Ζωηφόρος

Θεολογικές Αδολεσχίες Γ’ (10)

Θεολογικές Αδολεσχίες Γ’ (10)

του Ιωάννη Δήμου

από την ιστοσελίδα του:  www.sostikalogia.com

***

Πώς  είναι   δυνατό   να   χαρακτηρισθεί   ένας άνθρωπος

που αρνείται την ύπαρξη του Θεού;

Ο άνθρωπος που αρνείται την ύπαρξη του Θεού χαρακτηρίζεται  από την Αγία Γραφή» « άφρων ». Αν δεν  υπήρχε αυτή η αφροσύνη, δε θα ήταν δύσκολο να γίνει παραδεκτή η ύπαρξη του Θεού, γιατί  η  απλή  λογική  είναι  ικανός δέκτης  αυτής της  αλήθειας.  Δίκαια  λοιπόν λέει η Αγία Γραφή, « Είπεν άφρων εν καρδία αυτού, ουκ έστι Θεός » ( Ψ. ιγ’, 1).

***

Όσοι αρνούνται την ύπαρξη του Θεού είναι στην πραγματικότητα άπιστοι;

Αυτό δεν είναι απόλυτο, γιατί μπορεί να είναι φαινομενική και εξωτερική η άρνηση αυτή και να οφείλεται σε άγνοια ή σε ματαιοδοξία ή στο ότι οι αρνητές αυτοί του Θεού δεν αντιμετωπίζουν, τη στιγμή εκείνη της άρνησης, κάποια ανυπέρβλητη δυσκολία ή δοκιμασία.

Ο Θεός είναι ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής και έρχονται στιγμές που και αυτοί που τον αρνούνται αισθάνονται την ανάγκη Του και τον αναζητούν. Αν βέβαια και στις στιγμές αυτές δεν στρέφονται προς το Θεό, τότε έχουμε την προηγούμενη περίπτωση της αφροσύνης και της πώρωσης.

***

Όσοι αρνούνται την ύπαρξη του Θεού,

πώς μπορούν να δικαιολογήσουν τη στάση τους αυτή;

Στηριγμένοι  στον  εγωισμό τους και στη μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, μπορούν να ισχυρισθούν ότι  δεν  έχουν  αποδείξεις  για την ύπαρξη του Θεού, ότι  θέλουν  να  είναι  ελεύθεροι  από  το ζυγό  του  Θεού,  αλλά  μπορεί  να  διατυπώσουν και άλλες διάφορες απόψεις για να δικαιολογήσουν και  να  υπερασπισθούν  αυτή  τους  την  άρνηση.

***

Οι  παραπάνω ισχυρισμοί έχουν κάποια βάση;

'Όχι, γιατί δεν είναι λογικό να ζητάει κανείς αποδείξεις  για  την  ύπαρξη  του  Θεού  ενώ    δεν μπορεί να αποδείξει την ανυπαρξία Του. Άλλωστε, για  το  ότι  υπάρχει  ο  Θεός   έχουμε  πάρα  πολλές λογικές ενδείξεις, ενώ   δεν είναι εύκολο να προβάλει  κανείς  λογικά  επιχειρήματα για το ότι δεν υπάρχει Θεός. 'Όσο αφορά στην ελευθερία από το ζυγό του Θεού, πρώτον μεν με τον ισχυρισμό αυτό συκοφαντείται ο Θεός, γιατί χαρίζει στους ανθρώπους ελευθερία και όχι δουλεία, και δεύτερον μια τέτοια άρνηση μοιάζει με την άρνηση του ήλιου από εκείνον που κλείνει τα μάτια του για να μη τον βλέπει.

***

Τι άλλο μπορούν να ισχυρισθούν όσοι αρνούνται την ύπαρξη του Θεού

και γιατί οι ισχυρισμοί  τους αυτοί δεν ευσταθούν;

Μπορούν να ισχυρισθούν ότι ο Θεός είναι κατασκεύασμα της ανθρώπινης φαντασίας ή ότι η επιστήμη δεν δέχεται την ύπαρξη του Θεού.

Ο πρώτος ισχυρισμός είναι υποκειμενικός, αυθαίρετος, δεν έχει  βάση, δεν μπορεί να αποδειχθεί, και επί πλέον είναι και παράλογος, γιατί έτσι θεοποιείται η ανθρώπινη φαντασία αφού μπορεί αυτή να δημιουργεί το Θεό και να τον καταργεί όποτε θέλει ο άνθρωπος. Αλλά ο άνθρωπος δε μπορεί να δημιουργήσει το Θεό με τη φαντασία του, γιατί ο ίδιος είναι δημιούργημα του Θεού. Όχι μόνο δε μπορεί να δημιουργήσει ο άνθρωπος το Θεό, αλλά ούτε να τον γνωρίσει, αν ο Ίδιος ο Θεός δεν τον οδηγήσει στην οδό της θεογνωσίας και της θείας αποκάλυψης.

Όσον  αφορά  στο  δεύτερο  ισχυρισμό   ότι  δηλαδή η επιστήμη δε δέχεται την ύπαρξη του Θεού, αυτό είναι καθαρή συκοφαντία και μπορεί να διατυπωθεί από ανθρώπους που κάθε άλλο παρά είναι πραγματικοί επιστήμονες. Οι πραγματικοί επιστήμονες γνωρίζουν ότι η επιστήμη όχι μόνο δεν έλυσε τα μεταφυσικά προβλήματα του κόσμου αλλά και κάθε φορά που σημειώνεται κάποια πρόοδος στην επίλυση των φυσικών προβλημάτων, πολλά καινούργια προβλήματα παρουσιάζονται. 'Ετσι  η επιστήμη μετριοφρονεί και δεν υψώνεται ώστε να αρνηθεί το Θεό, πράγμα άλλωστε που δεν είναι αντικείμενο επιστημονικής έρευνας.

Αλλά και αν κάποιος επιστήμονας ισχυρισθεί ότι η επιστήμη δε δέχεται την ύπαρξη του Θεού, ασφαλώς αυτή η θέση του είναι υποκειμενική και χωρίς τα απαιτούμενα στοιχεία, αφού άλλωστε μόνος αυτός δεν μπορεί να είναι φορέας της επιστημονικής αλήθειας, και αφού υπάρχουν και υπήρξαν τόσοι και τόσοι κορυφαίοι επιστήμονες που δεν διανοήθηκαν να φθάσουν στην άρνηση του Θεού μέσα από τις επιστημονικές τους έρευνες.

***

Ποιες είναι οι επιπτώσεις στον άνθρωπο

από την άρνηση της ύπαρξης του Θεού;

Είναι πάρα πολλές και η ανάπτυξή τους απαιτεί πολύ χώρο, αλλά ας περιορισθούμε σε μία σύντομη αναφορά σ' αυτές.

α) Όποιος αρνείται την ύπαρξη του Θεού στερεί τον εαυτό του από όλα εκείνα που απολαμβάνουν οι πιστοί, με αποτέλεσμα τις διάφορες δυσμενείς ψυχικές καταστάσεις με όλες τις συνέπειές τους.

β) Όποιος αρνείται την ύπαρξη του Θεού δε μπορεί να έχει ελπίδα και να αντιμετωπίζει τα προβλήματα της ζωής με αισιοδοξία και θάρρος, δε μπορεί να νιώσει τη χαρά που προέρχεται από την πίστη και την αγάπη,  και γενικά από τα χαρίσματα του Θεού. Αντίθετα, εύκολα πέφτει στην απελπισία, στην απόγνωση, πολλές φορές ακόμη και στην αυτοκτονία.

γ) Η  άρνηση  του  Θεού οδηγεί τον άνθρωπο σε ένα  κενό  το  οποίο δεν είναι δυνατό να γεμισθεί από  τα  κάθε  λογής  υποκατάστατα, γιατί αυτά, όσο δελεαστικά και αν είναι, δεν   μπορούν να προσφέρουν στην ανθρώπινη ψυχή ό,τι προσφέρει ο Θεός για τον Οποίον είναι φτιαγμένη.

***

Πώς βλέπει ο Θεός εκείνους που τον αρνούνται;

Ο Θεός τους βλέπει με αγάπη και θέλει τη θεραπεία τους από την αφροσύνη τους αυτή, γιατί είναι φιλάνθρωπος και επιθυμεί τη σωτηρία τους και τον σωφρονισμό τους. Εργάζεται δε ο Θεός με πολλούς τρόπους προς το σκοπό αυτό της θεραπείας, και μέχρι  την τελευταία στιγμή υπάρχει ελπίδα και αυτοί που αρνούνται την ύπαρξη του Θεού να επιστρέψουν κοντά Του.

Αυτό πρέπει να αποτελεί και το σκοπό όλων εκείνων που δέχονται την ύπαρξη του Θεού και  γίνονται όργανά Του, γιατί ο Θεός  « πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν. » (Α’ Τιμ. β’, 4 ).

***

Πώς μπορεί να βεβαιωθεί κάποιος

ότι αυτά που διδάσκει ο Χριστιανισμός είναι αληθινά;

Η  απάντηση  που  θα   δοθεί  παρακάτω  στο  ερώτημα  αυτό  προϋποθέτει  ότι  λέγοντας  κανείς  Χριστιανισμό  δεν  εννοεί  ανθρώπινες  λανθασμένες  διδασκαλίες  αλλά  τα  λόγια  του  Θεού.  Ασφαλώς  η πίστη είναι αρκετή για να βεβαιώσει αυτόν που  πιστεύει ότι όσα διδάσκει ο  Χριστιανισμός είναι απολύτως αληθινά.  Στον κόσμο αυτό, γράφει ο Απόστολος Παύλος,       « διά  πίστεως  περιπατούμεν,   ου διά είδους » (Β' Κορ. ε’, 7).  Η πίστη όμως αυτή  είναι       « ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων » (Εβρ. ια’, 1). Βλέπουμε, δηλαδή     ότι  η ολοκληρωμένη διαβεβαίωση και η βίωση  του περιεχομένου της Χριστιανικής πίστης είναι υπόθεση μιας νέας  ζωής και κτίσης αφού   « οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και  επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν  αυτόν »  (Α' Κορ. β’, 9).

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε το εξής παράδειγμα για να φανεί η  αλήθεια των παραπάνω και μέσα από τη σύγχρονη ζωή. Η αποκάλυψη του Θεού προς τον άνθρωπο μοιάζει με την εκπομπή  ενός τηλεοπτικού προγράμματος, το οποίο πρόγραμμα είναι δυνατό να  φθάσει στους δέκτες, εάν υπάρχει εκτός των άλλων απαραίτητων και  η κατάλληλη κεραία. Ο Θεός δεν κάνει μόνο την πρώτη κίνηση για να  φθάσει στον άνθρωπο το Ευαγγέλιο της σωτηρίας, αλλά χαρίζει και  την κεραία, δηλαδή ένα καινούργιο νου για να μπορεί να κατανοεί  αυτά που του έχει χαρίσει ο Θεός.

Ο Απόστολος Παύλος γράφει σχετικά « ημείς δε ου το πνεύμα του  κόσμου ελάβομεν, αλλά το Πνεύμα το εκ του Θεού, ίνα ειδώμεν τα  υπό του Θεού χαρισθέντα ημίν » (Α' Κορ.β’, 12), και στη συνέχεια  « ημείς δε νουν Χριστού έχομεν » (Α' Κορ.β’, 16).

Δε μένει παρά ο άνθρωπος να ανταποκριθεί στις δωρεές του  Θεού, γιατί τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή όπως γράφει πάλι ο  Παύλος « ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας »  (Β' Κορ. στ’, 2-3). Εάν όμως κανείς ούτε για την αποκάλυψη του Ευαγγελίου  ενδιαφέρεται ούτε  κατά συνέπεια  την κεραία δέχεται, δε βαδίζει  ορθά και βρίσκεται σε λάθος δρόμο.

Υπάρχει  λοιπόν  διαβεβαίωση  γι' αυτά που διδάσκει ο  Χριστιανισμός, όταν ο άνθρωπος ανταποκρίνεται σωστά στο θέλημα  του Θεού. Αντίθετα, όταν κανείς αδιαφορεί για το τί θέλει ο Θεός  και  στηρίζεται  μόνο  στις  ψεύτικες  ιδέες  του,   υπάρχει ο κίνδυνος να ξεφύγει από  την πίστη και αυτόν τον κίνδυνο   επισημαίνει στον Τιμόθεο  ο Απ. Παύλος,  όταν  του γράφει   « έχων πίστιν και αγαθήν συνείδησιν, ην τινές  απωσάμενοι  περί  την  πίστιν εναυάγησαν »       (Α' Τιμ. α’,19).

Αλλά   εκτός  από  αυτά  τα  οποία   ίσως  να  μη  δίνουν  πειστική  απάντηση  στο παραπάνω  ερώτημα,  πρέπει  να   ζητάει  κανείς    από  το  Θεό  και  σοφία  σύμφωνα   με  το «  Ει  δε  τις  υμών  λείπεται  σοφίας, αιτείτω  παρά  του  διδόντος  Θεού  πάσιν  απλώς  και  ουκ  ονειδίζοντος,  και  δοθήσεται  αυτώ’ » ( Ιακ. α’, 5).  Έτσι,  για  να  μείνουμε  στο  ερώτημα,  για  να  βεβαιωθεί κανείς  μπορεί  να  λέει  ο  ίδιος στην  προσευχή  του  το  ψαλμικό, « ενύσταξεν  η  ψυχή  μου  από  ακηδίας’   βεβαίωσόν  με  εν  τοις  λόγοις σου. » (ψ. 118, 28 ).  Είναι  ωραίο   να  το  λέει   ο  ίδιος   για  τον  εαυτό  του  στην  επίγεια  ζωή,  γιατί    στις  κηδείες   το   ψάλλουν   άλλοι  για  λογαριασμό  εκείνου  που  δεν  είναι  δυνατό  πλέον  να  το  λέει.

***

Τι σημαίνει η λέξη Χριστομονισμός και είναι  θεολογικά  αποδεκτή;

Όπως  είναι  εύκολο  να  παρατηρήσει κανείς  η  ελληνική   λέξη  Χριστομονισμός   είναι   σύνθετη   και  σημαίνει  και  δηλώνει  ότι  ο  Χριστός   είναι  μοναδικός. Το,  αν   είναι  θεολογικά   αποδεκτή  εξαρτάται  από  το  πού  αναφέρεται. Έτσι μπορούμε  να  διακρίνουμε  δύο  περιπτώσεις  και  μία  υποπερίπτωση  στη  δεύτερη  περίπτωση:  

α)  Αν  αναφέρεται  στα  Πρόσωπα  της  Θεότητας, δεν  είναι  αποδεκτή,  αφού «τρεις εισιν  οι  μαρτυρούντες  εν  τω  ουρανώ, ο  Πατήρ, ο  Λόγος  και  το  Άγιον  Πνεύμα,  και  ούτοι  οι  τρεις  εν  εισι» ( Α’ Ιω.ε’, 7 ). Δεν  επιτρέπεται  να  μειώνει  κανείς  τον  Πατέρα  και  το  Άγιο  Πνεύμα  και  να  λέει  μόνο  ο  Λόγος, δηλαδή  μόνο  ο   Χριστός. Δεν   υπάρχει  subordination, δηλαδή  υποταγή  μεταξύ  των Προσώπων της Θεότητας, αφού η ύπαρξή Τους αποτελεί την τέλεια κοινωνία αγάπης.

β) Αν  όμως  αναφέρεται  στους  ανθρώπους, τότε η  λέξη  Χριστομονισμός   είναι  αποδεκτή, αφού  ο Χριστός  είναι  όντως  μοναδικός. Αυτός  είναι  «ο  πρώτος  και  ο  έσχατος,» ( Απ. β’, 8 ).  Αν  αμφιβάλλει  κανείς,  ας  πει  και  για  κάποιον  άλλον  ότι  κάτι  είναι  και  αυτός  και   δεν   είναι   μόνο  ο  Χριστός. Θα  τον  διαψεύσει  ο  Απόστολος  Παύλος με  τα  λόγια, «Ει  γαρ  δοκεί  τις  είναι  τι  μηδέν  ων,  εαυτόν  φρεναπατά  » ( Γαλ. στ’,, 3 ). Θα  τον  διαψεύσουν  επίσης  και    οι  πιστοί   με  τα  λόγια   τους  προς  το    Χριστό,  «Ότι  συ  ει  μόνος  Άγιος, συ  ει  μόνος  Κύριος  Ιησούς  Χριστός, εις  δόξαν  Θεού  Πατρός  . Αμήν».

Όσο  για  την  υποπερίπτωση  που  αναφέρθηκε  παραπάνω, ας  σημειωθεί  ότι   λέγοντας  κανείς  μόνο  ο  Χριστός  δεν  παραβλέπει  ούτε  καταργεί   τα  μέλη  της  Εκκλησίας  Του,   και  γενικότερα  τους  ανθρώπους   των   οποίων   είναι   ο   Σωτήρας.

***

Αφού είχε προφητευθεί το κατάντημα του Ιούδα,

μπορούσε να κάνει διαφορετικά;

Η προφητεία δεν καθόρισε ούτε δέσμευσε τη συμπεριφορά του Ιούδα. Μακάρι ο Ιούδας να μην ήταν αυτός που ήταν, και να μην έκανε αυτό που έκανε, και τότε αυτό θα το προγνώριζε ο Θεός, και δεν θα έγραφε  η Γραφή αυτή την προφητεία για τον Ιούδα. Τώρα όμως που έκανε αυτό που έκανε, δεν το έκανε, επειδή γράφτηκε στη Γραφή και προφητεύτηκε, αλλά προφητεύτηκε επειδή θα το έκανε.

***

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration