Ζωηφόρος

Η ιερότητα βρίσκεται στο περιεχόμενο, του Χάρη Ανδρεόπουλου,

Η ιερότητα βρίσκεται στο περιεχόμενο,

 όχι στη γλώσσα

του Χάρη Ανδρεόπουλου

Δημοσιογράφου – θεολόγου ΑΠΘ (Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.), συνεργάτη της εφημ. «Ελευθερία» Λάρισας και καθηγητής Β/θμιας εκπαίδευσης (Γυμνάσιο Αρμενίου Ν. Λάρισας)

«Το αναγινώσκειν και μη γινώσκειν, καταγινώσκειν εστί»

έλεγε ο μεταφραστής του 17ου αιώνα μοναχός Μάξιμος Καλλιπολίτης

Οι δυσκολίες στην ερμηνεία, εξ αιτίας της διαφορετικής σημασιολόγησης πολλών λέξεων της καθομιλουμένης σε σχέση με το  αρχαίο εκκλησιαστικό κείμενο.

Πριν από αρκετά χρόνια είχα τη περιέργεια να ρωτήσω γνωστό βιβλικό καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ για ποιόν λόγο οι (προερχόμενοι από τη θεωρητική κατεύθυνση των Λυκείων και -  άρα - διδαχθέντες για πολλά χρόνια το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών) φοιτητές του τμήματος (ξανα-) διδάσκονται Αρχαία Ελληνικά, στο Α’ εξάμηνο σπουδών του τμήματος. «Μα γιατί πρέπει να μάθουν τα αρχαιελληνικά - που δεν ξέρουν – ώστε να μπορέσουν να καταλαβαίνουν το βιβλικό κείμενο της ελληνιστικής κοινής και να αντιλαμβάνονται την ερμηνευτική ανάλυση στο μάθημα της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης…», ήταν η απάντηση του καθηγητή, μια απάντηση η οποία ήρθε στο νού μου τις τελευταίες ημέρες καθώς επανήλθε στην επικαιρότητα η αντιπαράθεση για το γλωσσικό ζήτημα στα εκκλησιαστικά κείμενα, εξ αφορμής της τέλεσης σε ορισμένες Μητροπόλεις (Πρεβέζης, Σιατίσης) της θείας Λειτουργίας στη δημοτική.

Αν ανοίξει, λοιπόν, κάποιος έναν πρόσφατο οδηγό σπουδών του θεολογικού τμήματος του ΑΠΘ (1)  θα δεί ότι στο πρόγραμμα σπουδών του Α’ εξαμήνου περιλαμβάνεται το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών, με ασκήσεις που «στοχεύουν στη κατανόηση των κυριοτέρων γραμματικών και συντακτικών φαινομένων της αρχαίας ελληνικής γλώσσας». Αυτά με τους φοιτητές. Με τον απλό λαό, όμως, τι γίνεται; Αν δεν γνωρίζουν καλά την αρχαία Ελληνική οι φοιτητές της Θεολογίας ώστε να καταλάβουν και κατανοήσουν, επί της ουσίας, είτε το πρωτότυπο κείμενο της Αγίας Γραφής, είτε το περιεχόμενο της Θείας Λειτουργίας, και χρειάζονται περαιτέρω κατάρτιση στα αρχαιοελληνικά, τότε για τον «απλό λαό» δεν θα πρέπει να υπάρξει μια σχετική έγνοια που να υπηρετεί το σκοπό της ουσιαστικής κατανόησης των εκκλησιαστικών και λειτουργικών κειμένων, ώστε πράγματι να βιώνεται η ιερότητά τους; Και το λέμε αυτό θεωρώντας ότι η ιερότητα βιώνεται όταν κατανοείται και όχι «ως δια μαγείας». Η ιερότητα δεν εξασφαλίζεται με τη μη κατανόηση, απεναντίας χάνεται.

Και οι κληρικοί, οι ιερείς μας; Κατανοούν όλοι οι κληρικοί την Αγία Γραφή από το πρωτότυπο; Μήπως την κατανοούν και μπορούν να την ερμηνεύσουν κυρίως και κατά βάσιν οι κληρικοί – απόφοιτοι των Θεολογικών Σχολών και των Ανωτάτων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών (ΑΕΑ)– κι’ από κεί και πέρα…χάος;.. H εμπειρία μας, τόσο μέσα από το δημοσιογραφικό (σχηματισμός αντίληψης μέσα από το εκκλησιαστικό ρεπορτάζ), όσο και το θεολογικό επάγγελμα (διδασκαλία σε εκκλησιαστικά ΙΕΚ), μας κάνει να πιστεύουμε ότι το πρόβλημα της κατανοήσης και ερμηνείας των πρωτότυπων εκκλησιαστικών κειμένων στο σώμα των κληρικών - και κυρίως πέρα από την Α’ κατηγορία (πτυχιούχων Θεολογικών Σχολών και ΑΕΑ), δηλ. στους ιερείς από την Β’ κατηγορία μέχρι τη Δ’, (αποφοίτων δημοτικού), είναι πολύ έντονο - και η Ιερά Σύνοδος (καθ’ ήν στιγμή, μάλιστα, επιθυμεί τη διατήρηση του παραδοσιακού γλωσσικού τύπου) οφείλει να λάβει η ίδια (κι΄ όχι να τα περιμένει όλα από το κράτος) το ταχύτερον μέτρα προς τη κατεύθυνση της σχετικής επιμόρφωσης και κατάρτισης του κλήρου. 

Μια ιστορία πέντε αιώνων...

Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση του γλωσσικού ζητήματος των αγιογραφικών και λειτουργικών κειμένων και τη κατάθεση της προσωπικής μας γνώμης, ας δούμε μια σύντομη ιστορική επισκόπηση του θέματος.

To γλωσσικό ζήτημα, με την μετάφραση (= απόδοση στη δημοτική) της Αγίας Γραφής έχει στη χώρα μας ιστορία σχεδόν πέντε αιώνων. Ξεκινά από την εποχή της Τουρκοκρατίας και φθάνει μέχρι τις μέρες μας, ενώ τα τελευταία χρόνια επιχειρήθηκε η χρήση των μεταφράσεων και στη θεία λειτουργία μια κίνηση που προκάλεσε ενστάσεις οι οποίες προσφάτως απασχόλησαν και την Ιερά Σύνοδο.  

1536: Γίνεται η πρώτη μετάφραση της Κ.Δ. στη νεοελληνική από τον Κερκυραίο ιερομόναχο Ιωαννίκιο Καρτάνο, ο οποίος φυλακισμένος στη Βενετία γράφει το βιβλίο «Η Παλαιά τε και Νέα Διαθήκη, ήτοι το άνθος και αναγκαίον αυτής». Το βιβλίο περιέχει 150 αποσπάσματα  της Π.Δ. και της Κ.Δ., μεταφρασμένα σε απλή γλώσσα, «δια να εγνωρίζη πάσα μικρός άνθρωπος μέρος από την θείαν Γραφήν τι λέγει», όπως σημειώνει ο συγγραφέας στο πρόλογό του. «Και τούτο δεν το έκαμα δια τους διδασκάλους, αλλά δια τους αμαθείς ως εμέ και δια να ακαταλάβουν πάντες οι χειροτέχναι και αμαθείς την θείαν Γραφήν τι λέγει».

1638: Eνα αιώνα μετά το εγχείρημα του Καρτάνου πραγματοποιείται η πρώτη πλήρης νεοελληνική μετάφραση της Κ.Δ. από τον μοναχό Μάξιμο Καλλιπολίτη. Η εκτύπωση έγινε στη Γενεύη με τη συμπαράσταση του Οικουμενικού Πατριάρχη Κυρίλλου Λούκαρη, ο οποίος και αυτοπροσώπως έκανε διορθώσεις στο έργο μετά το θάνατο του μεταφραστή, που συνέβη το 1633. Η μετάφραση, ωστόσο, κυκλοφόρησε το 1645 από τον Πατριάρχη ΠαρθένιοΒ’, φέρουσα τον τίτλο: «Η Καινή Διαθήκη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δίγλωττο, εν ή αντιπροσώπως το τε θείον πρωτότυπον και η απαραλλάκτως εξ εκείνου εις απλήν διάλεκτον, δια του μακαρίτου κυρίου Μαξίμου του Καλλιπολίτου γενομένη μετάφρασις άμα ετυπώθησαν».

Στον πρόλογό του ο «ελάχιστος εν ιερομονάχοις» Μάξιμος λέγει ότι έκανε αυτή τη μετάφραση για να βοηθήσει το γένος, που βρίσκεται σε κατάσταση πνευματικής φτώχειας και έχει ανάγκη να ακούσει και να καταλάβει το λόγο του Θεού», «διατί το αναγινώσκειν και μη γινώσκειν, καταγινώσκειν εστίν». Επικαλείται, επίσης, τις μεταφράσεις των Γραφών που έκαναν σε προηγούμενους αιώνες άλλοι στη γλώσσα τους, καθώς και τους Ελληνες μεταφραστές των βίων και ομιλιών των αγίων στη κοινή διάλεκτο και προσθέτει: «Απρεπον πράγμα είναι οι βίοι και αι ομιλίαι των αγίων να είναι πολλά φανερές, οπού ήταν άνθρωποι, και το του Χριστού θεανθρώπου θείον Ευαγγέλιον, οπού είναι αναγκαιότατον εις κάθε χριστιανόν να είναι κεκαλυμμένον». Η μετάφραση του Μαξίμου προκάλεσε τις αντιδράσεις εκκλησιαστικών και θεολογικών κύκλων, όπως του θεολόγου Μελετίου Συρίγου, και, τελικά, καταδικάσθηκε από τη Σύνοδο των Ιεροσολύμων το 1672, επί πατριαρχείας Δοσιθέου. Η Σύνοδος αυτή απάντησε αρνητικά στο ερώτημα «ει δει τη θείαν Γραφήν κοινώς παρά πάντων των χριστιανών αναγινώσκεσθαι», ενώ αρνητική υπήρξε λίγα χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1704 και η στάση του Οικουμενικού Πατριάρχη Γαβριήλ ο οποίος έκαψε ένα αντίτυπο επανέκδοσης του βιβλίου, ενώ σε συνοδικό γράμμα σημείωνε: «Η έννοια και το βάθος των νοημάτων των ιερών Γραφών ου πρόχειρος εστίν, ουδέ ακατάληπτος και αυτοίς τοις επισταμένοις την ελληνικήν διάλεκτον, πολλού γε και δει των απλώ λαώ. Τω δε βουλομένω χριστιανώ αναγινώσκειν τα της Εκκλησίας ιερά βιβλία, η ανάγνωσις τούτων ελληνιστί εκτειθεμένων, ει μετ’ ευλαβείας γίγνοιτο, καίτοι του βάθους των νοημάτων αγνοουμένου, αγιασμού πρόξενος τω αναγινώσκοντι καθίστανται κατά την υποτύπωσιν της εκκλησιαστικής διδασκαλίας, ώστε περιττή και ανωφελής η εις κοινήν διάλεκτον μετάφρασις των ιερών Γραφών» (Μ. Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, 1888, 1, 106).

1804: Στις αρχές του 19ου αιώνα η νεοϊδρυθείσα Βρετανική Βιβλική Εταιρεία προχώρησε σε έκδοση της (εν τω μεταξύ διορθωμένης από τον λόγιο Αναστάσιο Μιχαήλ, το 1710) μετάφρασης του Μαξίμου με την έγκριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου (1810). Στη νέα αυτή εκδοτική δραστηριότητα συνετέλεσε και ο Αδαμάντιος Κοραής, με επιστολή του στη Βιβλική Εταιρεία. Ο ίδιος μάλιστα μετέφρασε αργότερα και τις Ποιμαντικές επιστολές που κυκλοφόρησαν το 1831, λίγο πριν το θάνατό του (1833).

1828: H Bιβλική Εταιρεία εκδίδει τη μετάφραση του Σιναϊτη μοναχού Ιλαρίωνα (μετέπειτα Μητροπολίτου Τυρνόβου Βουλγαρίας), η οποία είχε περιπετειώδη ιστορία:  ενώ ήταν έτοιμη από το 1818 και είχε την έγκριση των Πατριαρχών Κυρίλλου Στ’ και Γρηγορίου του Ε’ καταδικάσθηκε στη συνέχεια από το πατριαρχική σύνοδο του 1823 επί Ανθίμου Γ’, ο δε Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, που αρχικά διάβασε και ενέκρινε τη μετάφραση των τριών πρώτων ευαγγελίων, αργότερα έγινε πολέμιός της.

1838: Η μετάφραση του Ιλαρίωνα αντικαθίσταται από τη μετάφραση του Νεοφύτου Βάμβα, αρχικά καθηγητού της Ιονίου Ακαδημίας και εν συνεχεία καθηγητού της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1838 εκδίδεται η μετάφραση των ευαγγελίων και των Πράξεων και το 1844 ολόκληρης της Κ.Δ.

1901 - 1902: Βλέπουν το φως της δημοσιότητος δύο μεταφράσεις: η πρώτη της Ιουλίας Σωμάκη, με φροντίδα της βασίλισσας Ολγας «προς αποκλειστικήν οικογενειακήν του ελληνικού λαού χρήσιν» και η δεύτερη από τον Αλέξανδρο Πάλλη στη εφημερίδα «Ακρόπολις». Προκλήθηκαν μεγάλες αντιδράσεις, με αιματηρά γεγονότα που έμειναν στην ιστορία ως «Ευαγγελικά» ή «Ευαγγελιακά» και είχαν σαν συνέπεια τη παραίτηση του Μητροπολίτου Αθηνών Προκοπίου και της κυβέρνησης Θεοτόκη και την απαγόρευση κάθε μετάφρασης από την Εκκλησία, η οποία σε εγκύκλιό της τόνιζε ότι «αποκρούει και αποδοκιμάζει και κατακρίνει ως βέβηλον πάσαν δια μεταφράσεως εις απλουστέραν γλώσσαν αλλοίωσιν ή μεταβολήν  του πρωτοτύπου κειμένου…».

Το πρόβλημα των «Ευαγγελικών» ανέκυψε και από το γεγονός ότι συνδέθηκε στη κοινή γνώμη και μάλιστα στη συντηρητική (υποστηρικτές της καθαρεύουσας)  με την ανάλογη δράση μεταφραστική δράση προτεσταντών μισσιοναρίων που είχαν κατακλύσει την Ελλάδα με νόθες έντυπες μεταφράσεις των Γραφών (2) .

Ωστόσο και μετά τα «Ευαγγελικά» οι μεταφραστικές προσπάθειες συνεχίσθηκαν, γιατί ανταποκρίνονταν στο βαθύτερο αίτημα του πληρώματος της Εκκλησίας(3) , σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις με τη μορφή της «παράφρασης» ή ερμηνευτικής απόδοσης για καλύτερη και αναλυτικότερη απόδοση του νοήματος του κειμένου. Στις σπουδαιότερες μεταπολεμικές μεταφράσεις συγκαταλέγονται αυτές των Π. Τρεμπέλα, Ιωαν. Κολιτσάρα, η μετάφραση των «Τεσσάρων» (Π. Βασιλειάδη, Ι. Γαλάνη, Γ.  Γαλίτη, Ι. Καραβιδόπουλου), κ.α.

1999 – 2004: ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος προσπαθεί να φέρει τη δημοτική στην Εκκλησία. Μία από τις νεωτερικές του απόψεις - που στόχο είχαν να φέρουν τους νέους πιο κοντά στην Εκκλησία - ήταν, το 1999, η ανάγνωση του Ευαγγελίου (και) στη δημοτική, στις κυριακάτικες λειτουργίες. Τελικά, η ανάγνωση άρχισε πιλοτικά, τον Σεπτέμβριο του 2004, από την περιφέρεια της Αρχιεπισκοπής. Δεν κράτησε όμως πολύ. Εννιά μήνες αργότερα, η ανάγνωση στη δημοτική σταμάτησε εξ αιτίας αντιδράσεων από ομάδες ιερέων της Αρχιεπισκοπής.

Υπάρχει πρόβλημα ή όχι;

Προσφάτως το «γλωσσικό» ανακινήθηκε εξ αφορμής της κλήσεως του σεβ/του Μητροπολίτου Πρεβέζης κ. Μελετίου προκειμένου να παράσχει εξηγήσεις στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο για το γεγονός ότι στην εκκλησιαστική περιφέρειά του η θεία λειτουργία τελείται (και) στη δημοτική γλώσσα. Η ΔΙΣ αφού άκουσε τον σεβ/το, απορρίπτοντας τους ουσιαστικούς λόγους που φέρεται να επικαλέσθηκε ο κ. Μελέτιος (ότι η απόδοση στη δημοτική γίνεται ότι πολλοί και κυρίως οι νέοι δεν κατανοούν τη λόγια λειτουργική γλώσσα), επέμεινε ότι «πρέπει να διατηρηθεί το γλωσσικό ιδίωμα του παραδεδομένου τρόπου τελέσεως της θείας λειτουργίας και των ιερών μυστηρίων» και αφού κάλεσε όσους αρχιερείς επιθυμούν να τελούν λειτουργίες στη δημοτική να ζητούν άδεια της Ιεράς Συνόδου, παρέπεμψε το θέμα για περαιτέρω επεξεργασία στις αρμόδιες.συνοδικές επιτροπές. Τυπικά, θεωρούμε ότι η Ιερά Σύνοδος έχει δίκιο: ναι, επειδή πρέπει στην Εκκλησία μας τα πάντα να γίνονται «ευσχημόνως και κατά τάξιν» (Α, Κορ. 14, 40), όφειλαν να οφείλουν οι αρχιερείς να ζητούν τη συνοδική άδεια για να τελέσουν θεία λειτουργία στη δημοτική γλώσσα. Επί της ουσίας, του ζητήματος, όμως; Υπάρχει, ναι, ή όχι πρόβλημα κατανόησης της κοινής ελληνιστικής γλώσσας στην οποία είναι γραμμένα στα εκκλησιαστικά κείμενα;

Νομίζουμε, ναι υπάρχει πρόβλημα. Καλά θα ήταν να είχαν όλοι σήμερα την απαραίτητη παιδεία ώστε να καταλαβαίνουν τα κείμενα που γράφτηκαν πριν από 20 αιώνες και αποτελούν, πράγματι, πολύτιμο θησαυρό και κληρονομιά μας, όχι μόνο ως κείμενα φιλολογικά, αλλά και ως μηνύματα υπαρξιακά, που αφορούν στη ζωή και το θάνατο, τη σωτηρία του ανθρώπου. Δυστυχώς, όμως, η πραγματικότητα – για όποιον θέλει να τη δει κατάματα και δεν συγχέει το ιδεατό με το πραγματικό – είναι τελείως διαφορετική.

Όπως επισημαίνει σχετικώς ο καινοδιαθηκολόγος καθηγητής του ΑΠΘ κ. Ιωάννης Καραβιδόπουλος(4)  περισσότερες από το 50% των λέξεων της Καινής Διαθήκης υπάρχουν και στο σημερινό λεξιλόγιο, αλλά είναι εξ ίσου αλήθεια ότι πολλές λέξεις της Κ.Δ. διατηρούνται ως έχουν στη νεοελληνική με διαφορετικό, όμως, νόημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η λέξη «χρηματίζομαι» που σήμερα σημαίνει παίρνω χρήματα, δωροδοκούμαι, ενώ στη Κ.Δ. έχει την έννοια παίρνω μήνυμα, ειδοποιούμαι (με όνειρο ή με άλλο τρόπο), όπως για παράδειγμα στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο 2,12 και 2,22.. Για την επικρατούσα σε μεγάλη μερίδα των πιστών σύγχυση στην ερμηνεία του Ευαγγελίου, ενδεικτικό είναι και το παράδειγμα παρανόησης που ανεφέρει ο κ. Καραβιδόπουλος περί των «πτωχών τω πνεύματι». Αν και όλες οι λέξεις στο μακαρισμού στο Ματθ. 5,3 «Μακάριοι οι πτωχοί των πνεύματι» είναι γνωστές και κατανοητές από το σημερινό Ελληνα, εν  τούτοις το σύνολο της φράσης δίνει αφορμή για παρανοήσεις. Διότι η έκφραση «πτωχός τω πνεύματι» στη καθομιλουμένη λαϊκή γλώσσα σημαίνει – ή μάλλον κατέληξε να σημαίνει – ένα άνθρωπο αδύνατο στο πνεύμα, ολιγόμυαλο, σχεδόν «κουτό». Πρέπει, λοιπόν, η μετάφραση να αποδίδει το αληθινό νόημα της φράσης του Ιησού και αυτή είναι η εξής: «Μακάριοι όσοι νιώθουν τον εαυτό τους φτωχό μπροστά στο Θεό, δηλαδή ταπεινοί», ώστε να καταλάβει έτσι ο αναγνώστης για ποια φτώχεια γίνεται λόγος στον μακαρισμό.

Για το ίδιο θέμα είναι εύστοχη η παρατήρηση του καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Σωτ. Δεσπότη (5), ο οποίος αναφερόμενος στη λέξη ειρήνη, επισημαίνει ότι, ενώ στα Ελληνικά έχει τη γνωστή σημασία της απουσίας του πολέμου, (απαντάται 237 φορές στην Π.Δ. και 87 φορές στην Κ.Δ.), στους Ο’ ως μετάφραση του Schalom σημαίνει ευλογία, θεραπεία-υγεία, αφθονία-πλούτο, δύναμη, πρόοδο, χαρά, τιμή, δόξα-μεγαλείο και έχει τρισδιάστατη σημασιολογία. σηματοδοτεί την αρμονία του ανθρώπου με τον Θεό, με τον εαυτό του και τον κόσμο. Το «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λκ. 2,14.), δεν σημαίνει, έτσι, απλά ειρήνη στη γη, αλλά ευημερία, ευλογία. Το ίδιο πολυσήμαντος είναι και ο όρος κρίση, ο οποίος σημαίνει ταυτόχρονα ευσπλαχνία-ελεημοσύνη, δικαίωση, αλλά και τιμωρία-καταστροφή.

Καλύτερο το πρωτότυπο, αλλά...

Bεβαίως ουδείς αντιλέγει ότι μια μετάφραση ποτέ δεν είναι δυνατόν να τοποθετηθεί στο ίδιο επίπεδο με το κείμενο που αποδίδει, ωστόσο στις μέρες μας – μέρες γλωσσικής πενίας - είναι απαραίτητη. Σαφώς και υστερεί η δημοτική σε εκφραστικές δυνατότητες σε σχέση με τον αρχαίο λόγο, αδυνατώντας επίσης (σε σχέση με τη καθαρεύουσα) να αποδώσει με την ίδια νοηματική πυκνότητα τις μετοχές και τα απαρέμφατα, όπως και τις λεπτές εννοιολογικές αποχρώσεις των εμπρόσθετων προσδιορισμών (6). Είναι, όμως, στις μέρες μας αναγκαία γιατί, όπως προείπαμε ο απλός λαός (αλλά και ο απλός – ο μη έχων θεολογική και άρα φιλολογική παιδεία (7) - κλήρος), δυσκολεύεται έως και αδυνατεί να κατανοήσει τα πρωτότυπα κείμενα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η ίδρυση και η εξάπλωση της Εκκλησίας στην οικουμένη στηρίχθηκε ακριβώς στη μετάφραση του Ευαγγελίου στη καθομιλουμένη γλώσσα του κάθε λαού και στη λατρευτική χρήση αυτής της μετάφρασης. Υπενθυμίζουμε ότι τον 9ο αιώνα οι Αγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος με αφετηρία τη αρχή ότι κάθε λαός έχει το δικαίωμα να λατρεύει το Θεό στη μητρική του γλώσσα συγκρότησαν γραπτή σλαβική γλώσσα, μετέφρασαν τα λειτουργικά βιβλία στη γλώσσα αυτή, καθιέρωσαν τη σλαβική ως λειτουργική γλώσσα, με τη σύμφωνη γνώμη του βυζαντινού αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ’ και την ευχή του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και του τότε Πατριάρχη Φωτίου, ονομασθέντες ως οι «φωτιστές των Σλάβων». Υπενθυμίζουμε, επίσης, ότι κατά της μετάφρασης αυτής (απ’ τα ελληνικά στα σλαβικά) εναντιώθηκαν οι Λατίνοι και οι Φράγκοι, υποστηρίζοντας ότι «ο Θεός εξέλεξε μόνο τρείς γλώσσες με τις οποίες μπορεί κανείς να τον τιμά, δηλ. την εβραϊκή, την ελληνική και τη λατινική». Οι θεσσαλονικείς ισαπόστολοι αποδίδοντας στους κατηγόρους τους, Λατίνους και Φράγκους, φατριαστική συμπεριφορά, που εμπόδιζε τη απρόσκοπτη διάδοση της χριστιανικής αληθείας, τους απέδωσαν τον (μαρτυρούντα έλλειμα θεολογίας και χριστιανικής αυτοσυνειδησίας), χαρακτηρισμό «τριγλωσσίτες» (8).

Αν με βάση την οικουμενική αποστολή η Εκκλησία οφείλει να εκτελεί την επιταγή του αναστάντος Χριστού «πορευθέντες μαθητεύσατε…» (Ματθ. 28, 19), να στοχεύει δηλαδή στο να ομολογήσει ο κόσμος τον Τριαδικό Θεό, τότε ασφαλώς και δεν μπορεί να αγνοήσει τον προβληματισμό του κορυφαίου διδασκάλου των Εθνών Αποστόλου Παύλου, ο οποίος στην Προς Ρωμαίους Επιστολή του έγραφε: «πῶς οὖν ἐπικαλέσονται εἰς ὃν οὐκ ἐπίστευσαν; πῶς δὲ πιστεύσουσιν οὗ οὐκ ἤκουσαν; πῶς δὲ ἀκούσουσι χωρὶς κηρύσσοντος;» (Ρωμ. 10, 14) (9) . Ούτε, φυσικά, μπορεί ν’ αγνοηθεί η εντολή του Αποστόλου των Εθνών προς τους Κορινθίους (Α’ Κορ., 14) ότι ο λόγος που εκφράζει η Εκκλησία προς το πλήρωμά της θα πρέπει να είναι κατανοητός, έτσι ώστε αυτή η κατανόηση να οδηγήσει στην εσχατολογική ανακάλυψη του βιβλικού χαρακτήρα και του νοήματος των Γραφών, βοηθώντας έτσι στη καθολική μετοχή των πιστών στη θεία, λογική και εν Πνεύματι λατρεία, στη κοινωνία με το Τριαδικό Θεό.

Προέχει το περιεχόμενο, όχι η γλώσσα

Και ο αείμνηστος καθηγητής της Θεολογικής του ΑΠΘ και μέγας λειτουργιολόγος Ι. Φουντούλης από το 1986 είχε προτείνει την παράλληλη ανάγνωση των περικοπών προ ή αντί του κηρύγματος και από μια δόκιμη νεοελληνική μετάφραση (10)  γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό: για να καταλαβαίνουν και κατανοούν οι πιστοί τη Θεία Λειτουργία. Δεκοκτώ χρόνια μετά (το 2004) η απόπειρα που επεχείρησε ο μακαριστός Χριστόδουλος έμεινε στη μέση. Τώρα που το θέμα επανέρχεται στην επικαιρότητα ας μη αφήσουμε την ευκαιρία για μια νηφάλια συζήτηση, από την οποία θα μπορούσε να προκύψει μια «μέση λύση»,  δηλ. η τέλεση της θείας λειτουργίας με βάση το πρωτότυπο κείμενο και η ανάγνωση των περικοπών του Ευαγγελίου και του Αποστόλου τόσο από το αρχαίο, όσο και από μεταφρασμένο κείμενο, όπως επεχείρησε να το καθιερώσει ο μακαριστός Χριστόδουλος επιδιώκοντας μέσω της χρήσης της δημοτικής να καταστήσει το μήνυμα του Ευαγγελίου πιο οικείο στη κοινωνία και ειδικά στους νέους. Το προείπαμε και το παραδεχόμαστε – η γλώσσα του αρχαίου κειμένου (η ελληνιστική κοινή) μπορεί να αποδώσει καλύτερα το νόημα των Γραφών και εν γένει των εκκλησιαστικών κειμένων απ’ ότι η δημοτική. Ετσι όπως είναι σήμερα όμως τα πράγματα η δημοτική είναι απαραίτητη έτσι ώστε να βοηθηθεί ο αναγνώστης ή ο ακροατής να φθάσει στο υψηλό επίπεδο για να κατανοήσει τη πνευματική ουσία και να αντιληφθεί το θεολογικό μήνυμα  που περικλείει το πρωτότυπο κείμενο. Και, βεβαίως, σε καμμιά, περίπτωση δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το κείμενο όταν μεταφράζεται χάνει τον ιερό χαρακτήρα του – γιατί πιστεύουμε ότι η η ιερότητα δεν βρίσκεται στη γλώσσα, αλλά στο περιεχόμενο, στο υπαρξιακό μήνυμα που μεταδίδει το αγιογραφικό και λειτουργικό κείμενο. 

Θέλουμε να ελπίζουμε ότι σύντομα θα ωριμάσουν οι συνθήκες για έναν από ένα καλόπιστο διάλογο ανάμεσα στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας μας και τις Θεολογικές Σχολές των πανεπιστημίων της χώρας μας, έτσι ώστε, όπως προσφυώς  έγραψε πρόσφατα ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος (11) , «σε μια εποχή που φαίνεται να ανταποκρίνεται πλήρως στη δυσοίωνη περιγραφή του προφήτη Αμώς, μια εποχή που χαρακτηρίζεται από μια ιδιόφορφη πείνα, «όχι πείνα για ψωμί, ούτε δίψα για νερό, αλλά πείνα για ν’ ακούσουν οι άνθρωποι τον λόγο του Κυρίου» (Αμ. 8, 11), να δρομολογηθεί μια λύση που θα συμβάλλει κατά τον καλύτερο τρόπο στον καταρτισμό και τη διακονία των πιστών (Εφ. 4, 10) ώστε να γευθούν τον Αρτο που κατέβηκε από τον ουρανό και χαρίζει ζωή» (Ιωαν. 6, 51).    

Παραπομπές

(1) Βλ. π.χ. τον Οδηγό Σπουδών πανεπιστημιακού έτους 2004 – 2005, σελ. 16.

(2) Αγγελοπούλου, Αθανασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία (20ος αι.), εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1998, σελ. 32

(3) Καραβιδόπουλου, Ιωάννη, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, 1998, σελ. 64

(4) Καραβιδόπουλου, Ιωάννη, «Καινές αλήθειες για τα Ευαγγέλια», άρθρο στην εφημ. «Ελεύθερος Τύπος», 14/11/2004, σελ. 13.

(5) Βλ. σχετικό, λίαν ενδιαφέρον άρθρο του κ. Σωτ. Δεσπότη στην ιστοσελίδα της Εκκλησίας της Ελλάδος, http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/commitees/worship/metafraseis_latreia.htm

(6) Σχοινά, Φωτίου, Λειτουργική Γλώσσα, Δοκίμια Προβληματισμού, εκδ. Τήνος, σελ. 43 – 45

(7) Θυμάμαι τον αείμνηστο καθηγητή της Σχολής μας,  μέγα δογματολόγο Νίκο Ματούκα, ο οποίος στις παραδόσεις του δεν παρέλειπε να μας υπενθυμίζει ότι «ένας άριστος θεολόγος, για να σταθεί, θα πρέπει,απαραιτήτως,να είναι, ταυτοχρόνως και πολύ καλός φιλόλογος…»

(8) Ταρνανίδη, Ιωάννη, Πτυχές της Σλαβικής Ορθοδοξίας, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1992, σελ. 139 – 140

(9) Βασιλειάδη, Πέτρου, Η μεταφραστική μέθοδος της εννοιολογικής αντιστοιχίας και η ορθόδοξη παράδοση, εις το «Εισηγήσεις Δ’ Συνάξεως Ορθοδόξων Βιβλικών Θεολόγων, Θεσσαλονίκη, 25 – 28 Οκτωβρίου 1986, σελ. 65 – 67

(10) Φουντούλη, Ιωάννη, Μετάφραση και Ορθόδοξη Λατρεία, εις το το «Εισηγήσεις Δ’ Συνάξεως Ορθοδόξων Βιβλικών Θεολόγων, Θεσσαλονίκη, 25 – 28 Οκτωβρίου 1986, σελ. 241 – 243. Με την άποψη αυτή συντάσσεται και ο καθηγητής Γλωσσολογίας κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης, ο οποίος ενώ θεωρεί ότι η θεία Λειτουργία θα πρέπει να τελείται στη γλώσσα του πρωτοτύπου,  αναγνωρίζει ότι «η παράλληλη με το πρωτότυπο ανάγνωση του κειμένου σε έγκυρη νεοελληνική μετάφραση, καθιστά το Ευαγγέλιο περισσότερο κατανοητό και από πιστούς που δεν μπορούν να παρακολουθήσουν εύκολα έστω και την απλή (αλλά πάντως αρχαία) γλώσσα τού Ευαγγελίου. Στο κάτω-κάτω η διπλή προσέγγιση (όταν δηλ. συνυπάρχει η ανάγνωση τού πρωτοτύπου κειμένου) εντυπώνεται καλύτερα στη μνήμη κάθε πιστού. Προσωπικά, πιστεύω», γράφει ο κ. Μπαμπινιώτης, «ότι μια τέτοια δεύτερη ανάγνωση θα ωφελούσε ευρύτερα, δοθέντος ότι στις 2.000 χρόνια που μάς χωρίζουν από την αρχική διατύπωση τού Ευαγγελίου σημειώθηκαν και γλωσσικές μεταβολές, έτσι ώστε κάποια χωρία τού Ευαγγελίου, ιδίως δε των επιστολών τού Παύλου, να γεννούν –όπως είναι φυσικό– περιορισμένης εκτάσεως δυσκολίες στην κατανόηση…». Βλ. το υπό τον τίτλο «Η ελληνική γλώσσα ως όχημα διάδοσης τής χριστιανικής διδασκαλίας», άρθρο του κ. Μπαμπινιώτη στο περιοδικό της Ορθόδοξης Ακαδημίας Κρήτης «Διάλογοι Καταλλαγής»,  αρ. φύλλ. 89, Απρ.-Μάιος-Ιούν. 2008

(11) Προλογικό σημείωμα του Μακαριωτάτου στο (περιέχον μεταφρασμένα Λειτουργικά αναγνώσματα από την Παλαιά Διαθήκη) «Προφητολόγιον», εκδ. Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας, σελ. ΙΧ

πηγή: http://religiousnet.blogspot.com/2010/04/blog-post_24.html

 

Σύντομη ιστορική επισκόπηση του ζητήματος

της μεταφράσεως της Αγίας Γραφής στη νεοελληνική

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration