Ζωηφόρος

Θεολογικές Αδολεσχίες Β’ (10)

Θεολογικές Αδολεσχίες Β’ (10)

του Ιωάννη Δήμου

από την ιστοσελίδα του:  www.sostikalogia.com

***

Η φράση «ερευνάτε τας γραφάς», είναι εντολή του Κυρίου;

Έτσι  όπως  παρουσιάζεται  με  τρεις  λέξεις, επόμενο  είναι  να φαίνεται  σαν  εντολή. Όμως  η  φράση  αυτή   έχει  αποκοπεί  από  την  όλη  πρόταση  στην  οποία  ανήκει,  χωρίς  να   αναφέρεται   η  συνέχειά  της.  Αν  όμως  διαβάσει  κανείς  ολόκληρο  το  χωρίο,  θα  διαπιστώσει  ότι  δεν  είναι  εντολή,  αλλά  είναι  μία  φανέρωση   που  έκανε  ο  Χριστός   στους  Ιουδαίους,  όταν  δηλαδή  τους  είπε  το  λόγο  για  τον  οποίον  αυτοί  ερευνούσαν  τις  Γραφές.

Αλλά  ας  παραθέσουμε ολόκληρο  το  σχετικό  χωρίο,  και  τη  μετάφραση  αυτού  από  τον  Π. Τρεμπέλα:

 «ερευνάτε  τας  γραφάς,  ότι  υμείς  δοκείτε    εν  αυταίς  ζωήν  αιώνιον  έχειν∙   και  εκείναί  εισιν  αι  μαρτυρούσαι  περί  εμού∙» ( Ιω. ε’, 39 ).

«Εξετάζετε  με  προσκόλλησιν  εις  το  εξωτερικόν  γράμμα  τας  Αγίας  Γραφάς,  διότι  νομίζετε,  ότι  με  μόνην  την  ανάγνωσιν  και  την  εξέτασιν  ταύτην  θα  έχετε  ζωήν  αιώνιον.  Και  εκείναι  είναι,  που  μαρτυρούν  δι’ εμέ».

Όπως   είναι   εύκολο   να   παρατηρήσει  κανείς,  στο  κείμενο  το  « ερευνάτε »  και  στη  μετάφραση   το  « εξετάζετε »,   δεν   δηλώνουν  εντολή   αλλά    διαπίστωση.  Αυτό  όμως  δε  σημαίνει    ότι  είναι  σωστό   να   δεχθεί   κανείς   το  αντίθετο,   δηλαδή    το  « μη  ερευνάτε  τας  γραφάς»   ή  με  άλλα  λόγια  το  γνωστό  « πίστευε  και  μη  ερεύνα».

Από  τα  πολλά  συμπεράσματα  που  βγαίνουν   από  το  παραπάνω  χωρίο,  ας  διατυπώσουμε  μόνο   ένα:

Πρέπει  οι  άνθρωποι  να  ερευνούν  την  Αγία  Γραφή, γιατί  εκεί  υπάρχει  η  μαρτυρία  ότι  ο  Χριστός  είναι  ο  Υιός  του  θεού  ο  Σωτήρας  τους.

***

Είναι θεολογικά ακριβές να λέγεται ότι ο άνθρωπος στον παράδεισο είχε να κάνει μόνο ένα έργο, το έργο των αγγέλων, δηλαδή να υμνεί συνέχεια τον Κτίστη;

Αυτό    δεν    είναι   θεολογικά   ακριβές,  γιατί  άλλο  είναι  το  έργο  των  αγγέλων  και  άλλο  ήταν  το  έργο  των  πρωτοπλάστων. Ο  Αδάμ  ήταν  «ο πρώτος άνθρωπος εκ γης χοϊκός,» ( Α’ Κορ .ιζ’, 47) ενώ  οι  άγγελοι  είναι  πνεύματα.

Το  έργο  που  ανέθεσε  ο  Θεός  στους  πρωτόπλαστους  το  αναφέρει  η  Γραφή  και  ήταν:   α)   Να   εξουσιάζουν   επί  πάντων  των  ζώων. β) Να  αυξάνονται  και  να  πληθύνονται. γ) Να  τρώνε.  δ) Να  εργάζονται.  ε) Να φροντίζουν ώστε να  μη  φάνε  από  το  ξύλο  της  γνώσεως  του  καλού  και  του  κακού.

Αυτό    το  έργο   είναι   προφανώς   ανθρώπινο  και    διαφέρει    από    το    έργο    των    αγγέλων. Αν  ο  Αδάμ  έκανε  το  έργο  των  αγγέλων  και  μάλιστα  μόνο  αυτό,  δεν  θα  του  έδινε  ο  Θεός  την    Εύα  βοηθό  του, γιατί  το  να  υμνεί  κανείς  τον  Κτίστη  συνεχώς  δεν  χρειάζεται  βοηθό.

Βεβαίως  οι  πρωτόπλαστοι  με  το  έργο  τους  θα    υμνούσαν    και    θα   δόξαζαν   τον   Κτίστη  τους,   αλλά    το    έργο    τους    θα    διέφερε  από  το  έργο  των  αγγέλων.  Οι  άγγελοι  ήταν δοκιμασμένοι  και  άτρεπτοι  ενώ  οι  πρωτόπλαστοι  είχαν  μπροστά  τους  μεγάλο  δρόμο  υπακοής  για  να  φτάσουν  στον  προορισμό  τους.

Αν  δεν  έκαναν  το  έργο  που  τους  ανέθεσε  ο  Θεός  και  έλεγαν  θα  κάνουμε  μόνο  ό, τι  κάνουν  οι  άγγελοι, τότε  δεν  θα  βάδιζαν  σωστά  και  θα  απομακρύνονταν  από  το  Θεό,  πράγμα  που  συνέβη  με  το  να  παραβούν  την  εντολή   Του.

Προσοχή  λοιπόν, γιατί  υπάρχει  σοβαρός  κίνδυνος  να  μη  δοξάζει  κανείς  το  Θεό  που  τον  έκανε  άνθρωπο,  αλλά  να  θέλει  να  γίνει  άγγελος  αδιαφορώντας  ή  μάλλον  αγνοώντας  ότι   «ο   Λόγος  σαρξ  εγένετο  και  εσκήνωσεν  εν  ημίν,»  (Ιω. α’. 14),  και δεν έγινε  άγγελος «ου  γαρ  δήπου  αγγέλων  επιλαμβάνεται,  αλλά  σπέρματος  Αβραάμ  επιλαμβάνεται.»  ( Εβρ. β’. 16  ).

Ας   μένει  λοιπόν  ο  άνθρωπος  στην  ανθρώπινη  φύση  του  αιχμαλωτίζοντας «παν νόημα  εις  την  υπακοήν  του  Χριστού,» ( Β’ Κορ. ι’.5), και   ας εργάζεται  τα  έργα  του  Θεού,  γιατί   έρχεται  νυξ  ότε  ουδείς  δύναται  εργάζεσθαι.» ( Ιω.θ’, 4 ). Όσο    για  τους  αγγέλους,  έχουν και  αυτοί το  δικό  τους  έργο,  «ουχί  πάντες  εισί  λειτουργικά  πνεύματα  εις  διακονίαν  αποστελλόμενα  δια  τους  μέλλοντας  κληρονομείν  σωτηρίαν;» (Εβρ. α’, 14).

Ο  Απόστολος  Παύλος  προφυλάσσει  τους  πιστούς  από  την  πλάνη   με  τα  λόγια «μηδείς   υμάς  καταβραβευέτω   θέλων  εν  ταπεινοφροσύνη  και  θρησκεία  των  αγγέλων, α  μη  εώρακεν  εμβατεύων,  εική  φυσιούμενος  υπό  του  νοός  της  σαρκός  αυτού,»   ( Κολ. β’. 18 ).

***

Όταν επικρατεί μεταξύ των ανθρώπων ειρήνη εξωτερική, αλλά δεν υπάρχει ενδιαφέρον για την ειρήνη του Χριστού, έχει τότε αξία η ειρήνη αυτή;

Η ειρήνη έχει πάντα αξία και δεν είναι δυνατό η κακία και η  αχαριστία των ανθρώπων να την αχρηστεύσουν, γιατί είναι δώρο του  Θεού προς τους ανθρώπους, έστω και αν πολλοί από αυτούς δεν την  αξίζουν.  Όπως ο Θεός «τον ήλιον αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και  αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους» (Ματ. ε’,45 ),  έτσι  και την ειρήνη στον κόσμο τη  χαρίζει, όταν Εκείνος κρίνει, χωρίς  να διακρίνει τους ανθρώπους.

***

Είναι σωστό να ισχυρισθεί κανείς ότι πολλές φορές είναι προτιμότερος

ο πόλεμος από την ειρήνη, επειδή αυτή συνοδεύεται από αμαρτίες;

Αυτό ίσως να φαίνεται σωστό όμως  η ειρήνη  είναι δώρο του Θεού και συνεπώς  καλό  ενώ  ο  πόλεμος  είναι  κακό, πολλές  φορές  αναγκαίο. Άλλωστε  η  αιτία της αμαρτίας δεν είναι η ειρήνη  ούτε όσοι αμαρτάνουν σε  καιρό ειρήνης γίνονται δίκαιοι σε καιρό πολέμου αφού  ο  πόλεμος  μπορεί  να  εξαγριώσει  ακόμη  και  όσους  σε καιρό ειρήνης  απέφευγαν το κακό.

Σε καμία λοιπόν περίπτωση οι Χριστιανοί δεν πρέπει να εύχονται να γίνει πόλεμος. Ας υπάρχει ειρήνη, και είναι δυνατό να  υπάρχουν άνθρωποι του Θεού, παρά την πολλή αμαρτία του κόσμου, γιατί  «ου δε επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις»  (Ρωμ.ε’, 20 ).

***

Εάν ένας ζητήσει από κάποιον άλλον χριστιανό να τον συγχωρήσει

για κάτι που του έκανε, ή έστω που νομίζει ότι του έκανε,

και εκείνος του πει ότι εγώ δεν είμαι παπάς για να συγχωρώ,

ας σε συγχωρήσει ο Θεός, στέκει θεολογικά αυτή η απάντηση;

Όχι  μόνο  δε  στέκει  θεολογικά,  αλλά  είναι  και  απαράδεκτη,  όπως  θα  φανεί   στη  συνέχεια.

Κατ’ αρχήν   τα   λόγια  του  «εγώ   δεν  είμαι  παπάς» είναι  άστοχα,  γιατί  ο  άνθρωπος  δεν  ήρθε  σ’ αυτόν  για  να του  ζητήσει  άφεση  όλων   των   αμαρτιών   του,  οπότε   θα  έπρεπε  όχι  μόνο  να  είναι  παπάς   αλλά   και   πνευματικός. Έτσι   δεν   έχει  σημασία  αν  είναι  παπάς   ή   δεν   είναι,  αφού   δεν   πρόκειται  για   το  μυστήριο  της  Μετάνοιας  αλλά  για  απλή  συζήτηση.

Αφού  λοιπόν   στην  προκειμένη  περίπτωση   δεν  πρόκειται  για  το  μυστήριο  της  Μετάνοιας, όχι  μόνο  πρέπει,  αλλά  είναι  και  απόλυτη  ανάγκη    να  τον  συγχωρήσει. Έτσι,  και  τα  λόγια  του,  « εγώ  δεν  είμαι  παπάς   για  να  συγχωρώ »,  είναι  και  αυτά  άστοχα,  γιατί  και  παπάς  να  μη  είναι  κανείς  πάλι  πρέπει  να  συγχωρεί  τον  πλησίον  του.  Σχετικά   είναι   τα   λόγια   του   Κυρίου  προς  τους  μαθητές  Του,  «και  εάν  επτάκις  της  ημέρας   αμάρτη   εις   σε   και   επτάκις   της   ημέρας   επιστρέψη   προς   σε   λέγων,   μετανοώ,  αφήσεις   αυτώ.» (Λουκ. ιζ’, 4 ).  Εδώ  ο  Κύριος  δίνει  εντολή  στους  μαθητές  Του,  και  κατ’ επέκταση  σε   κάθε  πιστό,  να  συγχωρεί  ο  ίδιος    αυτόν  που  του  ζητάει  να  τον   συγχωρήσει   για   κάτι   κακό   που   του  έκανε,  και  όχι  να  του  λέει  μόνο  με  το  στόμα    ας  σε  συγχωρήσει  ο  Θεός,  πράγμα  που  δεν  αποκλείει   από  μέσα  του  να  λέει  «να  το  βρεις  από  το  Θεό».

Αν  κανείς  δεν  το  κάνει  αυτό  και  πει  μόνο,  ας  σε   συγχωρήσει  ο  Θεός,  πώς   θα  πει  στο  Θεό «και  άφες  ημίν  τα  οφειλήματα  ημών,  ως   και   ημείς   αφίεμεν   τοις  οφειλέταις   ημών»; ( Ματ. στ’,  12 ). Το  ότι  λοιπόν  ο  Θεός   συγχωρεί  αμαρτίες,  δε  σημαίνει  ότι   ο  πιστός  δεν   πρέπει   να   συγχωρεί   και   αυτός   αυτόν  που  τον  έβλαψε.  Δε  σημαίνει   ότι   πρέπει   να   του  πει  «εγώ   δεν   είμαι  παπάς  για  να  συγχωρώ,   ας   σε   συγχωρήσει   ο   Θεός».  Μια   τέτοια   απάντηση  είναι,   όπως    αναφέρθηκε    παραπάνω,   απαράδεκτη.

Παραδεκτή   και  θεάρεστη   θα   ήταν   η   απάντηση,  εάν   στηριζόταν  στα  λόγια  του   Κυρίου, «Ούτω  και  ο  πατήρ  μου  ο  επουράνιος  ποιήσει  υμίν,  εάν   μη   αφήτε   έκαστος  τω   αδελφώ    αυτού   από   των   καρδιών  υμών   τα   παραπτώματα   αυτών.» ( Ματ. ιη’, 35 ). Όσο  για  την  κατά  λέξη   διατύπωση   της  απάντησης  αυτής,  επειδή   εξαρτάται   από   πολλούς  παράγοντες  που  συντρέχουν  σε  κάθε  περίπτωση,  δεν  είναι  σοφό  να  δοθεί  εδώ  ένα  κατά  κάποιο  τρόπο  υπόδειγμα.

***

Αν κάποιος κρίνει δημόσια με το γραπτό λόγο τις απόψεις άλλων,

αλλά ο ίδιος δε δέχεται ευχαρίστως να του υποδείξουν, όχι δημόσια αλλά ιδιωτικά, ατέλειες που υπάρχουν στα δικά του γραπτά, είναι αυτός σοφός;

Όχι, δεν  είναι  σοφός, γιατί  η  συμπεριφορά  του  αυτή, τηρουμένων των  αναλογιών, δε  συμβιβάζεται  με  τον σοφό  λόγο,   «έλεγχε  σοφόν,  και   αγαπήσει σε.»  (Παρ.θ’,8). Αν  ήταν  σοφός, όχι  μόνο   θα  τις  δεχόταν  ευχαρίστως και  θα  εξέφραζε  μάλιστα  και  τις  ευχαριστίες  του, αλλά  θα  τις  επιζητούσε  κιόλας,  ειδικά,  αν ήταν θεολογικού περιεχομένου.

Αν όμως νομίζει ο ίδιος ότι είναι σοφός και  εκπρόσωπος σοφών, ας προσέξει τα λόγια του Παύλου, «Μηδείς εαυτόν   εξαπατάτω· ει τις δοκεί σοφὸς είναι εν υμίν εν τω αιώνι τούτῳ, μωρός γενέσθω, ίνα  γένηται  σοφός. » (Α’ Κορ. γ’, 18).

***

Αν ένας που, σύμφωνα με τη γνώμη πολλών, 

είναι  πνευματικός    άνθρωπος  και  υπόδειγμα  καλού  χριστιανού, 

και  μία και δύο και τρεις και τέσσερες φορές

αθέτησε τις υποσχέσεις του που έδωσε σε κάποιον,

είναι η συμπεριφορά του  αυτή ευάρεστη  ενώπιον  του  Θεού;

Όχι, δεν  είναι όποιος αυτός κι’ αν είναι γιατί, εκτός  των άλλων, ο  Θεός είπε, «τα  εκπορευόμενα   διά  των  χειλέων  μου  ου  μη  αθετήσω.» (Ψ. 88, 35 ).  Έτσι  δικαιώνεται  ο λόγος, «γινέσθω  δε  ο  Θεός  αληθής, πας  δε ανθρωπος ψεύστης,» ( Ρωμ. γ’, 4). Αυτά  για  τη  συγκεκριμένη   συμπεριφορά  του.

Όσο  δε  για το,  γιατί το  έκανε  αυτό, μπορεί  να  το ξέχασε, μπορεί να  είχε  άλλες προτεραιότητες, μπορεί να  είναι  πολυάσχολος,  μπορεί να  μη  έδωσε τόση  σημασία στον άλλο, μπορεί να  ήθελε απλώς να τον  ξεφορτωθεί,  και το  χειρότερο, μπορεί  να  αδιαφόρησε  γι’ αυτό  που  αποτρέπει  ο  Ιάκωβος  ο  Αδελφόθεος  με τα γλυκά του λόγια, « Αδελφοί  μου, μη  εν προσωποληψίαις  έχετε  την πίστιν  του  Κυρίου  ημών  Ιησού  Χριστού  της δόξης.» (Ιακ. β’,1).

Ο Θεός να τον συγχωρήσει όποιος και νάνε  ή νομίζει  ότι  είναι  ή  του  λένε  οι  άλλοι  ότι  είναι.

***

Πώς μπορεί να πεισθεί ένας καλόπιστος

ότι οι εντολές του Χριστού είναι προς το συμφέρον του;

Με   πολλούς  και  ποικίλους  τρόπους  αλλά  εδώ,  χάριν  συντομίας  και   απλούστευσης   ας   αναφέρουμε   μόνο  τα  παρακάτω,  υποθετικά  μεν,  αλλ’ όμως   κατανοητά  παραδείγματα:

α) Όταν, μετά  από  ένα    σεισμό,  υπάρχουν  κάτω  από  ερείπια  εγκλωβισμένοι   άνθρωποι,  και  ακούν  τις  εντολές   και  τις  οδηγίες  που   τους   δίνουν   οι   διασώστες   τους,   δεν  είναι   προφανές  και  κατανοητό  ότι  αυτές  είναι  προς  το  συμφέρον  τους  και  τη  σωτηρία  τους;  Δεν  είναι  ανάγκη  να τις  εφαρμόσουν   με  οποιοδήποτε  κόστος;  Ασφαλώς  ναι.

β) Εάν, μετά  από  ένα  ναυάγιο, ρίξουν  στη  θάλασσα  σανίδες  σωτηρίας  για  τους  ναυαγούς,  δεν  είναι  προφανές   και  κατανοητό  ότι  αυτές  είναι  προς  το  συμφέρον  τους  και  τη  σωτηρία  τους; Δεν  είναι  ανάγκη   να  τις  αρπάξουν; Ασφαλώς  ναι.

γ) Εάν  ένας  έχει  χάσει  τον  προσανατολισμό  του  και  βρίσκεται  σε άγνωστο  τόπο, δεν  είναι  προφανές  και  κατανοητό,  όταν   βρει    οδηγό,  ότι  είναι  προς  το  συμφέρον  του  να   τον  ακολουθήσει  υπακούοντας  στις  υποδείξεις  του;  Ασφαλώς ναι.

δ) Αν  ένα  αεροπλάνο  πάθει  κάποια  βλάβη  και  πετάει  βλαμμένο,  δεν  είναι  προφανές  και  κατανοητό  ότι  οι  εντολές  προς  τον  πιλότο   από  τον  πύργο  ελέγχου    για  την  ομαλή  προσγείωσή  του  είναι  προς  το  συμφέρον  του;  Ασφαλώς  ναι.

Κάπως  έτσι  λοιπόν, και  όχι  μόνο, για  να  μη  αναφέρουμε  και  άλλα παρόμοια   παραδείγματα,  εάν  σκεφθεί,   ένας  καλόπιστος βέβαια,   μπορεί  να  πεισθεί  ότι  οι  εντολές  του  Χριστού  είναι  προς το  συμφέρον  του   και  σωστικές. Και  πώς  όχι  αφού  ο  Ίδιος ο Κύριος  είπε  ότι, «ο υιὸς του ανθρώπου  ουκ   ήλθε  ψυχάς  ανθρώπων  απολέσαι, αλλά   σώσαι.»  (Λουκ. θ’,56).

Εάν  όμως  κανείς  δεν  κατανοεί  ότι  οι   εντολές  του  Κυρίου είναι  προς  το  συμφέρον  του,  δεν  είναι  προφανές  και  κατανοητό  ότι  θα  υπακούει  στις  εντολές  κάποιου  άλλου  κυρίου; Ασφαλώς  ναι.  Και  πώς  όχι  αφού  ο  Ίδιος  ο  Κύριος  είπε  ότι «Ουδεὶς  δύναται  δυσὶ  κυρίοις  δουλεύειν·»  ( Ματ. στ’, 24 ).

***

Ποιο από τα δύο συστατικά του ανθρώπου έχει μεγαλύτερη αξία,

η ψυχή ή το σώμα;

Ο άνθρωπος ως δημιούργημα του Θεού έχει αξία και κατά την ψυχή και κατά το σώμα. Με το μυστήριο της Θείας ενανθρώπησης αγιάζεται και η ψυχή και το σώμα. Με την ανάσταση των νεκρών θα απολαμβάνουν και η ψυχή και το σώμα. Ο Λόγος προσέλαβε όχι μόνο ανθρώπινη ψυχή αλλά και το σώμα.

Όταν ο Θεός δημιούργησε τον Αδάμ και την Εύα, έδειξε φροντίδα και για τη ψυχή και για το σώμα τους, χωρίς να κάνει αξιολογική διάκριση μεταξύ των δύο στοιχείων της ανθρώπινης φύσης. Όμως, επειδή λόγω της αμαρτίας η ψυχή και το σώμα του ανθρώπου έγιναν δυσκίνητα προς το αγαθό, η πνευματική πρόοδος και η αναγέννηση συνοδεύονται από πόνο και κόπο ψυχικό και σωματικό, χωρίς αυτό να μειώνει την αξία της ψυχής και του σώματος, αφού πρόκειται για τον καθαρισμό τους και τη δόξα τους.

Αν όμως πούμε ότι η ψυχή αξίζει περισσότερο από το σώμα, επειδή αυτή είναι πνευματική ενώ το σώμα είναι υλικό, ασφαλώς η σκέψη αυτή είναι σωστή, γιατί στην ιεραρχική κλίμακα των αξιών τα πνευματικά προηγούνται των υλικών. Αλλά ακόμη και έτσι, πάλι δεν μειώνεται η αξία του σώματος, αφού ένα πράγμα τότε παίρνει αξία, όταν τοποθετείται στην πραγματική του θέση.

Μήπως  όμως η ψυχή αξίζει περισσότερο από το σώμα, επειδή το σώμα είναι θνητό ενώ η ψυχή είναι αθάνατη; Όχι, γιατί, εάν το σώμα είναι θνητό, είναι λόγω της αμαρτίας. Αλλά μήπως και η ψυχή δεν γεύεται τον πνευματικό θάνατο λόγω της αμαρτίας; Η αμαρτία  οδήγησε και στο σωματικό και στον ψυχικό θάνατο.

Το ότι λοιπόν το ανθρώπινο σώμα με το θάνατο γίνεται άσχημο και χάνει την αξία του, δε σημαίνει ότι μειώνεται έναντι της ψυχής, γιατί και η ψυχή με τον πνευματικό  θάνατο χάνει την ωραιότητά της και δεν γνωρίζουμε πόσο άσχημη γίνεται.

Τελικά, η αξία της ψυχής και του σώματος εξαρτάται από  το  κατά  πόσο  βρίσκονται  κοντά στο Θεό ενσωματωμένα στο μυστικό σώμα του Χριστού. Εάν συμβαίνει αυτό, τότε και η ψυχή και το σώμα, έχουν την αξία τους και βρίσκουν τη θέση τους στην ιεραρχική κλίμακα των αξιών.

***

Αφού ο Θεός γνώριζε ότι θα αμάρταναν οι Πρωτόπλαστοι,

γιατί τους έδωσε την εντολή;

Αν   δεν  τους  έδινε την εντολή, επειδή  γνώριζε  ότι θα την παραβούν, θα τους στερούσε την εξωτερίκευση της δυνατότητας που είχαν να μείνουν πιστοί στο θέλημά Του ή να  το  παραβούν, καθώς επίσης θα τους στερούσε και   τη δυνατότητα   να συναισθανθούν την ανάγκη για διόρθωση  και  μετάνοια.

Και αν ακόμη   ο Θεός δεν έδινε την εντολή στους πρωτόπλαστους, πάλι δε θα απέφευγαν την αμαρτία, αφού η ελευθερία τους θα έκλινε αντίθετα στο θέλημα Του, το οποίο ναι μεν δε θα εκφραζόταν με μία εντολή, αλλά οπωσδήποτε κατά, κάποιο τρόπο θα παραβιαζόταν και τότε. Θα παραβιαζόταν δε αφού σύμφωνα με την πρόγνωση του Θεού θα παρέβαιναν την εντολή Του, εάν τους την έδινε, πράγμα που συνέβη τώρα που τους την έδωσε.

Η  εντολή  λοιπόν  του  Θεού  δε φανερώνει  μόνο τη σοφία Του αλλά και την αγάπη Του για τον άνθρωπο,  αφού  με αυτή την εντολή τον βοηθάει να πετύχει τον προορισμό του. Εάν όμως αμάρτανε ο άνθρωπος χωρίς εντολή, τότε θα απομακρυνόταν από το Θεό και θα χανόταν, «όσοι γαρ ανόμως ήμαρτον, ανόμως και  απολούνται»(Ρωμ. β’, 2,12).

***

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration