Ζωηφόρος

«Φιλάργυρος»

Ἡ παρουσίαση θεατρικῶν ἔργων» μᾶς δίνει τό ἐρέθισμα νά καταδυθοῦμε στά κείμενα τους, νά ἀνασύρουμε μαργαριτάρια καί νά τά προσφέρουμε στούς ἀναγνῶστες τῆς «Ἐνοριακῆς Εὐλογίας» μέ τά σχόλιά μας.

 

Ἡ κωμωδία τοῦ κορυφαίου Γάλλου κωμωδιογράφου Μολιέρου (1622-1673) ὁ “Φιλάργυρος” πού ἐνέπνευσε τόν “Ἐξηνταβελώνη” τοῦ Κωνσταντίνου Οἰκονόμου τοῦ ἐξ οἰκονόμων (1870-1857) καί τόν “Φιλάργυρο” τῆς Ζακυνθίας Ἐλισάβετ Μουτζᾶ-Μαρτινέγκου (1801-1832) παίζεται στό Ἐθνικό Θέατρο σέ σκηνοθεσία Γιάννη Μπέζου.

Στήν πρώτη σκηνή τοῦ ἔργου ἔχουμε ἕνα διάλογο ἀνάμεσα στήν κόρη τοῦ Ἀρπαγκόν Λίζα καί τόν Βαλέριο οἰκονόμο τοῦ πατέρα της. Εἶναι ἀμοιβαῖα ἐρωτευμένοι καί θέλουν νά παντρευτοῦν. Μέ τό στόμα τῆς Λίζας ὁ συγγραφέας ἐπισημαίνει αὐτό πού συμβαίνει στή ζωή «Μά πιότερο ἀπ’ὅλα φοβᾶμαι, Βαλέριε, τήν ἀλλαγή τῆς καρδιᾶς σου κι’ ἐκείνη τήν ἐγκληματική ψυχρότητα μέ τήν ὁποία πληρώνουν οἱ ἄντρες πολύ συχνά τήν ἀγάπη μιᾶς ὁλόθερμης κι’ ἀθώας καρδιᾶς».

 Ἡ ζωή δέν εἶναι παθητική μεταφορά μέ τό ὄχημα τοῦ χρόνου μέσα ἀπό ὄμορφα τοπία. Εἶναι μιά συνειδητή πορεία πρός τήν ἠθική τελείωση πού σημαδεύεται ἀπό χαρές καί λύπες, ἀποτυχίες καί ἐπιτυχίες, ἄνεση καί δυσκολίες, ἀπολαύσεις καί πόνο. Καί ὁ γάμος εἶναι συμπόρευση πρός τό τέρμα τῆς ἠθικῆς τελειώσεως. Ἄν ἄντρας καί γυναίκα πού ἀποφασίζουν νά ἑνώσουν τήν ζωή τους δέν ἔχουν τό κοινό αὐτό ὅραμα, ἄν δέν ἔχουν τόν ἴδιο προσανατολισμό ζωῆς, ἄν δέν ἔχουν τά ἴδια πνευματικά κριτήρια γιά τά οὐσιώδη τοῦ βίου, τότε συμπόρευση δέν πραγματώνεται. Ἀκόμη κι’ ἄν ὁ ἔρωτας ἔδωσε τόν ἀρχικό σπινθήρα, ἡfφλόγα του δέν θά καύσει τήν ἐγωπάθεια, μᾶλλον θά τήν ἐπιτείνει. Τόν ἀρχικό ἐνθουσιασμό, πού παραβλέπει καί ὑπερνικᾶ δυσκολίες καί προβλήματα, διαδέχονται ἀδιαφορία, πλήξη, ἀντιπαλότητα. Ὁ ἔρωτας δέν ἀναβαθμίζεται σέ θυσιαστική ἀγάπη.

Ὁ Βαλέριος διαβεβαιώνει τήν Λίζα: “...Σ’ ἀγαπῶ τόσο, πού ἡ ἀγάπη μου θά βαστάξει ὅσο κι’ ἡ ζωή μου ἡ ἴδια”. Καί ὁ διάλογος συνεχίζεται μέ τήν μετάδοση τῆς σχετικῆς πείρας τοῦ Μολιέρου.

Μιλῶντας γιά τήν σημασία τῆς πείρας τῶν μεγαλυτέρων καί τήν ἀξία τῆς γνώμης τους, ὁ Κλεάνθης λέει στήν ἀδελφή του Λίζα: “Τέλος πώς πρέπει νά ’χουμε ἐμπιστοσύνη στήν φρονιμάδα τους περισσότερο παρά στό δικό μας τό τυφλό πάθος, πού τίς περισσότερες φορές γκρεμίζει τούς νέους σέ βάραθρα, καταστρεπτικά”.

Ὅπως ὅλα τά πάθη ἔτσι καί τό ἐρωτικό τυφλώνει. Ἡ λογική παροπλίζεται. Φρόνιμο νά ἀξιοποιοῦμε τήν πεῖρα καί τήν γνώση τῶν μεγαλυτέρων, γονέων καί ἄλλων, ἰδίως φωτισμένων πνευματικῶν.

Στριμωγμένος ἀπό τήν τσιγγουνιά τοῦ πατέρα του Ἀρπαγκόν, ὁ γιός του Κλεάνθης ἐπιστρατεύει τόν ὑπηρέτη του Σαΐτα νά τοῦ βρεῖ δανειστή. Ὁ Σαΐτας προσπαθεῖ, ἀλλά τό πρᾶγμα δέν εἶναι τόσο εὔκολο. “Μά τήν πίστη μου, κύριε, ὅσοι γυρεύουν δανεικά εἶναι πολύ δυστυχισμένοι ἄνθρωποι. Καί τραβᾶνε τό διάολό τους σά βρεθοῦν, ὅπως ἐσεῖς στήν ἀνάγκη νά πέσουν στά νύχια τῶν τοκογλύφων” τοῦ λέει. “Δέν εἶν’ εὔκολες οἱ θύρες ἐάν ἡ χρεία τές κουρταλῆ” θά γράψει ὁ Διονύσιος Σολωμός.

Καί ὁ μέν Κλεάνθης δέν ἔπεσε στά νύχια τοκογλύφων. Ἐμεῖς, ἄτομα, οἰκογένειες, ἐπιχειρήσεις, πολιτικά κόμματα, τό κράτος μας ἔχουμε πέσει στά νύχια τοκογλύφων πού ἐκπροσωπεῖ ἡ τρόϊκα καί τίς οἶδε ποιῶν ἄλλων. Πόσο ἄφρονες ἔχουμε ἀποδειχθεῖ ζῶντας πέρα ἀπό τίς οἰκονομικές μας δυνατότητες. Πόσο ἄφρονες καί ἀδιόρθωτοι ἀποδειχθήκαμε ἐκλέγοντας κυβερνῆτες πού ἐξέθρεψαν τήν διαφθορά καί τήν διαπλοκή, πού ἀνέχθηκαν ἤ μεθόδευσαν τήν καταλήστευσή μας, ἀτόμων, οἰκογενειῶν, ὀργανισμῶν, τῆς πατρίδας μας.

Τό πάθος τῆς φιλαργυρίας πού ἔχει αἰχμαλωτίσει τόν Ἀρπαγκόν τόν κάνει κωμικοτραγικό πρόσωπο. Αὐτός καί τά παιδιά του δέν ἀπολαμβάνουν τά πλούτη του. Ὁ πλουτισμός ἔχει γίνει αὐτοσκοπός τῆς ζωῆς του. Τόν ἐπιδιώκει μέ περιορισμό τῶν δαπανῶν μέχρι τσιγγουνιᾶς καί μέ ἀπόκτηση περισσοτέρων τιμαλφῶν καί χρημάτων. Χαρακτηριστική ἡ ἀντίδρασή του ὅταν χάνει προσωρινά τήν κασέλλα μέ τόν θησαυρό του καί ὅταν τήν ξαναβρίσκει. Ἡ φιλαργυρία ἐκδηλώνεται καί ὡς πλεονεξία. Καί ἐπειδή τό ἀνικανοποίητο τῆς ψυχῆς παραμένει καί ἐπιτείνεται ἐξελίσσεται σέ ἀπληστία. Ὅταν διψᾶμε, ἐάν ἀντί νά πιοῦμε δροσερό νερό πίνουμε θαλασσινό νερό, δέν ἐπιτείνεται ἡ δίψα;

Ἡ φιλαργυρία τοῦ Ἀρπαγκόν ἐκδηλώνεται μέ τίς ἐνέργειές του καί τούς λόγους του. Στόν Ἀστυνόμο δηλώνει ὅτι τά χρήματά του εἶναι ἡ ζωή του. Οἱ ὁδηγίες πού δίνει στό προσωπικό τοῦ σπιτιοῦ, στά παιδιά του, στόν μάγειρο καί στόν ἁμαξᾶ ἀποσκοποῦν στήν ἐλαχιστοποίηση τῶν δαπανῶν. Γιά τήν φιλαργυρία του μιλοῦν καί πρόσωπα πού τόν γνωρίζουν, τά παιδιά του, ἡ προξενήτρα Εὐφροσύνη καί ὁ ὑπηρέτης του.

Τό πάθος του ἔχει γίνει δεσμωτήριό του. Φοβᾶται μή χάσει τόν θησαυρό του, γίνεται καχύποπτος, ἀπομονώνεται. Δυσκολεύει ὄχι μόνον τήν δική του ζωή, ἀλλά καί τῶν παιδιῶν του καί τοῦ ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ. Σχεδιάζει νά παντρέψει τήν κόρη του Λίζα μέ εὔπορο ἡλικιωμένο, τόν Ἀνσέλμη, πατέρα τοῦ ἀγαπημένου της Βαλέριου, γιά νά μή δώσει προῖκα.

Ἐλπίζοντας νά αὐξήσει τό ἔχει του, ἐπιδιώκει νά νυμφευθεῖ τήν Μαριάννα, τήν νέα πού ἀγαπᾶ ὁ γιός του Κλεάνθης. Ἡ προξενήτρα Εὐφροσύνη ἐκμεταλλεύεται τήν ἀδυναμία του λέγοντάς του φανταστικά πράγματα γιά τήν νύφη καί τήν προῖκα της. Ὁ Ἀρπαγκόν γελοιοποιεῖται ἀπό τήν φιλαργυρία του, τήν εὐπιστία του καί λόγῳ τῆς ἐπιθυμίας του νά νυμφευθεῖ μιά πολύ νέα κοπέλα. Ἡ ὑπόθεση αὐτή τόν φέρνει σέ σύγκρουση μέ τόν γιό του.

Ἄν ὁ φιλάργυρος Ἀρπαγκόν τοῦ Μολιέρου εἶναι κωμικοτραγικό πρόσωπο, στά δρώμενα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος ἔχουμε ἕνα τραγικό πρόσωπο. Δέν εἶναι ὁ Ἰησοῦς πού προδόθηκε, ἐγκαλείφθηκε, ἐμπαίχθηκε, βασανίστηκε, σταυρώθηκε, θανατώθηκε. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ διά τοῦ θανάτου θανατώσας τόν θάνατο. Ὁ φαινομενικά ἡττημένος νικητής, ὁ φαινομενικά ἐξουδετερωμένος θριαμβευτής. Τό τραγικό πρόσωπο εἶναι ὁ Ἰούδας.

Μαθητής κοντά στόν Ἰησοῦ ἄκουσε τήν διδασκαλία Του, εἶδε τά θαύματά Του. Τόν ἐπρόδωσε στούς ἐχθρούς Του, στά ὄργανα τοῦ διαβόλου γιά τριάκοντα ἀργύρια. Εἰσέπραξε τριάκοντα ἀργύρια πουλῶντας τόν ἀτίμητο Μαργαρίτη. Εἰσέπραξε τά τριάκοντα ἀργύρια, ἀλλά δέν εἶχε οὔτε ὑλικό ὄφελος. Τόν Μαργαρίτη αὐτός τόν ἔχασε. Αὐτοί, στούς ὁποίους Τόν παρέδωσε “φιλήματι” στόν κῆπο τῆς Γεσθημανῆ στό σκοτάδι τῆς νύχτας εἶχαν τό ἴδιο μέ αὐτόν πνευματικό σκοτάδι. Πῶς νά ἐκτιμήσουν τήν ἀσύλληπτη ἀξία Του καί νά πωλήσουν τά πάντα γιά νά Τόν ἀποκτήσουν;

Στό ἔργο τοῦ Βενετσιάνου κωμωδιογράφου Κάρλο Γκολντόνι “Ὑπηρέτης δύο ἀφεντάδων” ὁ Τρουφαλδίνο καταφέρνει νά ὑπηρετεῖ δύο κυρίους. Στή ζωή αὐτό δέν εἶναι δυνατόν. Ὁ Κύριος μᾶς ἔχει προειδοποιήσει: «Οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν ἤ γάρ τόν ἕνα μισήσει καί τόν ἕτερον ἀγαπήσει, ἤ ἑνός ἀνθέξεται καί τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καί μαμμωνᾶ!» (Ματθ. 6 24). Καί ἐπειδή διατρέχουμε σοβαρό κίνδυνο νά προτιμᾶμε τόν μαμμωνᾶ ἐνσυνείδητα ἤ ἀνεπίγνωστα – εἶναι ἰσχυρός μαγνήτης, γι’ αὐτό ἡ λατρεία του εἶναι ἡ πιό διαδεδομένη θρησκεία στόν κόσμο - ἡ Ἐκκλησία μᾶς δίνει ἰδιαίτερη ἔμφαση στήν προδοσία τοῦ Ἰούδα κατά τήν Μεγάλη Τρίτη καί Μεγάλη Τετάρτη. Ὄχι μόνον μέ τίς Εὐαγγελικές περικοπές.

“Ἀγνώμων φανείς καί πονηρός ζηλότυπος, δῶρον ἀξιόθεον λογοπραγεῖ, δι’ οὗ ὀφειλέσιον ἐλύθη ἁμαρτημάτων, καπηλεύων ὁ δεινός Ἰούδας τήν φιλόθεον χάριν...” “Λέγει πορευθείς τοῖς παρανόμοις ἄρχουσι. Τί μοι δοῦναι θέλετε, κἀγώ Χριστόν ὑμῖν τόν ζητούμενον τοῖς θέλουσι παραδώσω; Οἰκειότητα Χριστοῦ Ἰούδας ἀντωσάμενος Χρυσοῦ...”. “Ὤ πηρωτικῆς φιλαργυρίας, ἄσπονδε! λήθης ὅθεν ἔτυχες, ὅτι ψυχῆς οὐδ’ ὡς ἰσοστάσιος ὁ κόσμος, ὡς ἐδιδάχθης ἀπογνώσει γάρ σαυτόν ἐβρόχισας ἀνάψας, προδότα...”. “Ὅτε ἡ ἁμαρτωλός προσέφερε τό μύρον, τότε ὁ μαθητής συνεφώνει τοῖς παρανόμοις· ἡ μέν ἔχαιρε κενοῦσα τό πολύτιμον, ὁ δέ ἔσπευδε πωλῆσαι τόν ἀτίμητον· αὕτη τόν δεσπότην ἐπεγίγνωσκεν, οὗτος τοῦ δεσπότου ἐχωρίζετο· αὕτη ἠλευθεροῦτο καί ὁ Ἰούδας δοῦλος ἐγεγόνει τοῦ ἐχθροῦ...”. “Ὤ τῆς Ἰούδα ἀθλιότητος! ἐθεώρη τήν πόρνην φιλοῦσαν τά ἴχνη καί ἐσκέπτετο δόλω τῆς προδοσίας τό φίλημα. Ἐκείνη τούς πλοκάμους διέλυσε καί οὗτος τῷ θυμῷ ἐδεσμεῖτο, φέρων ἀντί μύρου τήν δυσώδη κακίαν...”. “Ἥπλωσε ἡ πόρνη τάς τρίχας σοί τῷ δεσπότη, ἥπλωσεν Ἰούδας τάς χεῖρας τοῖς παρανόμοις ἡ μέν λαβεῖν τήν ἄφεσιν, ὁ δέ λαβεῖν ἀργύρια...”. “Τόν ἄρτον λαβών εἰς χεῖρας ὁ προδότης, κρυφίως αὐτάς ἐκτείνει καί λαμβάνει τήν τιμήν τοῦ πλάσαντος ταῖς οἰκείαις χερσί τόν ἄνθρωπον καί ἀδιόρθωτος ἔμεινεν ὁ  Ἰούδας ὁ δοῦλος καί δόλιος”. “Ἰούδας ὁ παράνομος, Κύριε, ὁ βάψας ἐν τῷ δείπνῳ τήν χεῖρα ἐν τῷ τρυβλίῳ μετά σοῦ, ἐξέτεινεν ἀνόμως τάς χεῖρας του λαβεῖν ἀργύρια καί ὁ τοῦ μύρου λογισάμενος τιμήν, σέ τόν ἀτίμητον οὐκ ἔφριξε πωλῆσαι...”. “Ἰούδας ὁ προδότης δόλιος ὤν, δολίῳ φιλήματι παρέδωκε τόν Σωτήρα Κύριον• τόν Δεσπότην τῶν ἀπάντων, ὡς δοῦλον πέπρακε τοῖς παράνομοις...”. “Ἰούδας ὁ δοῦλος καί δόλιος, ὁ μαθητής καί ἐπίβουλος, ὁ φίλος καί διάβολος, ἐκ τῶν ἔργων ἀπεφάνθη· ἠκολούθη γάρ τῷ Διδασκάλῳ καί καθ’ ἑαυτόν ἐμελέτα τήν προδοσίαν· ἔλεγεν ἐν ἑαυτῷ· Παραδώσω τοῦτον καί κερδήσω τά συναχθέντα χρήματα· ἐπεζήτη δέ καί τό μύρον πραθῆναι καί τόν Ἰησοῦν δόλῳ κρατηθῆναι...” “Σήμερον ὁ Ἰούδας τό τῆς φιλοπτωχείας κρύπτει προσωπεῖον καί τῆς πλεονεξίας ἀνακαλύπτει τήν μορφήν...”. “Ὁτρόπος σου δολιότητος γέμει, παράνομε Ἰούδα· νοςῶν γάρ φιλαργυρίαν, ἐκέρδησας μισανθρωπίαν· εἰ γάρ πλοῦτον ἠγάπας, τί τῷ περί πτωχείας διδάσκοντι ἐφοίτας; εἰ δέ καί ἐφίλεις, ἵνα τί ἐπώλεις τόν ἀτίμητον...”.

Καί ἀφοῦ μετά τήν καταδίκη τοῦ Διδασκάλου σου ὁμολόγησες “τοῖς ἀρχιερεῦσι καί τοῖς πρεσβυτέροις” “ἥμαρτον παροδούς αἷμα ἀθῶον”, γιατί δέν ἔσπευσες στόν Ἰησοῦ νά ζητήσεις συγγνώμη; Δέν κατενόησες, μεταμελήθηκες. Ὁ διάβολος σοῦ ἔκλεισε τόν δρόμο πρός τόν Σωτήρα, ὄχι αὐτοί πού τόν φυλάκισαν. Ὁ δρόμος πρός τόν Γολγοθᾶ ἦταν ἀνοιχτός. Ἐκεῖνος θυσιάσθηκε καί γιά σένα, Ἰούδα. Σέ περίμενε μέ ἁπλωμένα στό σταυρό τά ματωμένα χέρια Του νά σέ δεχθεῖ. Προτίμησες τήν ἀγχόνη γιά νά εἶσαι αἰωνίως μακρυά ἀπό τήν Ἀγάπη.

Μή μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ!

Νίκος Τσιρώνης

 

 «ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους140, Ἀπρίλιος2014

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration