Ζωηφόρος

Διάλογοι αιφνιδιασμού την ημέρα της Κρίσεως, του Κωνσταντίνου Κορναράκη,

Διάλογοι αιφνιδιασμού

την ημέρα της Κρίσεως

του Κωνσταντίνου Κορναράκη

Επίκουρου Καθηγητού της

Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

από το περιοδικό «Χριστός και Κόσμος», τεῦχος 25, Ἰανουάριος - Φεβρουάριος 2010

***

Ὁ αἰφνιδιασμὸς τῶν ἀνθρώπων,

κεντρικὸ σημεῖο τῆς παραβολῆς τῆς Κρίσεως

(Ματθ. 25, 31-46)!

Μία ἀπὸ τὶς πλέον προκλητικὲς εὐαγγελικὲς περικοπὲς εἶναι ὁπωσδήποτε ἡ περικοπὴ τῆς Κρίσεως, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Κύριος, προσδιορίζοντας τὰ κριτήρια τῆς σωτηρίας ἢ τῆς καταδίκης τῶν ἀνθρώπων, περιγράφει στούς ἀκροατὲς τῶν λόγων του τὴν ἔνδοξη ἔλευση τῆς Δευτέρας Παρουσίας Του καὶ τὴν τελικὴ κρίση τῶν ἀνθρώπων, ἐνώπιον τῆς σύναξης τῶν Ἀγγέλων.

Κύριο στοιχεῖο τῆς περικοπῆς, ὅπως φαίνεται, εἶναι οἱ διάλογοι αἰφνιδιασμοῦ! Τόσο ἐκεῖνοι πού θὰ κληρονομήσουν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅσο καὶ ἐκεῖνοι πού θὰ ριφθοῦν στό «πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις του», ἐκπλήσσονται! Γιά διαφορετικοὺς ὅμως λόγους!

Ἡ «εὔλογη» ἀπορία τῶν «ἐξ εὐωνύμων» γιά τὴν καταδίκη τους!

Ἐπιχειρώντας νά κατανοήσουμε καλύτερα τὴν ἔκπληξη τῶν δικαίων, ἂς ξεκινήσουμε ἀντίστροφα. Ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐξεπλάγησαν, διότι δέν εἶχαν ἀντιληφθεῖ σὲ τί ἔσφαλαν. Πράγματι! Ὑπὸ ὁρισμένη ὀπτικὴ γωνία φαίνεται ὅτι δίκαια διαμαρτυρήθηκαν. Ἐὰν εἶχαν συναντήσει τὸν Κύριο πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ γυμνὸ ἢ φυλακισμένο ἢ νοσηλευόμενο, δέν θὰ εἶχαν ἄραγε ἐπιχειρήσει να ἐξασφαλίσουν τὴν εὔνοιά Του, παρουσιάζοντας – ἐνδεχομένως καὶ μὲ αὐτοθυσία – τὸν καλύτερο ἑαυτὸ τους; Ἀναμφίβολα αὐτὸ θὰ ἔπρατταν!

Ἡ ἀπορία τῶν «ἐξ εὐωνύμων» ὡς κριτήριο ἐνοχῆς τους!

Αὐτή, ὅμως, ἀκριβῶς ἡ ἔκφραση τῆς ἀπορίας τους ἀποδεικνύει ὅτι ἡ καταδίκη τους ἦταν πράξη δικαιοσύνης! Τὸ κομβικὸ σημεῖο τῆς περικοπῆς κρύπτεται στό γεγονὸς ὅτι οἱ «ἐξ εὐωνύμων» εἶχαν βολευτεῖ σὲ ἕνα τρόπο ζωῆς πού ἀπέκλειε ἀπὸ τή ζωή τους τὴν «ἔκπληξη», ὡς στέρηση τῶν ἀνέσεων καὶ τῶν θελημάτων τους. Δέν εἶναι ἀπίθανο νά ἀσκοῦσαν τό, κατ’ αὐτούς, καθῆκον τῆς φιλανθρωπίας. Μάλιστα, δύσκολα μπορεῖ κάποιος νά ἀμφιβάλει ὅτι, ἐὰν εἶχαν ἀντιληφθεῖ ἐκ τῶν προτέρων τὶ σημαίνει συνάντηση μὲ τὸν Χριστό, κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς -ἴσως ὅλοι- νά ἔδειχναν μεγάλη προθυμία νά ἀνταποκριθοῦν στά κριτήρια σωτηρίας τους! Δέν θὰ ἦταν ἀφε-λεῖς γιά νά ἀδιαφορήσουν!

Ὡστόσο, ἡ ἔκφραση ἀπορίας τους ὑποκρύπτει ὅτι ἔπρεπε νά εἶναι βέβαιοι ὅτι θὰ ἄξιζε τὸν κόπο νά ἀναστατώσουν τή ζωή τους γιά τὶς ἀνάγκες κάποιου ἄλλου! Καὶ ὅπως συμπεραίνουμε ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου, μέχρι τή στιγμή πού θὰ βεβαιώνονταν γιά τὴν ἀνάγκη τῆς ἀναστάτωσης τῆς ζωῆς τους, εἶχαν σημαντικότερα πράγματα νά κάνουν, δηλαδὴ νά ἀσχοληθοῦν μὲ τίς ἐπιθυμίες τους καὶ τὰ δικαιώματά τους!

Ἡ αὐτονομία τῶν «ἐξ εὐωνύμων» καὶ ἡ κένωση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ.

Τὸ πρόβλημα βεβαίως εἶναι ὅτι οἱ «ἐξ εὐωνύμων» ἀδιαφόρησαν γιά τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος ἔθεσε τίς προϋποθέσεις σωτηρίας τους, εἶναι ἐκεῖνος πού μὲ τή σταυρικὴ του θυσία δίδαξε κατὰ μοναδικὸ τρόπο τὴν ἐκστατικὴ κίνηση πρὸς τὸν ἄλλο, τὴν ἔξοδο τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν ἐγωισμό, τὴν ἰδιοτέλεια καὶ τὴν αὐτοαναφορικότητα. Κένωσε ἑαυτόν, ἄδειασε ἀπὸ τή λαμπρότητα τῆς θεότητας: «καὶ εἴδομεν αὐτὸν καὶ οὐκ εἶχεν εἶδος οὐδὲ κάλλος, ἀλλὰ τὸ εἶδος αὐτοῦ ἄτιμον καὶ ἐκλεῖπον παρὰ πάντας ἀνθρώπους» (Ἡσ. 53, 2-3). Ἀργότερα, στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ, τέλεσε τὴν πιὸ συγκλονιστικὴ ἀγρυπνία ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρωπίνου γένους! Ἀγρύπνησε, ἀγωνιώντας καὶ προσευχόμενος γιά τὸν ταλαιπωρημένο ἄνθρωπο, ἐνῶ ὁ ἱδρῶτας Του ἔρρεε ὡς θρόμβοι αἵματος (Λουκ. 22, 44)!

Ἂν λοιπὸν καταδικάζονται οἱ «ἐξ εὐωνύμων», αὐτὸ δέν ὀφείλεται στό γεγονὸς ὅτι παρέλειψαν πράξεις ἐλεημοσύνης. Ἀλλὰ διότι δέν κατάφεραν νά ἐξέλθουν τοῦ ἑαυτοῦ τους γιά χάρη τοῦ ἀδελφοῦ τους. Δέν εἶναι ἴσως τυχαῖο, ὅτι δύο ἀπὸ τὶς προϋποθέσεις πού ἔθεσε ὁ Χριστὸς (ἐπισκέψεις σὲ φυλακὴ καὶ σὲ νοσοκομεῖο) ἀπαιτοῦν καὶ τοπικὴ μετακίνηση, συμβολίζοντας κατὰ κάποιο τρόπο τὴν ἔξοδο τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν προσωπικὸ του χῶρο καὶ τὴν κίνηση πρὸς τὸν ἐνδεῆ ἀδελφὸ του.

Οἱ «ἐξ εὐωνύμων» ἀδιαφόρησαν νά γίνουν μιμητὲς Χριστοῦ. Ἐγκλωβίστηκαν στίς συνήθειές τους καὶ καθηλώθηκαν στίς ἐπιθυμίες τους. Μάλιστα, γιά νά καταλάβει κάποιος τή σχετική περικοπή πρέπει νά λάβει ὑπ’ ὄψη του τὴν περικοπὴ τοῦ Ψυχοσάββατου, ἡ ὁποία κινεῖται στό ἴδιο μῆκος κύματος. Ἐκεῖ ἐπισημαίνεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά προσέχει, διότι ἡ μέρα ἐκείνη τῆς κρίσεως θὰ τὸν αἰφνιδιάσει ὅπως ἡ παγίδα τὰ θηράματα καὶ αἴφνης θὰ βρεθεῖ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου γιά νά κριθεῖ ἂν ὑπῆρξε ἄξιος τῆς θυσίας Του γιά νά καταστεῖ κοινωνὸς Του. Τὸ κήρυγμα λοιπὸν τοῦ Χριστοῦ ὁρίζει ὡς κύρια μέριμνα τοῦ ἀνθρώπου τὴν ἐγκράτεια ἔναντι τῶν ἡδονικῶν προκλήσεων τοῦ βίου καὶ τὴν ἄμυνά του ἔναντι τῶν πολυδιασπάσεών του (Λουκ. 21, 34), ὥστε νά μὴ λησμονεῖ τὸ οὐσιαστικὸ νόημα τῆς ζωῆς, πού εἶναι ἡ ἀγρυπνία τῆς ὑπάρξεώς του μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ στή νοητὴ Γεθσημανῆ κατὰ τὴν προσμονὴ τῆς κρίσεως καὶ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς.

Ἡ «παράλογη» ἀπορία τῶν «ἐκ δεξιῶν»!

Ὁ ἀναγνώστης ὅμως τῆς περικοπῆς αἰσθάνεται μεγαλύτερη ἔκπληξη ὅταν συνδυάζει τὸν αἰφνιδιασμὸ τῶν δικαίων μὲ αὐτὸν τῶν ἀδίκων. Ἡ καταδίκη τῶν ἀδίκων, μ’ ὅλο πού οἱ ἴδιοι ἀδυνατοῦν νά κατανοήσουν τίς παραλείψεις ἢ τὰ σφάλματά τους, ἔχει ἐρείσματα καὶ ἑπομένως ὁ αἰφνιδιασμὸς τους μπορεῖ νά ἑρμηνευθεῖ ὡς ἀλαζονικὴ ἐγωπάθεια. Οἱ δίκαιοι ὅμως, γιατὶ αἰφνιδιάζονται; Δέν εἶχαν, ἄραγε, ὑποψιαστεῖ ὅτι εἶχαν πράξει στή ζωή τους ἀγαθὰ ἔργα καὶ τώρα θὰ ἀπολάμβαναν τῆς ἀνταμοιβῆς τους; Ἔπρατταν τὸ ἀγαθὸ ἄνευ ἐπιγνώσεως; Μηχανικά;

Ἡ ὑπαρξιακὴ ἀγρυπνία τῶν «ἐκ δεξιῶν» ὡς κριτήριο πνευματικῆς τελειώσεως!

Ἴσως αὐτὸ τὸ σημεῖο τῆς περικοπῆς νά εἶναι τελικὰ ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα τεκμήρια τοῦ τρόπου βιώσεως τῆς πνευματικῆς ζωῆς! Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἔσκυψαν πάνω ἀπὸ τὸ πρόβλημα τῆς βιώσεως τῆς ἀρετῆς στήν πνευματικὴ ζωή, μᾶς πληροφοροῦν ὅτι πολὺ μικροτερη σημασία ἔχει ἡ ἀρετὴ καθ’ ἑαυτήν, ὅσο ὁ τρόπος πού κάποιος τή βιώνει. Ὁ ἐνάρετος «ἑτοιμάζει τὶς ὁδοὺς τοῦ Κυρίου». Ὅταν αὐτὸ γίνεται ἐν ταπεινώσει, τότε «ἰσιώνει τὸ δρόμο» πού θὰ βαδίσει ὁ Κύριος μέσα του. Ἐὰν «ἑτοιμάζει τὶς ὁδοὺς τοῦ Κυρίου» ἀπὸ ἀνθρωπαρέσκεια, τότε οἱ ὁδοὶ θὰ ἑτοιμαστοῦν, ἀλλὰ ὁ Κύριος δέν θὰ βαδίσει ποτὲ μέσα του! Ὅπως φαίνεται, οἱ δίκαιοι εἶχαν ἐξέλθει τοῦ ἑαυτοῦ τους γιά νά συνδράμουν τὸν ἐνδεῆ ἀδελφὸ τους. Δέν διατηροῦσαν κάποια μνήμη τοῦ γεγονότος, διότι ἔχοντας «νοῦ Χριστοῦ», ἀγρυπνοῦσαν ὡς σῶμα Χριστοῦ καὶ ὄχι ὡς ἀτομικὲς ὀντότητες. Μιλώντας μὲ ὅρους τῆς Ἐκκλησιολογίας, θὰ λέγαμε ὅτι ἡ μνήμη τους εἶχε ἀναφορὰ στή συλλογικὴ μνήμη τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ συλλογικὴ μνήμη τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ νοσταλγία τῆς προπτωτικῆς ἑνότητας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἐν τῇ κοινωνίᾳ μὲ τὸν Θεὸ καὶ ὁ διακαὴς πόθος τῆς πραγμάτωσης αὐτῆς τῆς κοινωνίας.

Ὁ αἰφνιδιασμὸς τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως θὰ εἶναι ἀναπόφευκτος καὶ ἀπόλυτος!

Ἂν καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἔχει προειδοποιήσει τὸν ἀνθρωπο γιά τὸν αἰφνιδιασμό πού θὰ ὑποστεῖ καὶ παρὰ τή διαβεβαίωση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας γιά τὸ αἰφνίδιο τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Κυρίου κατὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ ὑπαρξιακὰ ἀδιέξοδα τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου, ὁ αἰφνιδιασμὸς θὰ εἶναι ἀπόλυτος! Γι’ αὐτὸ ἴσως, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος να ἐπισημαίνει ὅτι δέν εἴμαστε ἐμεῖς οἱ κύριοι γιά νά προσδιορίσουμε τὸ τέλος τῆς Ἱστορίας, μποροῦμε ὅμως νά εἴμαστε κύριοι τῆς ἀρετῆς μας. Καὶ ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν περικοπή, ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὸν τρόπο καὶ τὴν ποιότητα κοινωνίας μὲ τὸν ἀδελφὸ του.

Ἑπομένως, ἡ ἐπὶ γῆς πρόγευση τῆς χαρᾶς τῶν δικαίων ἀπὸ τὸν πνευματικὸ ἄνθρωπο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τή θετική ἀπάντηση στό ἐρώτημα: «διαθέτει τίς ἀντοχὲς νά ἀγρυπνήσει γιά νά μπορέσει νά συναντήσει τὸν ἀδελφὸ του καὶ τὶς ἀναγκες του»;

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration