 14. ανασκουμπώνονται

ΟΥΛΛΑ θέλουν απόφασην, υπομονήν τζι ελπίδαν.

Ποττέ να μεν ξηχάννουμεν πως κρέμμεται η λεπίδα.

Απ’ αντραπεί τζι αγκαστρωθεί κακόν αγκάστριν έσιει

μ’ απ’ αρνηθεί τον τόπον του ο χάρος τον συντρέσιει.

Τα μάθκια μου γεμώννουσιν όποτες αθθυμούμαι

τους τόπους μας π’ αφήκαμεν, κλαίω τζιαι νεκαλιούμαι1

για τα δεντρά που έκρουσεν το αγαρηνόν λεφούσιν

καπάλιν2 καταρκούμαι τους να μεν αξιωθούσιν

ρίζες να βκάλουν σ’ τούν’την γην που ’κόμα δρώμαν στάσσει

με γαίμαν εποτίστηκεν δικόν μας τζι έν αλλάσσει.

Ελλάδα ήτουν που παλιά τζι Ελλάδα εν να μείνει!

Η βία τζι η παλιαθρωπιά κρούζουσιν στο καμίνιν

που άφτει μες στα σώψυχα του καθενού τζιαι πάει

απού πατέραν εις τον γιον τζιαι έν έσιει κολάιν.3

1. μοιρολογώ 2. συνέχεια, ασταμάτητα 3. σταματημό, ανάπαυση

ΤΟΥΤΗΝ μου την ιστόρησην πριχού να σας τελειώσω

θέλω να ξομολοηθώ, θέλω να παραδώσω

στην κρίσιν σας το κρίμαν μου πό’ ’ν άντεξα τζι επήα

εις το Βαρώσιν, τζι έφριξα με ούλλα όσα εί(δ)α

Τριάντα χρόνους ύστερις επέψαν μας φιρμάνιν*

οι Τούρτζιοι τζι επιτρέπαν μας να πάμεν μάνι μάνι

τους τόπους πού ’χαμεν παλιά αν θέλουμεν να δούμεν

ώς δύμμαν ήλιου το πολλύν τζιαι πάλαι να στραφούμεν!*

Ήταν Αγία Εβτομά’ στες γλυκασσιές του Απρίλη

τζιαι τα λαμπρά μας άψασιν,1 εβάλαν μας φυτίλλιν.

Άλλοι εφυλλοπετούσασιν, άλλ’ ήταν μουδκιασμένοι

άλλοι ελαλούσαν μεν πάτε ‘ννα βκούμεν ζημιωμένοι

Έτσι εν να αναγνωρίσουμεν το ψεύτικον το κράτος

που κάμασιν παράνομα τζιαι εν να’ν μεάλον λάθος.

Ο ΝΟΥΣ μου ελάλεν μεν πάεις, ναι (ε)λάλεν η καρκιά μου

πριν να πεθάνω έθελα να πάω στα δικά μου.

Τριάντα χρόνια πρόσφυγες έκρουσεν η ψυσιή μας

άσπρην μέραν έν είδαμεν που τότες στην ζωήν μας.

Γιατί ορφανιάν τζιαι ξενιδκειάν τζιαι του θανάτου πίκραν

εβάλαν τες πάνω στο ζύ(ιν) μα η ξενιδκειά ενίκαν.

Αλί τον πό’ ’ν έσιει δικούς γυρόν να τον συντρέξουν

με την χαράν του να χαρούν, να τον αναορέψουν2

άμαν διψά τζιαι δυστυχά, άμαν τον πιάνει η πλήξη

άμαν θθυμάται τζιαι πονεί τζι η υπομονή του λείψει.

Ο θάνατος τζι η ξενιδκειά ιλάτζιν3 έν έχουσιν

ολημερίς τζι ολονυχτίς καμοί σε πελεκούσιν.

Ζωή με δίχα συγγενείς, ζωή με δίχα φίλους

έν εν ζωή μα παιδεμός, θανή δίχα μαρτύρους.

Δϊά ψουμίν η μητριά, μα σαν την μάναν όϊ.

Δϊά καλά η ξενιδκειά, μα το φλανζίν σου τρώει.

Τζι αν πόλεμος σ’ ανάγκασεν τον τόπον σου ν’ αφήσεις

αδύνατον να νεπαφτείς τζιαι να πολησμονήσεις.

Εν δύσκολον μιάλον δεντρόν άμαν το ξηριζώσεις

σε ξένον χώμαν την ζωήν να του την ξαναδώσεις.

1. άναψαν φωτιές μέσα μας, άναψε ο πόθος μας 2. να τον νοιαστούν, να τον φροντίσουν, να τον αναζητήσουν 3. γιατρειά, θεραπεία, φάρμακο

Ο άνεμος εν’ άλλως πως γυρόν του που βουννίζει

τζι αν μέν λυΐζει το δεντρόν, γλήορα το τσακκίζει.

Αν μεν λυΐσει, εν’ θάνατος. Αρρώσκια αν λυΐσει

σιόν-σιόν ν’ να χωνευτεί, ν’ να πάει τζιαι να σβήσει.

ΗΤΑΝ Άγιον Σάββατον που ήρτεν το χαπάριν

στην ξενιδκειάν που βρίσκουμουν. Έτρεμα σαν το ψάριν

ήμουν μες στην τριβίτζιασην1 τζι ελάλουν παραπάνω

υπομονήν πως έν έχω, θαρκούμαι εν να πεθάνω

εσκέφτουμουν, τζιαι η καρκιά μ’ εκόντευκεν να σπάσει

σσίλλια κομμάθκια να γινεί, αλί, πριχού να πνάσει.

Μα έδωκεν ο Πλάστης μου τζιαι τούτον να τ’ αντέξω

πωρνόν2 της Τρίτης της Λαμπρής τα σύρματα να ρέξω.3

Απού το χάραμαν του φου4 ήμουν εις τα Στροβίλια*

τζιαι που τζιαμαί5’παρπάτησα άλλα τέσσερα μίλια.

Πορτοκκαλιές τζιαι λεμονιές ολόυρα αθθούσαν

τζιαι στον φραμόν6 τρανταφυλλιές άσπρες μουσκολοούσαν

καμαρωτοί ποτζιεί ποδά7 κρίνοι (ε)χαμογελούσαν

«Χριστός Ανέστη, χρισκιανοί», σαν να τζι εδκιαλαλούσαν.

Εσφάλισα τα μμάθκια μου τζι ενόμισα ’ταν ψέμαν

τζιαι προσφυγιά, τζιαι άφαντοι, τζιαι πόλεμος, τζιαι γαίμαν.

Μα σαν να συφφωνήσασιν ούλλα να με παιδέψουν

τζι ύστερις να γελάσουσιν τζιαι να με περιπαίξουν.

Τζιαι πριν προφτάσω να χαρώ της ομορφκιάς το θαύμαν

έππεσα μες στην κόλασην τζι ελούθηκα το κλάμαν.

Ούλλος μου ο παράδεισος έναν περβόλιν ήταν

τζι ύστερις ούλλα αλλάξασιν τζιαι ούλλα εχαθήκαν.

Γέρημοι τόποι, άδεντροι, βωβοί τζιαι πεθαμένοι

τζιαι ώσπου έφτανεν το δειν σσιέρσοι, ποκαριμμένοι8

πλάσματα κακορίζικα, γερημιασμένα σπίθκια

τζιαμαί που αθθούσεν η ζωή, σταχτός τζιαι ποκαΐδκια

ΕΔΥΣΚΟΛΕΥΤΗΚΑ πολλά νά ’βρω παλιά σημάδκια

τζιαι αν μεν έξερα καλά στράτες τζιαι μονοπάδκια

σίουρα εν να χάννουμουν, αλλάξασιν οι τόποι

αλλάξασιν οι μυρωδκιές, αλλάξαν τζι οι αθθρώποι.

1. ανυπομονησία, αδημονία, ταραχή με στενοχώρια, ανησυχία 2. πρωί 3. περάσω 4. χάραμα, ξημέρωμα, λυκαυγές 5. από εκεί 6. φράχτης 7. από δω και από κει 8. αρρωστημένοι, αχρηστευμένοι από αδιαφορία, κακοπαθημένοι.

Δίκλα ποτζεί, δίκλα ποδά,1 μα τίποτε δικόν μου

έν έβρισκα για να πιαστώ, ελλίανεν2 το φως μου

ο ήλιος σαν να χάθηκεν τζιαι μια σκοτεινιασούρα

εσκούλλισέν με3, τζιαι τον νουν σαν τον σταχτόν θολούρα

ετύλιξέν τον τζιαι να βκω που τζείν’ την παραζάλην

εστέκετουν αδύνατον. Έμεινα σ’ τούν’ το χάλιν

ώρες πολλές. Εγύριζα σαν την ξηλοϊσμένην4

σαν την χαντήν,5 σαν την μαννήν,6 σαν την ξηχασκιασμένην.7

Μ’ αντάν τζι εβρέθηκα ομπρός στο σπίτιν το δικόν μου

εβώβωσα, έν έβκαινεν φωνή που τον λαιμόν μου.

Ούλλα μαύρα τζιαι γέρημα, ασάριστες αυλάες

οι δοξαμένες όφτζιαιρες,8 εκάμαν τες γουμάες9

το σπίτιν χαλαμάντουρον,10 τρεις κάμαρες εππέσαν

τζι όσες εμείνασιν, χτιτζιόν. Σσιύλλοι ελάσσαν μέσα.

Πού λεμονιές, πορτοκκαλιές, ελιές τζιαι κυπαρίσσια;

Πού μεσπιλιές,11 χρυσομηλιές,12 ροδκιές τζιαι πού μελίσσια;

Πού ’ν’ η συτζιά η λαϊτζειανή, βασιλιτζιή τζι η άσπρη,

βάρτικη, μενεβίσικη τζιαι πού η βαζανάτη;13

Με φούλι στέκει ζωντανόν, με γιασουμίν, με κλήμαν,

με φοινιτζιές, με τζιυδωνιές, εγίναν ούλλα μνήμαν.

Την γην αγάπα που καρκιάς να σε καλοπκιερώσει

μα αν μεν της φέρνεσαι καλά, είντα ’ν που να σου δώσει;

Παδκιάν παδκιάν εξέραμεν της γης μας κάθε χούιν

κοτσσινογής τζιαι ασπρογής, κατάτροχου, αμμούιν.

Έβρεσιεν τζι επνιούμαστεν πριχού πνϊεί η γη μας

πρώτη εις την αναβροσιάν έκρουζεν η ψυσιή μας

τζιαι αναγιώνναμεν δεντρά ούλα14 πού ’ταν παιδκιά μας

αθθίζασιν τζιαι άθθιζεν μαζί τους τζι η καρκιά μας

ΕΔΩΚΑ κάμποσους γυρούς τζι είπα να παρπατήσω

ώς την Χρυσοσπηλιώτισσα,* να μπω να προσκυνήσω

πέρκιμον15 παρηορηθώ. Να πάω στο σκολείο,

να πάω ν’ άψω έναν τζιερίν εις το νεκροταφείον.

Μα η εκκλησιά ήταν τζιαμί, όφτζαιρη, πεύτζια16 μόνον

δίχα εικονοστάσιον τζιαι ζωγραφκιές στον θόλον.

1. Κοίτα από δω, κοίτα από κει 2. λιγόστεψε 3 με κάλυψε (σκέπασε) εντελώς 4. παραλοϊσμένη, τρελή, χαμένη 5 χαζή, βλάκας 6. ηλίθια 7. ντροπιασμένη και χάσκοντας 8. δεξαμενές άδειες 9. κοτέτσια 10. ερείπιο, χαλάσματα 11. μουσμουλιές 12. βερικοκιές 13. διάφορα είδη συκιών 14. σαν, λες και 15. μήπως και (είθε, μακάρι) 16. χαλιά

Τζι ο σπήλιος κάτω όφτζιαιρος εξόν που μιαν εικόναν,

της Βάφτισης, που βρίσκετουν πετάμενη στο χώμαν.

Μα σαν να μου χαρίσασιν τον ήλιον, το φεγγάριν!

Εφάνην μου ο Ξορινός ήρτεν με το κοντάρι1

σημάϊν πως εν έτοιμος να τους ιξορατίσει*

στα σσιέρκα μας η εκκλησιά τζιαι πάλε να γυρίσει.

Γιατί η εικόνα που λαλώ εν μιάλη ιστορία.

Πριν το εβδομηνταοκτώ, ήταν Τουρκοκρατία*

πού ’φερεν ο προπάππος μου, σε άλλην φασαρίαν

την Βάφτισην μές στ’ άσιερα2 χωσμένην τζι έσωσέν την

με την καρρέτταν των βουδκιών3 έξω (ε)κουβάλησέν την.

Πως λοαρκάζασιν φωθκιάν στες εκκλησιές να βάλουν

οι Τούρτζιοι στην Αμμόχουστον τζι αν ημπορούν να βκάλουν

εικόνες, να τες σώσουσιν που την λεηλασίαν

εμήνυσέν του έναν Τουρτζίν πού (εί)σιεν περιουσίαν

ανάολα4 των περβολιών της οικογένειάς μας

εσέβετουν την πίστην μας τζι ούλλα τα έθιμά μας.

Γιατί σε δύσκολους τζιαιρούς πολλοί αλλαξοπιστήσαν

τζιαι με το ζόριν τον Αλλάχ σσιυφτοί επροσκυνήσαν

Τζι άλλοι πολλοί που τούρζικον στες φλέβες γαίμαν έχουν

στον Άγιον των χρισκιανών τάσσουνται τζιαι προστρέχουν.*

Έτσι έγινεν τζι εσώθηκεν η άγια εικόνα

που ήβρα πεταξούμενην στον σπήλιον μες στο χώμα.

Έππεφτεν λλιοστόν το φως, τζι αρκίνησα να ψάλλω

να λουτουρκώ τζι όσα πονούν που μέσα μου να βκάλλω.

Τζιαι πάλε εφανίστην μου πως ούλλα ήταν ψέμαν

πως ήταν όρομαν5 κακόν, πως κάποιος μ’ ενϊέλαν

ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΣΙΗΝ μου αλαφριάν έβκηκα που τον σπήλιον

τζι ετράβησα για τους νεκρούς ώς που είσιεν φως τζιαι ήλιον

εις την Αγιάν Παρασκευήν έναν σταυρόν να κάμω

περνώντα, τζιαι να βιαστώ τα άλλα να προκάμω.

Μα η εκκλησιά ξηστίαστη,6 τοίσιοι εστέκαν μόνον

τζιαι η Αγία Τράπεζα τον ουρανόν για θόλον

είσιεν. Γυρόν αρκάγκαθθα, λαζάροι7 εξηβλαστώνναν

1. Άγιος Γεώργιος ο Εξορινός (η μεσαιωνική εκκλησία του στην εντός των τειχών Αμμόχωστο) 2. άχυρα 3. κάρο που σέρνουν βόδια (αραμπάς) 4. στα όρια, στα σύνορα (γειτονικά) 5. όνειρο 6. ξεστέγαστη, χωρίς σκεπή 7. άγριες κίτρινες μαργαρίτες (στο χρώμα του νεκρού Λαζάρου)

το μονοπάτι π’ άννοια εκλείαν, σαν να ’ζώνναν

τα άγια, μέμπα1 τζιαι μπει κανένας τζιαι ταράξει

την σιωπήν τζιαι τα θερκά που μέσα είχαν λουφάξει

’πο τότες που εξαπτέρυγα εβκήκαν στο παζάριν

καντήλες, δισκοπότηρα πουλιούνται για το κκιάριν.

Μα να μεν δώκει ο Θεός στο πλάσμαν του να ζήσει

τζιείνα που έζησα εγιώ τζι αντίς να θυμιατίσει

σε κόκκαλα να κουτσουφλά, σταυρούς κατασπασμένους

νά ’βρει τους τάφους ανοιχτούς, να χάσκουν, βρομισμένους.

Καλότυχη Αμμόχουστος που έν σ’ εκατοικήσαν*

κουβαλητοί2 ’που την Τουρτζιάν τζι ας σε λεηλατήσαν

τα λέσσια, τζι ας εγίνηκες φωλιά για τες κουφάες

τζι ας λιάζουνται βιγλίζοντα τα πέρα οι κουρκουτάες.3

Σαν νά ’κλεισες τα μμάθκια σου, σαν να βαρυτζιοιμάσαι

τα ρωμανίσια4 έβαλες, έν θέλεις ν’ αθθυμάσαι

όσα σε ήβρασιν κακά το μαύρον καλοτζιαίριν

που πάτησεν το χώμαν σου το βάρβαρον ασκέριν.

Βορκάς τζιαι λίβας τζιαι βροσιές τριάντα χρόνια εσβήσαν

τες ξένες τες πατημασιές τζιαι καθαρήν σ’ αφήσαν.

Τα ττέλια που σε φράξασιν θαρκούμαι εν σωτηρία

τεισσιόν5 που μέσα σιανά βλαστά η ελευθερία.

Της θάλασσας τον άνεμον έσιεις παρηορκάν σου

δροσιάν μέσα στον κόρφον σου τζιαι μόνην συντροφκιάν σου.

Τζι αν μεν μ’ αφήκασιν να μπω, να δήσω6 τες πληγές σου

ξέρε το, εμυρίστηκα ούλλες τες σιωπές σου.

Μες στο τραούδιν του πουλιού που (ε)πέταν πανωθκιόν7 σου

εδκιέβασα τα λόγια σου τζιαι το παράπονόν σου. 

Τζιαι άφηκα τες σιωπές να τρέξουν, να τζιυλήσουν

πέρκιμον φτάσουν στην ψυσιήν, πέρκι με καθαρίσουν

που λάθη τζιαι που κρίματα τζιαι που καμούς τζιαι πλήξην

μ’ αδύνατον παρηορκά νά ’ρτει να με τυλίξει.

1. μήπως 2. Τούρκοι που εποίκησαν παράνομα την κατεχόμενη Κύπρο 3. μεγάλες σαύρες σαν ιγκουάνας 4. σιδερένιος σύρτης (λοστός) που ασφαλίζει εσωτερικά την πόρτα 5. τείχος 6. δέσω 7. από πάνω, πάνωθε

Συλλοϊσμένη έφτασα τζιαι σϊομουρμουρώντα

στης Αμμοχούστου τα τεισσιά, στον φτερωτόν τον λιόνταν.*

Λιοβούττημαν εκόντευκεν τζιαι ούλλα εντυθήκαν

μες στα πορτοκκαλλόχρυσα, τζι ολόφωτα ’γινήκαν.

Μα σαν να σούστηκεν η γη, σαν να κατρατζιυλούσαν

που την μερκάν του Άη Γιωρκού οι πέτρες τζι εφακκούσαν1*

ούλα που οι σπήλιοι αννοίξασιν. Μύρα τζιαι μουσκοκάρφκια

εσσιέπασαν τες μυρωδκιές γυρόν, τζιαι που τ’ αγκάθκια

κότσσινα τριαντάφυλλα σαν γαίμαν εβλαστήσαν

τζι ένας στρατός αλλοτινοί αθθρώποι αναστηθήκαν.

Ο Βραγαδίνος άξιππα εστάθηκεν ομπρός μου*

αρκάντζιελος μέσα στο φως του ήλιου, «εν ο Θεός μου»,

είπα, «που μου τον έπεψεν πάλε να μ’ αθθυμίσει

πως ώς την ύστερην οπνάν2 χρωστεί να πολεμήσει

ο άθθρωπος ο τίμιος, να μεν βαρυγκομήσει.»

Εφόρεν τα δαμασκηνά ρούχα του που γυαλλίζαν

τα μμάθκια του, περήφανα, αητόν μου αθθυμίζαν

πού ’πλωσεν τες γαλάτες3 του την πόλην να σσιεπάσει

’που τα τζινούρκα βάσανα τον τόπον να ποσπάσει.

ΕΣΤΑΘΗΝ τζι η Συγκλητική δίπλα του τζι εβαστούσεν

έναν δαυλόν αφτούμενον που εστραφτοκοπούσεν*

σαν να μου λάλεν «αντροπή που κάθεσαι τζι εν κάμνεις

τζείνο που πρέπει, μανιχά παραπονιέσαι, λάμνεις4

Είμαστεν λλίοι, άνεννοιας να μεν μείνει ούτ’ ένας.

Πρώτα του τόπου το καλόν τζι ύστερις του καθένα

γιατί άμαν γείρει η νεβκά5 βολίτζιν6 μήτε έναν

έν θα σταθεί στην στϊασιάν,7 το σπίτιν εν να ππέσει

βουνάριν πέτρες θα γινεί τζι εσούνι μες στην μέσην

ν’ να δέρνεσαι, εν να χτυπάς την γην τζιαι το κορμίν σου

μά ’ξερε ό,τι έπαθες εν που την τζιεφαλήν σου.

Πόδκιαβα του παναϋρκού χωρκάτης αλλαμένος8

είντα φελά;9 Στην ώραν του ο νους να ’ν’ συναμένος.10

Μιτσιοί, μεάλοι, άρκοντες, φτωσσιοί δώστε τα σσιέρκα.

Έτσι τζιαιρούς που φτάσαμεν κοννιείτε11 τα μασσιαίρκα

τζιαι βκάλλεττε τα μμάθκια σας αντίς να συναχτείτε

1. Μικρή εκκλησία του Αγ. Γεωργίου (Αη-Γιωρκούδι) εκτός των τειχών της Αμμοχώστου, στο δρόμο προς τη Σαλαμίνα, σε πετρώδη περιοχή με σπηλιές 2. πνοή 3. φτερούγες 4. μουρμουράς, παραπονιέσαι 5. κεντρικός στύλος, μεγάλη δοκός που στηρίζει τη στέγη 7. δοκάρι 8. στέγη 9. μετά το πανηγύρι χωριάτης καλοντυμένος 10. ωφελεί 11. μαζεμένος 12. ακονίζετε

τους τρόπους τους καλλίττερους να ’βρετε, να σκεφτείτε

νούσιμα1 τζιαι ν’ αφήκετε εγωισμούς στην μπάνταν,

γιατί άλλως πως παιδεύκεστε, έν θα ’βρετε αμάνταν.2

Οι ξένοι πα’ στην ράσιην μας καρτζιλαμάν χορεύκουν

γελούν τζιαι περιπαίζουν μας μίσσιμου3 πως γυρεύκουν

ό,τι καλόν καλλίτερον στον τόπον μας να δώσουν

που τον αδικοσκοτωμόν τάχα να μας γλιτώσουν.

Μ’ αν μεν είμαστεν άξιοι μετά που τόσα πάθη

να δούμεν ποιον εν’ το σωστόν, να δούμε είντα λάθη

πρέπει να ποϋρίσουμεν τζιαι είντα ευκαιρίες

που ολόϋρα ν’ αρπάσσουμεν, μήτε οι Παναΐες

μήτε Χριστοί, μήτε Θεοί εν νά ’ρτουν να μας σώσουν

τζι αξίζει μας σσιειρόττερα ακόμα να μας δώσουν.

Τζιαι μεν κλαίεις για τα δεντρά, εν να ξαναγινούσιν

(εν) ν’ αθθίσουν, να φουντώσουσιν, τζιαι να μουσκολοούσιν.

Μ’ άμαν τζιαι χώμαν τζιαι νερόν εις τους οχτρούς σου δώσεις

είντα ψυσιήν εις τον Θεόν έσιεις να παραδώσεις;

Έν εμετάνωσα ποττέ πό’ ’ν άντεξα τζι επήα

που το κακόν μου ελύσσιασα περίτου μ’ όσα εί(δ)α

Θέλετε καταγνώστε με,4 θέλετε δώστε χάρην

στο κρίμαν που μολόησα. Μα νά ’σιετε καμάριν

γιατί εγενηθήκετε σ’ τούτον τον άγιον τόπον

να μεν λλιοψυσιήσετε, μεν λυπηθείτε κόπον.

Πιαστείτε που την γλώσσαν μας γερά τζιαι κρατηθείτε

πίστην τζιαι ιστορίαν μας προ πάντος σεβαστείτε.

Τζι όποιος του άλλου χάκκιν5 τρώ(ει)’ ποττέ του έν χορτάννει

έρκεται η ώρα η δύσκολη που ό,τι κερταίννει6 χάννει.

Πίσω έσιει ο φούρνος την πυράν τζι ο τωρινός βεζύρης

άρκον μεθάρκον7 σίουρα εν να γινεί ρεζίλης.

Κάμνει ο κλέφτης αλοσιήν8 να φοηθεί ’που χάσει

μα του τζιαιρού τζιαι του Θεού είνταλος9 θα γελάσει;

Το κρίμαν αγκαστρώνεται τζιαι με τζαιρόν γεννιέται

το δίκαιον τζιαι το σωστόν ποττέ έν καταλυέται.

1. λογικά, μυαλωμένα 2. ησυχία, ανάπαυση, ανακούφιση 3. δήθεν, τάχα μου 4. κατακρίνετέ με 5. δίκιο 6. κερδίζει 7. αύριο μεθαύριο 8. θόρυβο, φασαρία, αλαλαγή 9. πώς, με ποιο τρόπο

Κάποτες ο Θεός αρκεί μα τίποτε έν χαρίζει

πκιερώνει όποιον αδικεί καταπώς του αξίζει.

Πόσα άστρα επεθάνασιν, εσβήσαν τζι εχαθήκαν

μήτε μιαν χαραήν1 που φως πίσω τους έν αφήκαν;

Ούλλα ’χουσιν ανατολήν αμμά ’χουσιν τζιαι δύσην.

Τ’ άστρον θαρκέσαι της Τουρτζιάς ώς πόν να πά’; Έν θα σβήσει;

1. ελάχιστο ίχνος, χαραγματιά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration