Ζωηφόρος

Συνετοί αυτοκράτορες και ασύνετοι εκλεγμένοι

Εἶναι γνωστό  ὅτι ἄν καί ἔχομε εἰσέλθει ἐδῶ καί πολλές δεκαετίες στήν «δημοκρατική» περίοδο διακυβέρνησης τῶν λαῶν, ἐν τούτοις καθίσταται διάχυτη ἡ ἐντύπωση, ἀλλά καί διαπιστώνεται ἡ βεβαιότητα, ὅτι κυριαρχοῦν ἄλλες προτεραιότητες, ὅλως ἀντίθετες πρός τήν ἐπαγγελλόμενη  δημοκρατία.

Μάλιστα, ὅσο πιό πολύ στή δημόσια σφαῖρα τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων ἠχοῦν τά λογύδρια περί δημοκρατίας, τόσο πιό ἔντονα βιώνεται ἡ μονομανής ἐπιβολή σκοτεινῶν ἀποφάσεων καί κακοφορμισμένων σχεδιασμῶν πού μόνο μέ τά συμφέροντα τοῦ διοικούμενου λαοῦ δέν ἔχουν νά κάνουν. Καί ἐνῷ στή σύγχρονη δημοκρατία ὑποτίθεται ὅτι οἱ κρατοῦντες «τείνουν εὐήκοον οὖς» πρός τήν φωνή τῆς λογικῆς, στήν πραγματικότητα ὄχι μόνον αὐτό δέν συμβαίνει, ἀλλά δέν εἰσακούεται ἀπολύτως τίποτα.

Προξενεῖ δέ μεγάλη ἐντύπωση ὅτι ἀνατρέχοντας στήν Ἱστορία τοῦ Γένους μας, καί ξεφεύγοντας ἀπό τήν ἐπιβληθεῖσα λογοκρισία τῆς νεωτερικῆς της ἀνάγνωσης, ἀνακαλύπτουμε μεγάλες καί εὐχάριστες ἐκπλήξεις. Μετά τήν ἔκδοση τοῦ βιβλίου «Εἰσήγησις»  τῶν Ἐκδόσεων «ΥΠΑΚΟΗ»,  διαπιστώσαμε μίαν ἄλλην μορφή τῆς Μοναρχίας τελείως ξένης πρός τίς τετριμμένες ἀντιμοναρχικές θέσεις πού κυριαρχοῦν σήμερα. Ὅσο πιό πολύ ἡ βάσανος τῆς ἐνδελεχοῦς μελέτης εἰσχωρεῖ βαθύτερα καί οὐσιαστικότερα στήν Ἱστορική ἐξέταση, τόσο πιό πολλές ἀπρόσμενες διαπιστώσεις ἔρχονται στήν «ἐπιφάνεια».

Πολλοί αὐτοκράτορες τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, «ἔτειναν εὐήκοον οὖς» καί μέ προθυμία δέχονταν τίς παραινέσεις καί προτροπές συνετῶν ἀνθρώπων, λογίων Ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας μας  καί προπαντός Ἁγίων ἀνθρώπων πού βίωναν τήν ἀλήθεια τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.

Εἷς ἐξ αὐτῶν ἦταν καί ὁ Συνέσιος Κυρήνης, Ἐπίσκοπος Πτολεμαΐδος. Ἐπρόκειτο γιά σημαίνουσα προσωπικότητα τῆς Ἐκκλησίας μας πού ἔζησε ἀπό τά τέλη τοῦ τετάρτου αἰῶνος μ. Χ. ἕως τίς πρῶτες δεκαετίες τοῦ πέμπτου αἰῶνος μ.Χ.   Ἤδη πολύ πρίν χειροτονηθεῖ στόν πρῶτο βαθμό τῆς Ἱερωσύνης, εἶχε θητεύσει καί φοιτήσει σέ μεγάλους διδασκάλους καί λογίους της ἐποχῆς του, σέ τέτοιο βαθμό, πού ἡ θύραθεν παιδεία του καί ἡ διαρκής του φιλομάθεια, ἡ ἀγάπη του γιά τήν Ἐκκλησία  τόν κατέτασσαν στά μεγάλα πνευματικά ἀναστήματα στήν μείζονα γεωγραφική περιοχή τῆς Βορείου Ἀφρικῆς. Σπούδασε στήν σχολή τῆς Ἀλεξάνδρειας ὅπου εἶχε σάν διδάσκαλο τήν φημισμένη λογία Ὑπατία. Στήν σχολή τῆς Ἀλεξάνδρειας διδάχθηκε, Φιλοσοφία, Ρητορική, Μαθηματικά καί Ἀστρονομία. Γύρω στό 399 μ. Χ. στάλθηκε ἀπό τόν λαό τῆς Κυρήνης στήν Κωνσταντινούπολη ὡς ἐπικεφαλῆς πρεσβείας πρός τόν αὐτοκράτορα Ἀρκάδιο γιά νά διατυπωθεῖ τό αἴτημα περί μείωσης τῆς φορολογίας στήν εὐρύτερη περιοχή τῆς Κυρηναϊκῆς καί τῆς Πενταπόλεως. Ὁλόκληρη ἡ περιοχή εἶχε δοκιμαστεῖ ἀπό φυσικές καταστροφές, ἀπό δηώσεις καί λεηλασίες λόγῳ βαρβαρικῶν εἰσβολῶν, ἐνῷ σύν τοῖς ἄλλοις ὑπέφερε καί ἀπό τήν κακοδιοίκηση τῶν ἐπιτόπιων διοικητῶν. Θά πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι ὁ Συνέσιος ὅταν ἔφθασε στήν Κωνσταντινούπολη ἦταν ἀκόμη λαϊκός. Ἔλαβε τό Ἱερατικό διακόνημα 11 χρόνια, ἀργότερα γύρω στό 410 μ. Χ.

Ἔτσι λοιπόν, κινούμενος πάντοτε στό πλαίσιο τῆς ἀποστολῆς του ἐξεφώνησε τό 400 μ. Χ. ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορα Ἀρκαδίου τόν λόγο «Περί Βασιλείας». Στήν ἀρχή τοῦ λόγου αὐτοῦ ὁ Συνέσιος ὁμιλεῖ σύντομα περί Φιλοσοφίας καί γιά τήν σχέση της  μέ τήν Ρητορική, ἐνῷ ἀμέσως μετά εἰσέρχεται στό κεντρικό ζήτημα στό ὁποῖο συγκεντρώνει τήν προσοχή του ὁ ἴδιος: Νά πείσει δηλαδή τόν Ἀρκάδιο, νά σπεύσει καί νά ἀποφασίσει νά χορηγήσει γενναία οἰκονομική βοήθεια στήν Κυρήνη, πού οὐσιαστικά εἶχε καταστραφεῖ ἀπό τά δεινά πού προαναφέρθηκαν. Δέν μένει ὅμως στήν «ψιλή» ἔκκληση γιά οἰκονομική γενναιοδωρία, ἀλλά κοσμεῖ τόν λόγο του μέ ἀναφορές καί θεμελιώσεις σέ ἀδιάσειστα ἐπιχειρήματα. Ἔτσι, λέει ἀπευθυνόμενος στόν αὐτοκράτορα Ἀρκάδιο, ὅτι «ἡ οἰκονομική δυναμική καί ἀνάπτυξη τῆς αὐτοκρατορίας, καθώς καί ὁ ἀριθμός τῶν ὑπηκόων, πού ὠφελεῖ ὁ αὐτοκράτορας, ἀποδεικνύουν τό μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς του. Ἑπομένως, τό μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς τοῦ αὐτοκράτορα εἶναι ἕνα ἀπό τά στοιχεῖα πού εὐνοοῦν τό σύνολο τῆς αὐτοκρατορίας, ὅλους δηλαδή τούς οἴκους, τίς πόλεις ἀκόμη καί τά ἔθνη μικρά καί μεγάλα, πού εἴτε εἶναι γειτονικά, εἴτε βρίσκονται μακριά».

Ἐν συνεχείᾳ ὁ Συνέσιος τονίζει ὅτι ὁ Αὐτοκράτωρ πρέπει νά εἶναι «βασιλεύς-φιλόσοφος», δηλαδή νά πράττει τά σεμνά καί νά ἀποστρέφεται τά αἰσχρά:

«Σύ δέ τοῖς ἐξ ἑκατέρας μερίδος ἐφιστάμενος, ὅταν ἐπιγνῶς τι προσῆκον, τό μέν ἀγαπᾶν, ὡς ὑπό φιλοσοφίας ἐγκεκριμένον, τό δέ ἀποδιοπομπεῖσθαι, καί διαννοεῖσθαι δή, τό μέν ὡς ἀεί ποιήσων, τό δέ ὡς οὐκέτ’ αὖθις».

Στήν συνέχεια ὁ Συνέσιος πλέκει τό ἐγκώμιο τοῦ αὐτοκράτορα Μεγάλου Θεοδοσίου (πατέρα τοῦ Ἀρκαδίου), ἀναφερόμενος στίς ἱκανότητες καί τίς ἀρετές του πού τόν ὁδήγησαν στήν σοφή καί χρηστή διοίκηση τῆς Αὐτοκρατορίας. Μάλιστα τόν καλεῖ νά φανεῖ ἀντάξιος τοῦ ἀναστήματος τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου πού μέ μεγάλο κόπο καί ἀγῶνα ὁδήγησε τήν Αὐτοκρατορία σέ ἐπίπεδα ὑψηλῆς ἰσχύος. Ὁ Συνέσιος τονίζει στόν Αὐτοκράτορα Ἀρκάδιο ὅτι γιά τήν αὐτοκρατορική πολιτική του, δέν ἀπαιτεῖται μόνον ἡ προσωπική ἀρετή καί ἀτομική δεξιότητα, ἀλλά καί ἡ ἁπλόχερη μέριμνα τοῦ Θεοῦ.  Ἔτσι ἀναφερόμενος στόν πατέρα του, τόν Μ. Θεοδόσιο, λέει: «ὁρᾶς ὅτι καί τῷ πατρί, καίτοι σαφῶς, ἐπί κατορθώμασι γενομένης τῆς ἀναρρήσεως, οὐδέ τό γῆρας ἀκόνιτον ἀφῆκεν ὁ φθόνος· οὐκοῦν οὐδέ ὁ Θεός ἀστεφάνωτον».

(Βλέπεις λοιπόν, ὅτι καί γιά τόν πατέρα σου, ἄν καί ἡ ἄνοδος στόν αὐτοκρατορικό θρόνο ἦταν καρπός κατορθωμάτων, ὁ φθόνος δέν ἄφησε οὔτε τό γῆρας του χωρίς ταλαιπωρίες· λοιπόν οὔτε καί ὁ Θεός τόν ἄφησε ἀστεφάνωτο). Μετά ὁ Συνέσιος ἀναφέρεται στίς διαφορές μεταξύ Βασιλείας καί Τυραννίας μέ τήν περίφημη φράση: «Βασιλέως μέν ἐστι τρόπος ὁ νόμος, τυράννου δέ ὁ νόμος τρόπος». (Δηλαδή, τοῦ Βασιλέως ὁ τρόπος ἄσκησης τῆς ἐξουσίας συναρμόζεται μέ τόν νόμο, τοῦ τυράννου δέ ὁ αὐθαίρετος τρόπος ἄσκησης τῆς ἐξουσίας συνιστᾶ νόμο). Μέ ἄλλα λόγια ὁ βασιλικός τρόπος ἄσκησης ἐξουσίας δεσμεύεται ἀπό τόν νόμο πού ἀποδέχονται ὅλοι, ἐνῷ ὁ τυραννικός τρόπος ἄσκησης ἐξουσίας ἀποτελεῖ ἀπό μόνος του νόμο.

Σκοπός τοῦ Αὐτοκράτορα εἶναι ἡ διακονία, ἡ μέριμνα καί ἡ φροντίδα γιά τήν αἴσθηση ἀσφάλειας καί τήν ἐξασφάλιση τῆς αὐτάρκειας τῶν ὑπηκόων τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐπικράτειας. Αὐτό δέν μπορεῖ νά γίνει παρά μόνον ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Αὐτοκράτωρ ἐπαγρυπνεῖ καί θέτει τόν ἑαυτόν του στήν ἴδια μοῖρα, στό ἴδιο ἐπίπεδο (τοῦ λαοῦ), ὥστε οἱ ὑπήκοοι νά ἀναπαύονται κατά τήν διάρκεια τῆς νυκτός, καί νά ἐργάζονται ἐν εἰρήνῃ κατά τήν διάρκεια τῆς ἡμέρας γιά τήν Αὐτοκρατορία. Καί οἱ δύο πλευρές, Βασιλεύς καί οἱ βασιλευόμενοι, συνεισφέρουν καί οἱ δύο τό μερίδιο τῆς προσφορᾶς τους ἡ κάθε μία: Ἀσφάλεια, ἰσορροπία, αὐτάρκεια καί ἐργατικότητα, παράγοντες ἀπαραίτητοι γιά τήν εὐδοκίμηση τῆς Αὐτοκρατορίας. Μάλιστα παρομοιάζει τόν Αὐτοκράτορα μέ βοσκό πού διαρκῶς καί ἀόκνως ἐπαγρυπνεῖ γιά τήν ἀσφάλεια τοῦ κοπαδιοῦ του.

«Ὁ Αὐτοκράτωρ  ἑαυτόν συντάττη τῷ φαινομένῳ τῶν ἀρχομένων καλῶ, καί ἐθέλει μοχθεῖν, ἵνα μηδέν ἐκείνοις ἤ μοχθηρόν, καί προκινδυνεύειν, ἵνα ἐπ’ ἀδείας ἐκεῖνοι βιωτεύωσιν, καί  ἀγρυπνεῖν καί συνεστιᾶσθαι μερίμναις, ἵνα νύκτωρ καί μεθ’ ἡμέραν σχολάζωσι δυσχερῶν, οὗτος ἐστιν ἐν προβάτοις μέν ποιμήν, ἐν ἀνθρώποις δέ βασιλεύς».

Μάλιστα ὁ Συνέσιος φθάνει στό σημεῖο νά διατυπώσει μιά προειδοποίηση πρός τόν Αὐτοκράτορα Ἀρκάδιο, ὅτι σέ περίπτωση πού ἡ ἄσκηση τῆς ἐξουσίας του προσκρούσει στό μοντέλο τοῦ Βασιλέως – φιλοσόφου, θά ἐπιχειρήσει καί πάλι νά τόν διορθώσει καί νά τόν παραινέσει.

Συνεχίζοντας τίς παραινέσεις του ὁ Κυρηναῖος, τονίζει ὅτι ἡ προέλευση τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐξουσίας εἶναι Θεία καί ἑπομένως ὁ Αὐτοκράτωρ θά πρέπει νά φανεῖ ἀντάξιος τῆς (κατ’ ἀναλογίαν) ὁμωνυμίας  μέ τόν Θεό. Αὐτό ὅμως μένει νά ἀποδεικνύεται κάθε φορά, μόνον ὅταν ὁ Βασιλεύς διαθέτει τίς ἀπαιτούμενες ἀρετές καί ἱκανότητες πρός τοῦτο (στό μέτρο τοῦ δυνατοῦ καί ὅσον ἐπιτρέπει ἡ ἀνθρωπίνη φύση). Ἑπομένως εἶναι ἀπαραίτητο νά κατανοηθεῖ (ὅσο εἶναι δυνατόν) ὁ τρόπος πού ὁ Θεός ἀσκεῖ τήν ἐξουσία του, ὥστε νά μπορεῖ καί ὁ Αὐτοκράτωρ νά μιμεῖται τήν ὑπερκόσμια ἐξουσία.  Ὅπως ὁ Θεός ἀποδεικνύει τήν ἀγαθότητά Του μέ ἐνέργειες ἀντάξιές τοῦ Ὀνόματός Του ἔτσι καί ὁ Αὐτοκράτωρ πρέπει νά δρᾷ. Ὁ Θεός δίδει τό δῶρο τῆς ζωῆς καί χορηγεῖ – ἐξασφαλίζει τίς ἀπαραίτητες συνθῆκες ὥστε νά μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ζῆ ἐπί τῆς γῆς. Ἔτσι λοιπόν καί ὁ Αὐτοκράτωρ ὀφείλει νά ἐκφράζει τήν ἀγαθή του διάθεση πρός τούς ὑπηκόους του ἐξασφαλίζοντάς  τους τά ἀγαθά πού τούς εἶναι ἀπαραίτητα, ὑλικά καί μή ὑλικά,  ἐνῷ ἐκ παραλλήλου θά πρέπει νά μεριμνᾷ γιά τήν εὐτυχία τους.

Ὅμως τό θεμέλιο καί ἡ ἰσχύς τῆς Αὐτοκρατορίας εἶναι ἡ εὐσέβεια τοῦ ἴδιου τοῦ Αὐτοκράτορα πρός τόν Θεό. Καί αὐτό ἀποτελεῖ ζήτημα κεφαλαιώδους σημασίας γιά τήν Αὐτοκρατορία. Γιά τόν Συνέσιο, ὁ Αὐτοκράτωρ ἔχει τήν ὑποχρέωση νά σέβεται καί νά ἐκφράζει τήν εὐσέβειά του πρός τόν Θεό. Ἔτσι οἰκοδομεῖται ἡ ἐξουσία τοῦ ἐπί  βάσεων ἀπαρασάλευτων καί ἀνοίγει ὁ δρόμος καί πρός τήν πνευματική τελειότητα. Μόνον ὑπό μιά συνετή ἡγεμονία εἶναι δυνατόν νά συναχθοῦν ὅλοι μαζί οἱ ὑπήκοοι. Ὅταν διαλάμπει ἡ ἀρετή τοῦ Αὐτοκράτορα παντοῦ, καί πολλοί ἄνθρωποι ἀπολαμβάνουν τά ἀγαθά πού τούς ἐξασφαλίζονται, τότε αὐξάνει ἡ προσομοίωσή του μέ τόν Θεό, ἔχει ἠρεμία ἐν ἑαυτῷ, γίνεται πηγή θάρρους γιά οἰκείους καί φίλους, ἀλλά καθίσταται καί ἐπίφοβος σέ ὅσους εἶναι ἐχθροί του. Καί, τό ἀποκορύφωμα τῆς τοποθέτησης τοῦ Συνεσίου, εἶναι ἐκεῖνο τό σημεῖο στό ὁποῖο τονίζεται ὅτι γιά νά ἐπιτευχθοῦν ὅλα τά παραπάνω θά πρέπει ὁ Αὐτοκράτορας νά καταφέρει νά κυριαρχεῖ καί νά ἐπιβάλλεται στόν ἑαυτόν του. Γιατί μόνον ὅποιος ἐλέγχει καί κυριαρχεῖ στά πάθη του, ἔχει τήν δυνατότητα, νά εἶναι ἕνα μέ τόν ἑαυτόν του. Εἶναι ἀνώφελο νά ἐπαίρεται ὁ αὐτοκράτωρ γιά τό ὅτι ἄρχει ἐπί ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων, τήν στιγμή πού ὁ ἴδιος δέν μπορεῖ νά κυριαρχήσει στόν ἑαυτό του.

«Τοῦτό τοι πρῶτον καί σφόδρα βασιλικόν, αὐτόν ἑαυτοῦ βασιλεύειν, τόν νοῦν ἐπιστήσαντα τῷ συνοίκῳ θηρίῳ, καί μή κρατεῖν ἀξιοῦντα πολλάκις μυρίων ἀνθρώπων, ἔπειτα δοῦλον εἶναι δεσποινῶν αἰσχίστων, ἡδονῆς καί λύπης καί ὅσοι σύγγονοι θῆρες ἐνδιαιτῶνται τῷ ζώῳ».

Μέ ἠθική τόλμη καί πνευματική παρρησία ὁ Συνέσιος ὑπογραμμίζει τόν μέγιστο ρόλο πού διαδραματίζει στήν ἄσκηση τῶν αὐτοκρατορικῶν καθηκόντων ἡ σωστή ἐπιλογή συμβούλων, συνεργατῶν καί ὁ ἐντοπισμός τῶν πραγματικῶν φίλων. Φθάνει μάλιστα σέ τέτοιο σημεῖο, ὥστε καί νά ἀσκεῖ δριμεία κριτική σέ συγκεκριμένες πτυχές τῆς Αὐτοκρατορικῆς ἐξουσίας ἔτσι ὅπως ἠσκεῖτο σέ τοπικό ἐπίπεδο στήν εὐρύτερη περιφέρεια τῆς Κυρηναϊκῆς. Ἀπευθύνει μάλιστα τήν κατηγορία ὅτι οἱ τοπικοί διοικητές τῆς Κυρηναϊκῆς δέν στάθηκαν στό ὕψος πού ἀπαιτοῦσαν οἱ κρίσιμες περιστάσεις ἐξαιτίας τῶν βαρβαρικῶν ἐπιβουλῶν. Καί τούς κατηγορεῖ γιά ἐπίδειξη βαρβαρόφιλου φρονήματος!

Εἶναι πολλά, μά πάρα πολλά τά σημεῖα στά ὁποῖα ἀναφέρεται ὁ Συνέσιος καί οἱ ὑποδείξεις καί οἱ κριτικές ἐπισημάνσεις πού διατυπώνει στόν λόγο του ἀποδεικνύουν τό πλῆρες παρρησίας φρόνημά του πρός τήν Βασιλική ἐξουσία καί τήν ἀγάπη του γιά τήν Αὐτοκρατορία,  ἀλλά καί τό ἀμέριστο ἐνδιαφέρον του γιά τούς ὑπηκόους τῆς Αὐτοκρατορίας, πού δεινοπάθησαν κάτω ἀπό τήν ἀτυχία δυσμενῶν περιστάσεων καί συγκυριῶν. Δέν εἶναι δυνατόν στό πλαίσιο τοῦ μικροῦ αὐτοῦ σημειώματος νά ἀναφερθοῦν ὅλα στήν ἁρμόζουσα ἔκτασή τους. Ἁπλᾶ θέλομε νά ἐπισημάνομε ὄχι μόνον τήν τόλμη, τήν γενναιότητα, τήν παρρησία καί τήν διεισδυτικότητα πού χαρακτηρίζουν τόν λόγο τοῦ Συνεσίου πρός τόν Ἀρκάδιο, ἀλλά καί τήν ὑπομονή πού ἔδειξε ὁ ἴδιος ὁ ἡγεμών τείνοντας εὐήκοον οὖς κατά τήν ἀκρόαση. Ὅλα αὐτά ἔλαβαν χώρα δέκα σχεδόν χρόνια πρίν γίνει ὁ Συνέσιος Ἐπίσκοπος Κυρήνης. Μάλιστα καί ὡς Ἐπίσκοπος πρωτοστάτησε στήν ἐμψύχωση τοῦ δοκιμαζόμενου λαοῦ,  ὅταν βάρβαροι εἰσβολεῖς ἐπιβουλεύθηκαν τήν Αὐτοκρατορική ἐξουσία στήν Κυρηναϊκή.

Θέλουμε δέν θέλουμε, εἶναι ὀδυνηρές καί ἀναπόφευκτες οἱ συγκρίσειςμέ τήν σημερινή περίοδο κατά τήν ὁποία κυριαρχεῖ ὁ εὐτελισμός, ἡ αὐθαιρεσία, ἡ γενικευμένη πνευματική  κατάπτωση ἡ ἀνέλεγκτη δραστηριότητα τῶν κρατούντων. Καί μάλιστα ὅλα αὐτά λαμβάνουν χώρα ὑπό τήν ἀπατηλή σκέπη τῆς «δημοκρατίας». Ἄς γίνει λοιπόν καί ἡ πιό στοιχειώδης ἀντιπαραβολή τοῦ αὐτοκρατορικοῦ ἤθους πού ἔφθανε στό σημεῖο νά ἀκούει καί νά εἰσπράττει  παραινέσεις, συμβουλές, κριτική ἀκόμη καί ψόγους μέ τόν ἁπανταχοῦ ἀκάθεκτο «δημοκρατικό» παχυδερμισμό ὅλων τῶν κρατούντων.

Βασίλης Π. Μακρῆς

Μεταλλειολόγος Ε.Μ.Π.

«ΕΝΟΡΙΑΚΗΕΥΛΟΓΙΑ» Αρ. Τεύχους140, Ἀπρίλιος 2014

Σημείωση:

 

Τά ἱστορικά στοιχεῖα τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἐλήφθησαν ἀπό τήν ἐργασία τῆς φιλολόγου κ. Ἀρετῆς Λιάγκα:  «Ὁ λόγος “Περί Βασιλείας” τοῦ Συνέσιου Κυρήνης».

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration