Ζωηφόρος

Θεολογικές Αδολεσχίες ΙΣΤ' (5)

1. Το να αγαπάει ένας πλούσιος άρχοντας το μοναχογιό του που είναι και ο κληρονόμος του είναι φυσικό, λογικό και αυτονόητο.

Το να θέλουν όμως οι υπήκοοί του να σπάσουν και να διαλύσουν αυτή την αγάπη, αυτό είναι από πάσης πλευράς απαράδεκτο. Αν αυτό ισχύει στις ανθρώπινες σχέσεις, πολύ περισσότερο ισχύει στη σχέση του Θεού Πατέρα με τον Μονογενή  Του Υιό που είναι και ο κληρονόμος πάντων. Το ότι ο Πατέρας αγαπά τον Υιό είναι αδιαμφισβήτητο σύμφωνα, εκτός των άλλων, και με τα εξής λόγια του Κυρίου, « ο γαρ πατήρ  φιλεί τον υιόν και πάντα δείκνυσιν αυτώ α αυτός ποιεί »( Ιω. ε’, 20). Το άξιον όμως απορίας είναι, γιατί  οι άνθρωποι θέλουν να σπάσουν αυτό το δεσμό της αγάπης του Πατέρα προς τον Υιό; Αυτή την απορία εκφράζει και ο Ψαλμωδός με τα εξής λόγια, «Ινατί εφρύαξαν έθνη, και λαοί εμελέτησαν κενά;  παρέστησαν οι βασιλείς της γης, και οι άρχοντες συνήχθησαν επί το αυτό κατά του Κυρίου και κατά του χριστού αυτού. Διαρρήξωμεν τους δεσμούς αυτών και απορρίψωμεν αφ᾿ ημών τον ζυγόν αυτών »(Ψ. 2,1-3). Πού να καταλάβει ο άνθρωπος ότι ο ζυγός   του Κυρίου είναι χρηστός;  Πάντως ο Ίδιος λέει,  « Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. άρατε τον ζυγόν μου εφ᾿ υμάς και μάθετε απ᾿ εμού, ότι πράος ειμι και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών· ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστιν » ( Ματ. ια’,28- 30).

2. Όποιος  έχει συνηθίσει να λέει, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό»,  ασφαλώς είναι πάρα πολύ καλό. Και πώς   όχι αφού ζητάει  το έλεος του Κυρίου;  Όμως αυτό  θα είναι ακόμη καλλίτερο και αποτελεσματικότερο,   αν  γνωρίζει και τα παρακάτω που  έχουν σχέση με τη γνώση της αλήθειας, δηλαδή με τη γνώση του Θεού, σύμφωνα με τον ψαλμικό στοίχο, « παράτεινον το έλεός σου τοις γινώσκουσί σε »( Ψ. 35,11): α) Ο Θεός  ως ελεήμων τον έχει ελεήσει πριν ακόμη αυτός το ζητήσει, σύμφωνα και με το, « ου του θέλοντος ουδέ του τρέχοντος, αλλά του ελεούντος Θεού » ( Ρω. θ’, 16).  β) Και μία φορά να το πει,   όχι μόνο απαντά αμέσως ο Θεός, αλλά το γνωρίζει πριν ακόμη αυτός το ζητήσει.  γ) Πρέπει να πιστεύει ότι ο Θεός τον έχει ελεήσει, τον ελεεί και θα τον ελεεί συνέχεια.  δ) Όπως ελεεί αυτόν ελεεί και άλλους, σύμφωνα με το « ελεήσω ον αν ελεώ, και οικτειρήσω ον αν οικτείρω » ( Ρω. θ’, 15). ε)  Πρέπει να χαίρεται που ο Θεός ελεεί και άλλους. στ)  Πρέπει να δοξάζει το Θεό που τον ελεεί, όπως έκανε  και ο ένας από τους δέκα λεπρούς. ζ) Αν  αυτά δεν τα γνωρίζει και λέει μόνο για τον εαυτό του, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό», πάλι  καλά κάνει και  μάλιστα έχει  το ελαφρυντικό της άγνοιας.  Αν όμως   διδάσκει  και άλλους να κάνουν το ίδιο και τους κρύβει, έστω και από άγνοια, αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω σχετικά με τη γνώση της αλήθειας,  δεν κάνει καθόλου καλά και καλά θα κάνει να  προσέξει πολύ  καλά τα λόγια του Ιακώβου, «Μη πολλοί διδάσκαλοι γίνεσθε, αδελφοί μου, ειδότες ότι μείζον κρίμα ληψόμεθα »( Ιακ. γ’, 1).

3. Είναι  σωστό να λέει κανείς για τον εαυτό του  ότι είναι του Χριστού;

Εάν πράγματι είναι του Χριστού και δε λέει ψέματα, δεν είναι λάθος να το λέει. Πώς όμως μπορεί κανείς να είναι  σίγουρος ότι αυτός είναι του Χριστού; Αρκεί άραγε να το δηλώνει ο ίδιος σύμφωνα με το λεγόμενο, ο καθένας είναι ό, τι δηλώνει;   Δεν φαίνεται αυτό λίγο επιπόλαιο;    Ο Απόστολος Παύλος γράφει, « ώστε μη προ καιρού τι κρίνετε, έως αν έλθη ο Κύριος, ος και φωτίσει τα κρυπτά του σκότους και φανερώσει τας βουλάς των καρδιών, και τότε ο έπαινος γενήσεται εκάστω από του Θεού »( Α’ Κο.δ’,5).Το βέβαιο  λοιπόν είναι όχι το τι λέει ο καθένας για τον εαυτό  του, αλλά τι λέει ο Κύριος σύμφωνα και με το, «έγνω Κύριος τους όντας αυτού» ( Β’ Τιμ. β’,19). Πάντως και σίγουρος να είναι κανείς ότι είναι του Χριστού, πρέπει να γνωρίζει ότι υπάρχουν και άλλοι που και αυτοί είναι του  Χριστού, όπως γράφει  ο Απόστολος Παύλος, « ει τις πέποιθεν εαυτώ Χριστού είναι, τούτο λογιζέσθω πάλιν αφ᾿ εαυτού, ότι καθώς αυτός Χριστού, ούτω και ημείς Χριστού.»( Β’ Κο. ι’, 7).

4. Ο γιατρός προσφέρει στον ασθενή τις επιστημονικές του υπηρεσίες, τα φάρμακα ενεργούν καταλλήλως για τη θεραπεία του, και ο Θεός παρέχει την ίαση.  Είναι λάθος λοιπόν να απαξιώνει κανείς το γιατρό, να απορρίπτει τα φάρμακα, και να μη ζητάει από το Θεό τη θεραπεία,  εν ονόματι δήθεν της πίστης του. Αν θέλει να δείξει την πίστη του, ας την δείξει από τα έργα του, όπως λέει ο Ιάκωβος, « δείξόν μοι την πίστιν σου εκ των έργων σου »(Ιακ. β’, 18). Αυτές οι αλήθειες στηρίζονται, εκτός των άλλων, και στα παρακάτω  σοφά λόγια, «  Τίμα  ιατρὸν προς τας χρείας αυτού τιμαίς αυτού, και γαρ αυτόν έκτισε Κύριος·  παρά γαρ Υψίστου εστίν ίασις, και παρά βασιλέως λήψεται δόμα.  επιστήμη ιατρού ανυψώσει κεφαλήν αυτού, και έναντι μεγιστάνων θαυμασθήσεται.  Κύριος έκτισεν εκ γης φάρμακα, και ανήρ φρόνιμος ου προσοχθιεί αυτοίς.   ουκ από ξύλου εγλυκάνθη ύδωρ εις το γνωσθήναι την ισχύν αυτού;  και αυτός έδωκεν ανθρώποις επιστήμην ενδοξάζεσθαι εν τοις θαυμασίοις αυτού·  εν αυτοίς εθεράπευσε και ήρε τον πόνον αυτού,  μυρεψός εν τούτοις ποιήσει μείγμα, και ου μη συντελέση έργα αυτού, και ειρήνη παρ᾿ αυτού εστιν επί προσώπου της γης.  Τέκνον, εν αρρωστήματί σου μη παράβλεπε, αλλ᾿ εύξαι Κυρίω, και αυτός ιάσεταί σε »( Σ. Σειρ. λη΄, 1-9).

5.Αν μία μάννα χάσει το παιδί της που ήταν  το στήριγμά της  και αυτό σωθεί και βρεθεί,  θα χαρεί όχι τόσο,  επειδή ξαναβρήκε το στήριγμά της, αλλά, επειδή σώθηκε το παιδί της. Αυτό   συνέβη με τη  Μητέρα του Χριστού στην Οποία ο Υμνωδός λέει, « συ δε Αγνή τέρπου Θεοτόκε εν τη εγέρσει του Τόκου σου». Οι πιστοί χαίρονται για την Ανάσταση του Χριστού, επειδή Αυτή είναι η αιτία πάσης χαράς και ευφροσύνης για τους ίδιους και για όλη την κτίση.  Χαίρονται όμως οι πιστοί και για το ότι ο Χριστός που σταυρώθηκε αδίκως, με την Ανάστασή Του δοξάστηκε,  « και  ο Θεός αυτόν υπερύψωσε και εχαρίσατο αυτώ όνομα το υπέρ παν όνομα,  ίνα εν τω ονόματι Ιησού παν γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων, και πάσα γλώσσα εξομολογήσηται ότι Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού πατρός »( Φιλ. β’, 9-11). Αυτή η χαρά  είναι και δείγμα αγάπης, γιατί η αγάπη « ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία »( Α’ Κορ. ιγ’,6 ). Αδικία είναι που πέθανε ο Χριστός και αλήθεια είναι που αναστήθηκε ΑΛΗΘΩΣ.

του Ιωάννη Δήμου

 

από την ιστοσελίδα του:  www.sostikalogia.com

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration