Ζωηφόρος

Το φυτικόν βασίλειον και η θρησκεία

ΕΙΣ όλας τας θρησκείας τα προϊόντα της βλαστήσεως, άνθη, φυτά και δένδρα, προσέλαβαν ιδιάζουσαν θρησκευτικήν, συμβολικήν και τελετουργικήν σημασίαν.

Οι πρωτόγονοι λαοί, τρεφόμενοι με τους καρπούς του δένδρου, ενδυόμενοι με τα φύλλα του, προφυλασσόμενοι από της βροχής και των καυστικών του ηλίου ακτινών με τα φυλλώματά του, θερμαινόμενοι με τα ξύλα του, ησθάνθησαν ευγνωμοσυνην προς το δένδρον και το ελάτρευσαν ως προστάτην και θεόν. Και τοιουτοτρόπως αρχαιόθεν το δένδρον ετιμήθη ως ιερόν και -θείον υπό των διαφόρων λαών. Οι αρχαίοι Μογγόλοι εθεώρουν την σημύδα ως το κατ' εξοχήν ιερόν δένδρον. Ο θεός της βροντής και των νεφών των αρχαίοι Ρώσων, ο Περούν είχεν ως ιερόν σύμβολον την δρυν. Οι Ινδοί ετίμων κατ΄ εξοχήν την συκήν, και ο ιδρυτής του Βουδισμού Σιδάρτα Γοτάμα Βούδδας γεννάται και βραδύτερον αποκτά την πλήρη γνώσιν υπό την σκιάν ιεράς συκής. Και ο λωτός εθεωρείτο ιερόν φυτόν εν Ινδίαις, συχνά δε οι θεοί των Ινδών εικονίζονται επί ανθούς λωτού, το οποίον ιδίως εις το Θιβέτ εχρησιμοποιείτο εις τας θρησκευτικάς τελετάς και ως κόσμημα ναών και ειδώλων. Εξ Ινδιών πιθανώτατα ο συμβολισμός του λωτού εισήχθη και εις άλλους ανατολικούς λαούς, και μάλιστα εις την Αίγυπτον, οπού εθεωρήθη ως σύμβολον του ηλίου, των τεσσάρων στοιχείων, της ευφορίας και της μετενσαρκώσεως, και ως εκ τούτου εγίνετο συχνότατη χρήσις αυτού εις την λατρείαν και τας διακοσμητικός τέχνας. Και ο Όσιρις, ιδίως εις το Δέλτα του Νείλου, ελατρεύετο υπό μορφήν άφυλλου δένδρου.

Και οι αρχαίοι Έλληνες, κατανοούντες την μεγάλην αξίαν του δένδρου, ετίμων δένδρα τινά ως ιερά, ως τον ιερόν φοίνικα εις το λητώον της Δήλου, την ιεράν δάφνην των Τεμπών, το ιερόν δένδρον της Ρόδου. Και ο λωτός δεν ήτο άγνωστος εις την αρχαίαν Ελλάδα, Σπαρτιάτιδες δε παρθένοι, ανήρτων στέφανον εκ λωτού εις τον ιερόν πλάτανον της «δενδρίτιδος» Ελένης εν Λακωνία.

Δένδρα εθεωρούντο ως σύμβολα θεών, ως κατ΄ εξοχήν η δρυς του ευδένδρου Διός, η άμπελος του δενδρίτου Διονύσου, η δάφνη του Απόλλωνος, η ελαία της Αθηνάς, η κυπάρισσος του Πλούτωνος. Άλση έτιμώντο ως ιερά θεοτήτων, και αι νύμφαι Δρυάδες η Αμαδρυάδες κατώκουν εις ιεράς δρυς, ή και κυπαρίσσους και άλλα δένδρα, και επιστεύετο ότι έζων όσον και εκείνα, έχουσαι «ισόδενδρον» ζωήν.

Εις την Ρώμην, κατά τους ιστορικούς έτι χρόνους, ετιμώντο ως ιερά διάφορα δένδρα, και κατ' εξοχήν η δρυς και η συκή. Η λατρεία των δένδρων ήτο εν χρήσει και εις την αρχαίαν περσικήν και την γερμανικήν θρησκείαν. Οι Σημίται ελάτρευον επίσης ως ιερά μεγάλα πράσινα δένδρα. Οι δε Ισραηλίται, κατά την προμωισαϊκήν εποχήν, εθεώρουν σύμβολα της θεότητος λίθους και δένδρα΄ βραδύτερον, εις την θρησκείαν της παλαιάς διαθήκης, ο Θεός αποκαλύπτεται εις το μέσον της ανθούσης φύσεως, ως παρά την δρυν Μαμβρή και παρά την φλεγομένην αλλά μη καιομένην βάτον. Η ευτυχία του ανθρώπου ετίθετο εν μέσω του πρασίνου, τόσον ώστε και η κατοικία των πρωτοπλάστων και ο τόπος της αμοιβής των ενάρετων τίθεται εις παράδεισον, δηλαδή εις κήπον, οπού υπήρχε «πάν ξύλον ωραίον εις όρασιν και καλόν εις βρώσιν». Συμβολική σημασία ανθέων και φυτών είναι συχνή εις την πάλαιαν διαθήκην και πολλάκις χρησιμεύουν ταύτα ως σύμβολα υψηλότερων εννοιών και εις αλληγορίας και παραβολάς. Εις το «άσμα των ασμάτων» εξαίρεται η ωραιότης της φύσεως κατά την άνοιξιν, ότε τα άνθη στολίζουν την γήν και τα δένδρα καρποφορούν : «Ιδού ο χειμών παρήλθεν, ο υετός απήλθεν, επορεύθη εαυτώ, τα άνθη ώφθη εν τη γη, καιρός της τομής έφθακε, φωνή της τρυγόνος ηκούσθη εν τη γη ημών, η συκή εξήνεγκεν ολύνθους αυτής, αι άμπελοι κυπρίζουσιν, έδωκαν οσμήν». Το θυμίαμα, φυτικόν προϊόν, είναι σύμβολον της προσευχής και της θυσίας, με το αρωματικόν δε φυτόν ύσσωπον εγίνοντο τελετουργικοί ραντισμοί. Η καλλιέργεια της γης εθεωρείτο θεία επιταγή και ο προφήτης Ιερεμίας βροντοφωνεί «φυτεύσατε παραδείσους, φυτεύσατε και αινέσατε» (*).

Και εις τα ευαγγέλια και τα άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης γίνεται συχνότατα λόγος περί ανθέων, φυτών και δένδρων. Ο Σωτήρ εις τας ομιλίας του και τας παραβολάς του συχνότατα μεταχειρίζεται, εικόνας εκ του φυτικού βασιλείου. Ολίγας ημέρας προ του μαρτυρίου του ο όχλος των Ιεροσολύμων τον υποδέχεται με βάϊα, ως νικητήν του θανάτου΄ δι' αυτό, κατ΄ αρχαίον έθιμον μαρτυρούμενον από του τετάρτου αιώνος, διανέμονται βάϊα εις τους πιστούς κατά την λειτουργίαν της Κυριακής των Βαΐων. Κατά τας τελευταίας ώρας της επιγείου ζωής του, έρχεται εις τον κήπον Γεθσημανή δια να προσευχηθή απερίσπαστος προς τον ουράνιον Πατέρα. Κατ' αρχαίαν παράδοσιν, παρά τον σταυρόν του Σωτήρος εφύετο βασιλικός, δια τούτο παλαιόθεν κατά τας εορτάς του σταυρού διενέμετο εις τους πιστούς βασιλικός.

Με αποστάγματα ανθέων, με μύρα, ο Νικόδημος, οι μαθηταί και αι μυροφόροι αλείφουν το άχραντον σώμα του Κυρίου.

Κατά τους χρόνους όμως της δεινής πάλης, εις την οποίαν μοιραίως απεδύθη η εκκλησία προς τον εθνικόν κόσμον, ήτο επόμενον ότι αυτή προσέλαβεν εχθρικήν στάσιν προς πάν ό,τι συνεδέετο προς εκείνον οπωσδήποτε, φοβούμενη άλλως μη δι' ανοχής εθίμων συνδεομένων προς την εθνικήν λατρείαν υποκαίηται η προς την ειδωλολατρείαν συμπάθεια. Εντεύθεν εξηγείται η πολεμική, την οποίαν αρχαίοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς διεξήγαγαν ου μόνον κατά της εθνικής σοφίας και τέχνης, άλλα και κατά διαφόρων εθίμων, ως του δι' ανθέων στολισμού. Τοιουτοτρόπως Κλήμης ο αλεξανδρεύς, κατά τα τέλη του δευτέρου αιώνος, εις το σύγγραμμα του «παιδαγωγός» διακηρύττει ότι άνθη και στέφανοι μόνον εις τα είδωλα αρμόζουν και ότι οι χριστιανοί «είργονται στεφάνων». Ο Τερτιλλυανός, κατά τον τρίτον αιώνα, εις πραγματείαν του «περί στεφάνου» (de corona) ευρίσκει άτοπον οι χριστιανοί να περιβάλλωνται με στέφανον, διότι εις τον χριστιανόν αρμόζει να φέρη μόνον τον στέφανον του μαρτυρίου. Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, κατά τον τέταρτον αιώνα, εις τον β' λόγον του κατά Ιουλιανού του Παραβάτου, συνιστά οι χριστιανοί να μη πανηγυρίζουν με φαιδρότητα και πολυτέλειαν, μηδέ να στέφουν με άνθη τας αγυιάς.

Εις τας κηδείας όμως φαίνεται ότι εγένετο χρήσις ανθέων.

Άλλα μετά τον δια του μεγάλου Κωνσταντίνου θρίαμβον του χριστιανισμού, ότε ημβλύνθη η προς τον εθνισμόν αντίθεσις, ήρχισαν βαθμηδόν διαλλακτικότεροι τάσεις, και η χρήσις των ανθέων εν τη λατρεία εγενικεύθη. Ο Αυγουστίνος ήδη μαρτυρεί ότι λείψανα αγίων εκοσμούντο με άνθη, ο δ' Ιερώνυμος μαρτυρεί ότι ναοί κατεκοσμούντο δι' ανθέων και κλάδων΄ ως είπομεν δ' ανωτέρω και η συνήθεια της διανομής βαΐων και βασιλικού μαρτυρείται αρχαιόθεν. Αρχαίοι εκκλησιαστικοί ύμνοι μαρτυρούν ότι κατά τας εκκλησιαστικός εορτάς οι ναοί εκοσμούντο με άνθη' τοιουτοτρόπως το κατά την εορτήν του αγίου Γεωργίου ψαλλόμενον ιδιόμελον μαρτυρεί ότι «η του Χριστού εκκλησία τοις άνθεσιν ωραϊζομένη, Γεώργιε, βοά σοι...». Και κατά την πρώτην καλουμένην ανάστασιν, ήδη από του δωδεκάτου αιώνος μαρτυρείται η συνήθεια, κατά την εκφώνησιν του «Ανάστα ο Θεός...» να ραίνωνται οι πιστοί με δάφνην και άνθη. Ως μαρτυρεί Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος, όταν ο αυτοκράτωρ του Βυζαντίου ήρχετο, κατά τας εορτάς των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, εκ του παλατιού εις τον ναόν, αι οδοί εστολίζοντο με δάφνην, μυρσίνην, δενδρολίβανον και πριονίδια αρωματικών ξύλων. Άνθη και φυτά προσέλαβαν ενωρίς συμβολικήν σημασίαν' το κρίνον εθεωρήθη σύμβολον της αγνότητας, δι' ο και εις τας βυζαντινάς εικόνας του ευαγγελισμού παρίσταται ο άγγελος Γαβριήλ προσφέρων κρίνον εις την Θεοτόκον' η δάφνη εθεωρήθη σύμβολον της δόξης' η ελαία της αθανασίας και της θείας ειρήνης. Και εις την υμνολογίαν της εκκλησίας συχνότατα μνημονεύονται άνθη και φυτά με συμβολικήν σημασίαν' ούτω λ.χ. εις τους χαιρετισμούς της Θεοτόκου, αυτή παρίσταται ως «δένδρον αγλαόκαρπον, εξ' ου τρέφονται πιστοί και ξύλον ευσκιόφυλλον, ύφ' ου σκέπονται πολλοί».

Η βραχεία αυτή επισκόπησις καταδεικνύει πόσον συνυφασμένη είναι με την θρησκευτικότητα εις πάντας τους λαούς η έννοια του φυτικού βασιλείου. Δεν είναι του παρόντος να εξάρωμεν την αξίαν του φυτικού βασιλείου δια τον άνθρωπον' δεν είναι μόνον στοιχείον απαραίτητον δια την συντήρησιν και υγείαν του ανθρώπου, άλλα και συντελεί εις εξευγένισιν και ανύψωσιν αυτού. Δι' αυτό ό,τι γίνεται δια την πρόοδον της ανθοκομίας και δια την διάδοσιν του πρασίνου είναι έργον εθνοοφελές και θεάρεστον, συντελούν εις την πρόοδον της κοινωνίας.

Είναι αληθές ότι φανατικοί τίνες, νομίζοντες ότι πάσα τέρψις' και ευχαρίστησις αντίκειται εις το πνεύμα της θρησκείας, ήγειραν πολεμικήν και εις την εποχήν μας κατά των αθώων ανθέων. Τοιουτοτρόπως όταν προ τίνων ετών έγινεν εορτή των ανθέων εις τας Πάτρας, ο τότε επίσκοπος Πατρών, Ιερόθεος, αντέδρασε κατ' αυτής και εχαρακτήρισε τα άνθη «ως όργανα του Σατανά», μιμούμενος τον Απόστολον Μακράκην, όστις εξηγέρθη κατά της τελέσεως Ολυμπιακών αγώνων εν Αθήναις, χαρακτηρίσας την αναβίωσιν αυτών «επιβολήν κατά του Χριστιανισμού». Αύται είναι όλως εσφαλμένοι αντιλήψεις, αποκυήματα ασυγχώρητου φανατισμού, δια του οποίου όχι μόνον δεν εξυπηρετείται αλλά μεγάλως ζημιούται η έννοια της θρησκευτικότητας και ο Χριστιανισμός. Αν εις τους πρώτους Χριστιανικούς αιώνας εδικαιολογείτο, δι' ους λόγους είπαμεν, η πολεμική κατ' αθώων τέρψεων, σήμερον, ότε οι λόγοι εκείνοι εξέλιπαν, θα απετέλει αυτή ασυγχώρητον αναχρονισμόν και ουτοπίαν, και ουδέν θα εδικαιολόγει την φαρισαϊκήν αντίδρασιν κατ' αθώων τέρψεων και της ψυχαγωγίας, ήτις είναι ανθρωπινή αναγκαιότης, ουδόλως απαγορευομένη υπό της υγιούς θρησκευτικότητας. Ουδέν θα ήτο δυνατόν να δικαιολόγηση την πολεμικήν κατά των ανθέων, των λαμπρών αυτών δημιουργημάτων του Θεού, προς τα όποια φιλίως προσβλέπων ο Σωτήρ είπεν, ότι είναι τόσον λαμπρώς ενδεδυμένα όσον «ουδ' ο Σολομών εν όλη τη δόξη αυτού».

(*) Υπό του ιεροδιακόνου και προλύτου της Θεολογίας Τιμοθέου Έμμ. Ματθαιάκη εξεδόθη «Το πράσινον εν τη Αγία Γραφή» (Αθήναι 1939, σελίδες 100).

ΔΗΜ. Σ. ΜΠΑΛΑΝΟΣ

Της Ακαδημίας Αθηνών

Από το περιοδικό ΠΕΙΡΑΪΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ(Αφιερωμένα στα Λουλούδια), τεύχος 2, Μάϊος 1940   

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration