Ζωηφόρος

Περί θεολογικής καινοτομίας και θελήσεως

Ένα κείμενο, το οποίο δεν μπορεί να κρύψη την πρόθεση του συγγραφέα του να δημιουργήση εντυπώσεις, είδε το φώς της δημοσιότητας μέσα από την ιστοσελίδα amen.gr. Βασική επιδίωξή του είναι η υποβάθμιση, αν όχι η μείωση των θεολογικών τοποθετήσεων και επισημάνσεων, με υπεροπτικούς απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, του άρθρου «Βουλησιοκρατικός (βολονταριστικός) Περσοναλισμός», του οποίου αποσιωπά τον συγγραφέα, ενώ ταυτόχρονα επιχειρεί υπεράσπιση και υπερύψωση «καινοτόμων», κατ’ αυτόν, θεολογικών έργων.

 

Ο τίτλος του κειμένου είναι: «“Ουκ έστιν θέλησις ανυπόστατος”: Πρόσωπο και Θέλησις στην Ορθόδοξη Θεολογία» και συγγραφέας του ο π. Παντελεήμων Μανουσάκης, Ph.D., Καθηγητής Φιλοσοφίας στο καθολικό Κολλέγιο του Τιμίου Σταυρού, ΗΠΑ.

Ο π. Π. Μανουσάκης ξεκινά το άρθρο του με την περιγραφή δύο τρόπων θεολογίας. Ο ένας τρόπος είναι της θεολογικής καινοτομίας (τόν οποίο θεωρεί σπάνιο και δύσκολο και εκεί τοποθετεί τα έργα των μεγάλων Πατέρων, καθώς και το έργο του Μητροπολίτου Περγάμου). Ο άλλος τρόπος είναι της αντιγραφής του παρελθόντος, της στασιμότητας (τόν οποίο θεωρεί ανέξοδο και εκεί τοποθετεί το άρθρο που επιχειρεί ανεπιτυχώς, όπως θα δούμε στην συνέχεια, να κρίνη). Ο τρόπος με τον οποίο ο π. Π. Μανουσάκης διαρθρώνει και καταγράφει την σκέψη του δηλώνει ότι το υπόβαθρο του στοχασμού του είναι τυπικά δυτικό. Είναι φιλοσοφικό και όχι ορθόδοξα θεολογικό. Γι’ αυτό μάλλον δεν μπορεί να ελέγξη την θεολογική ποιότητα –τήν ορθοδοξία ή ανορθοδοξία– των επιχειρημάτων του. Έτσι, οδηγείται σε διατυπώσεις, που για έναν καθηγητή της φιλοσοφίας μπορεί να μήν έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην αξιοπιστία του, αλλά για έναν ορθόδοξο θεολόγο φανερώνουν τουλάχιστον άγνοια των Πατερικών ερμηνευτικών αρχών.

Θα αναφερθούν στην συνέχεια δύο κομβικά σημεία του κειμένου του π. Π. Μανουσάκη.

1. Ο π. Π. Μανουσάκης θεωρεί ότι αυτό που δίνει υπεροχή στην θεολογία των αγίων Πατέρων είναι η πρωτοτυπία, είναι η καινοτομία. Ισχυρίζεται ότι από τους δύο τρόπους θεολογίας, που προαναφέραμε, «ο ένας [ο “καινοτόμος”] παράγει θεολογία, ο άλλος ανθολογεί καταλογάδην τα ρήματα του παρελθόντος. Ο ένας συνθέτει, ο άλλος, στην καλύτερη των περιπτώσεων, αναλύει». Πάνω σ’ αυτήν την κατανόηση της θεολογίας είναι απαραίτητες τρεις παρατηρήσεις:

Πρώτον, έχει διαπιστωθή ότι πολλοί από τους «καινοτόμους», που κινούνται ακόμη στην θεολογική αγορά, έφθασαν στην θεολογική καινοτομία γιατί δεν διάβασαν ολόκληρα (από την αρχή ως το τέλος) πολλά από τα Πατερικά έργα στα οποία αναφέρονται, αλλά γνώρισαν «τά ρήματα του παρελθόντος» από ανεπαρκή αποσπάσματα, από ασυνεχή σπαράγματα της Πατερικής γραμματείας, θησαυρισμένα προφανώς σε κάποιες χρηστικές ανθολογίες. Παρακάμπτεται, όμως, αυτή η πολύ σημαντική πραγματικότητα ή μάλλον αποτίθεται στην ευαισθησία της επιστημονικής συνείδησης των «καινοτόμων», για να επισημανθή κάτι σημαντικότερο, ότι, δηλαδή, στην άποψη περί καινοτομίας του π. Π. Μανουσάκη φανερώνεται η σχολαστική διδασκαλία περί εξελίξεως της Εκκλησίας κατά την γνώση της αλήθειας, ότι με την πάροδο του χρόνου η Εκκλησία εμβαθύνει περισσότερο στα δόγματα τής πίστεως. Σημειωτέον ότι με την διδασκαλία αυτή δικαιολογήθηκε από τους Παπικούς το filioque. Θεωρήθηκε, δηλαδή, εμβάθυνση και εξέλιξη τής θεολογικής γνώσης.

Δεύτερον, πολλοί από τους αγίους Πατέρες, όπως ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, μας άφησαν ανθολογήσεις «ρημάτων» από τα έργα των προγενεστέρων τους Πατέρων. Άλλοι πάλι εμφαντικά έλεγαν, όπως ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «ερώ εμόν ουδέν». Συνοψίζοντας αυτό το εκκλησιαστικό θεολογικό ήθος ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς έλεγε ότι η σωτήρια τελειότητα είναι «τό ταυτά φρονείν προφήταις, αποστόλοις, πατράσι, πάσιν απλώς, δι' ών το άγιον Πνεύμα μαρτυρείται λαλήσαν περί τε Θεού και των κτισμάτων αυτού». Προφανώς αυτοί οι άγιοι Πατέρες δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν «ανέξοδοι παρελθοντολόγοι». Το ίδιο δεν είναι «ανέξοδοι παρελθοντολόγοι» και οι Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων, οι οποίοι συγκροτούσαν Πατερικά ανθολόγια, προκειμένου να διακριβώσουν με απόλυτη αξιοπιστία και σοβαρότητα τόσο τις θέσεις των προγενεστέρων τους Πατέρων, όσο και των αιρετικών. Μέ αυτόν τον τρόπο οι Πατέρες κρατούσαν σταθερά και ακαινοτόμητα τα νοήματα της Αποστολικής και Πατερικής θεολογικής παραδόσεως, τα οποία, όμως, κάποιες φορές, αναδιατύπωναν χρησιμοποιώντας και καινούργια «ρήματα», ανάλογα με τις προκλήσεις των αιρετικών και τις ποιμαντικές ανάγκες της Εκκλησίας. Πάνω στο θέμα αυτό είναι πολύ σημαντική η διδασκαλία του π. Ι. Ρωμανίδη, που αναδιατυπώνει στις μέρες μας ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος.

Και τρίτον, η Εκκλησία δεν δρά θεολογικά και ποιμαντικά στον κόσμο, ωσάν να είναι κάποια εταιρεία ηλεκτρονικών υπολογιστών ή κατασκευής αυτοκινήτων, η οποία για να μήν χάση την δύναμή της στην αγορά θα πρέπει να προσφέρη κάθε φορά και κάτι καινούργιο, εντυπωσιακό και πρωτοποριακό. Τα μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας αγωνίζονται να ανακαινίσουν τον εαυτό τους «τή άπαξ παραδοθείση τοίς αγίοις πίστει», γνωρίζοντας ότι κατά την ημέρα της Πεντηκοστής έφθασαν οι Απόστολοι «εις πάσαν την αλήθειαν». Η Εκκλησία δίνει ανά τους αιώνες στα μέλη της την δυνατότητα μετοχής στον φωτισμό της γνώσεως («εν πυρίναις γλώσσαις»), που της δόθηκε την ημέρα της Πεντηκοστής.

2. Το κύριο θέμα του άρθρου είναι η συζήτηση γύρω από το αν η θέληση (στόν άνθρωπο και στον Θεό) είναι της φύσεως ή του προσώπου. Ο π. Π. Μανουσάκης ισχυρίζεται ότι το κρινόμενο από αυτόν άρθρο «αποπειράται να καταδείξει πώς η θέληση ταυτίζεται με την φύση και όχι με το πρόσωπο και άρα όσοι επιχειρούν την ταύτιση της θελήσεως με το ανθρώπινο πρόσωπο (κατανομάζονται ρητώς ο Περγάμου Ιωάννης και ο Χρ. Γιανναράς) αποκλίνουν στην σοβαρή αίρεση του Αρειανισμού». Ο ισχυρισμός αυτός χαρακτηρίζεται από υπεραπλούστευση ή και αλλοίωση των όσων περιλαμβάνονται στο άρθρο «Βουλησιοκρατικός (βολονταριστικός) Περσοναλισμός», και αυτό φανερώνεται από τα παρακάτω:

Πρώτον, στο άρθρο «Βουλησιοκρατικός (βολονταριστικός) Περσοναλισμός» δεν ταυτίζεται η θέληση με την φύση. Η θέληση είναι ιδιότητα της φύσεως. Άν ληφθούν οι λέξεις με την πραγματική τους σημασία, τότε η ταύτιση της θέλησης με την φύση θα σήμαινε ότι η φύση είναι θέληση και η θέληση είναι φύση. Αυτή η παρατήρηση δεν είναι εξεζητημένη, γιατί είναι εκφραστική θεολογικών πεποιθήσεων, που εμφανίζονται με ενάργεια στην τελευταία παράγραφο του άρθρου του π. Μανουσάκη, η οποία θα σχολιασθή πιο κάτω.

Πάντως, αυτό που τονίζεται στο κρινόμενο από τον π. Μανουσάκη άρθρο, με συνεχείς παραπομπές στον άγιο Μάξιμο, αλλά και στον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, είναι ότι η θέληση (τό απλώς θέλειν) συνδέεται (δέν ταυτίζεται) με την φύση. «Η θέληση δεν συνδέεται με το πρόσωπο, αλλά με την φύση, γι’ αυτό και ο Χριστός είχε δύο θελήσεις –θεία και ανθρώπινη– σε ένα πρόσωπο-υπόσταση». Αλλού σημειώνεται: «Οι Πατέρες δίδαξαν ότι η θέληση και η ενέργεια είναι ιδιότητες και ικανότητες της φύσεως και όχι του προσώπου». Και πιο κάτω: «η θέληση είναι όρεξη και ορμή της φύσεως, είναι φυσική κίνηση του λόγου, είναι αυτεξούσια κίνηση της νοερής ψυχής, συνδέεται δηλαδή με την φύση και όχι με το πρόσωπο». Πουθενά δεν υπάρχει λόγος για ταύτιση θελήσεως και φύσεως. Η θέληση παρουσιάζεται ως όρεξη και ορμή της φύσεως.

Δεύτερον, στο άρθρο «Βουλησιοκρατικός (βολονταριστικός) Περσοναλισμός» δεν αποσυνδέεται τελείως η θέληση από το πρόσωπο, διότι δεν αποσυνδέεται το πρόσωπο από την φύση. Ο κριτής του, βέβαια, αλλιώς κατανοεί το περιεχόμενό του, ως φορέας ιστορικοφιλολογικώς αναχρονιστικών και με βάση τα κείμενα έωλων απόψεων περί δήθεν πάλης των Πατέρων για απαλλαγή από μια πλατωνική ουσιοκρατία. Όμως το άρθρο «Βουλησιοκρατικός (βολονταριστικός) Περσοναλισμός» δεν μπαίνει στο ψευτοδίλημμα της προτεραιότητας του προσώπου έναντι της φύσεως ή της φύσεως έναντι του προσώπου. Η θέληση (τό απλώς θέλειν) είναι της φύσεως, το πώς θέλειν είναι της υποστάσεως. «Δεν είναι το ίδιο “τό του θέλοντος θέλημα και το θελητόν”, ή η θέληση και ο θέλων, όπως δεν είναι το ίδιο “τό θέλειν και το πώς θέλειν”».

Η υπόσταση-πρόσωπο είναι ο διαχειριστής του φυσικού θελήματος. Γιατί άλλο είναι το θελητικό (η φύση), άλλο ο θέλων (η υπόσταση) και άλλο το θελητό. Ως προς το θελητό (αυτό που θέλουμε) ο Θεός και οι άγιοι ταυτίζονται. Δεν ταυτίζονται όμως οι θελήσεις τους, γιατί δεν ταυτίζονται οι φύσεις τους. Άλλωστε «όποιων η ουσία είναι η ίδια, αυτών και η θέληση είναι η ίδια, και όποιων η ουσία είναι διαφορετική, και η θέληση και η ενέργεια είναι διαφορετική. Συμβαίνει και το αντίστροφο, δηλαδή όποιων η θέληση και η ενέργεια είναι η ίδια, αυτών και η ουσία είναι η ίδια, και όποιων η θέληση και η ενέργεια είναι διαφορετική και η ουσία είναι διαφορετική. Έτσι, στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιον Πνεύμα κατανοούμε την ταυτότητα της φύσεως από την ταυτότητα της ενεργείας και του θελήματος». Αυτή είναι η Ορθόδοξη Πατερική διδασκαλία για το θέμα. 

Άν τώρα ληφθή σοβαρά υπόψη το ρητό: «Ουκ έστιν θέλησις ανυπόστατος», το οποίο τέθηκε από τον π. Π. Μανουσάκη στον τίτλο του κειμένου του, με το οποίο σαφώς συνδέει την θέληση με την υπόσταση, τότε κατά λογική ακολουθία καταλήγει κανείς σε ποικιλία αιρετικών συμπερασμάτων, ανάλογα με το ποιό είναι το σημείο από το οποίο εκκινεί ο συλλογισμός του.

Το «Ουκ έστιν θέλησις ανυπόστατος» είναι παράφραση του ρητού «Ουκ έστιν φύσις ανυπόστατος», το οποίο αρχικά χρησιμοποιήθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας, στην συνέχεια όμως έγινε θεμελιώδες αξίωμα των Νεστοριανών και κυρίως των Μονοφυσιτών στην πολεμική τους εναντίον της Δ' Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνας. Αφού δεν υπάρχει φύση ανυπόστατη και ο Χριστός έχει δύο φύσεις, άρα ο Χριστός (έλεγαν οι Νεστοριανοί) έχει δύο υποστάσεις. Από την άλλη μεριά οι Μονοφυσίτες εκκινώντας από το ότι ο Χριστός έχει μία υπόσταση κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι έχει και μία φύση. Αντίστοιχα, αφού (σύμφωνα με το ρητό του π. Π. Μανουσάκη) δεν υπάρχει θέληση ανυπόστατη και στον Χριστό έχουμε μία υπόσταση, άρα στον Χριστό υπάρχει μία μόνον θέληση (Μονοθελητισμός). Και εφόσον στην Αγία Τριάδα έχουμε τρεις υποστάσεις, άρα έχουμε και τρία θελήματα (βλασφημία).

Ο εκβιασμός των κειμένων, για να δειχθή ο υποστατικός χαρακτήρας του θελήματος, οδηγεί αναπόφευκτα τον π. Π. Μανουσάκη στην επιχειρηματολογία του μονοθελήτη Πατριάρχη Πύρρου, ο οποίος στον διάλογό του με τον άγιο Μάξιμο προσπαθούσε να κατοχυρώση τον υποστατικό χαρακτήρα της θελήσεως, για να καταλήξη στην μία υποστατική θέληση του Χριστού, να αποδείξη, δηλαδή, τον μονοθελητισμό του. Είναι χαρακτηριστικός ο διάλογος:

«ΠΥΡ. Είς ο Χριστός, ή ού;

ΜΑΞ. Ναί, είς προδήλως.

ΠΥΡ.  Ει ούν είς ο Χριστός, ως είς πάντως και ήθελεν, έν πάντως αυτού και το θέλημα  και ου δύο».

Εν κατακλείδι, κρίνεται αναγκαίος ένας σχολιασμός της τελευταίας παραγράφου του π. Π. Μανουσάκη, στην οποία γράφεται:

«Τέλος, εάν η θέλησις είναι φυσική και ενέργεια της φύσεως και μόνον, και εάν επιτραπή η «μετάβασις εις άλλον γένος» την οποίαν απροβλημάτιστα πραγματοποιεί ο συντάκτης του εν λόγω κειμένου, μεταφέροντας την συζήτηση από τον άνθρωπο στον Τριαδικό Θεό—τότε θα πρέπει να αποδεχθή και την ταύτιση μεταξύ γεννήσεως και εκπορεύσεως από την μία και δημιουργίας από την άλλη, αφού θα μπορούσε να ειπωθή πώς ο Πατήρ γεννά τον Υιό θελήσει και δημιουργεί τον κόσμο φύσει…».

Η έκφραση «τής φύσεως και μόνον» αφορά την οπτική του π. Μανουσάκη και όχι το άρθρο που κρίνει. Πάντως, διστάζει κανείς (λόγω εκπλήξεως) να αποτιμήση τον τρόπο με τον οποίον ο π. Μανουσάκης, από την θεώρηση της θελήσεως ως φυσικής φθάνει στην ταύτιση της γεννήσεως του Υιού και της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος με την δημιουργία της κτίσεως. Αυτή η συνεπαγωγή: αν η θέληση είναι φυσική, τότε στην θεότητα το «θελήσει» ταυτίζεται με το «φύσει», είναι όντως εκπληκτική.

Πάντως, η άποψή του αυτή μπορεί να φωτισθή ερμηνευτικά επαρκώς, αν ληφθούν υπόψη τα θεολογικά του θεμέλια που φανερώνονται από το κείμενό του. Πρώτο είναι η ταύτιση θελήσεως και φύσεως, και δεύτερο (υπόβαθρο του πρώτου) είναι η ταύτιση άκτιστης ενέργειας και άκτιστης φύσεως στον Θεό. Ο π. Π. Μανουσάκης σαφώς διατείνεται, όπως προηγουμένως σημειώσαμε, ότι η θεώρηση της θελήσεως ως φυσικής σημαίνει γι’ αυτόν ταύτιση της θελήσεως με την φύση. Το δεύτερο θεμέλιο προκύπτει από την αντίληψή του ότι η θεώρηση της θελήσεως ως ενέργειας της φύσεως, έχει ως συνέπεια την ταύτιση στον Θεό του «θελήσει» και του «φύσει». Αυτό σημαίνει ότι ο π. Π. Μανουσάκης ταυτίζει την άκτιστη ενέργεια του Θεού με την άκτιστη φύση Του, δηλαδή, θεωρεί τον Θεό ως «καθαρά ενέργεια» (Actus Purus). Αυτό βεβαιώνεται από το κείμενό του. Γιατί, αν δεν δέχεται την ταύτιση της άκτιστης ενέργειας του Θεού με την άκτιστη φύση Του, τότε πώς μπορεί να θεωρή ότι είναι δυνατόν να ταυτισθή η εκ της φύσεως γέννηση του Υιού και η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος με την δημιουργία του κόσμου, η οποία συντελείται με την άκτιστη ενέργεια του Θεού;

Και ένας παρεπόμενος προβληματισμός: Μήπως αυτό το σχολαστικό θεολογικό υπόβαθρο (δόγμα του δυτικού Χριστιανισμού), με τους φόβους που δημιουργεί για ταύτιση γεννήσεως και εκπορεύσεως στον Θεό με την πράξη της δημιουργίας, είναι που οδηγεί στην άποψη ότι η πηγή της Αγίας Τριάδος, της τριαδικής υποστάσεως του Θεού, είναι το ελεύθερο θέλημα του Πατρός; 

Αυτά όμως είναι πράγματα ξένα προς την απλότητα της Αποστολικής και Πατερικής θεολογίας.

Ως επισφραγιστική των παραπάνω σκέψεων καταγράφεται επιλογικά σχετική θέση του Ν. Ματσούκα, για το πόσο ξένοι προς την «λαγαρή» παράδοση των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας είναι κάποιοι τέτοιοι σύγχρονοι στοχασμοί για τις ενδοτριαδικές αΐδιες σχέσεις:

«...περιηγήσεις νεοτέρων θεολόγων στα άδυτα των αΐδιων σχέσεων των προσώπων της Αγίας Τριάδας, για να θεμελιώσουν μια θεολογία του προσώπου και ένα περσοναλισμό, πέρα από το ότι δεν έχουν κανένα αντίκρυσμα στή θεολογία των πατέρων, που τέτοια θέματα τα εντόπιζαν στις ιστορικές και κοινωνικές σχέσεις της θείας οικονομίας, “εκβιάζουν” και “βιάζουν” κάποια κείμενα με παράθεση πληθωρικών και εν πολλοίς ακατανόητων σχολαστικών όρων, χωρίς να υπάρχει προς τούτο καμμιά απολύτως ανάγκη. Δίπλα τους υπάρχει ανέγγιχτος ο θησαυρός της θείας οικονομίας, αυτό το λαγαρό πρότυπο της πατερικής θεολογίας και η απλότητα της αλήθειας. Έτσι κι’ αλλιώς ο καταιγισμός αυτών των νεότερων όρων και ο νεότευκτος σχολαστικισμός κανένα απολύτως δεν ενδιαφέρει...». (Δογματική Γ', σελ. 44)

___________

Σημείωση: O π.Θωμάς Βαμβίνης είναι κληρικός της Ι.Μ.Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου και υπηρετεί στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Δημητρίου Ναυπάκτου

Πηγή: http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=10766

***

«Ουκ έστιν θέλησις ανυπόστατος»:

Πρόσωπο και Θέλησις στην Ορθόδοξη Θεολογία

του π. Παντελεήμονος Μανουσάκη,

Ph.D., Καθηγητού Φιλοσοφίας στο Κολλέγιο του Τιμίου Σταυρού, ΗΠΑ

Υπάρχουν δύο τρόποι θεολογίας, ο ένας σπάνιος και δύσκολος, ο άλλος απαντάται συχνά και είναι ανέξοδος. Κατά τον πρώτον τρόπο θεολόγησαν οι Πατέρες. Παρέλαβαν την πίστη και διατύπωσαν το νόημά της, συνέθεσαν ένα θεολογικό στοχασμό, στον καθέναν απ’αυτούς εν πολλοίς ολοκληρωμένο. Για να το επιτύχουν, όμως, αυτό έπρεπε να καινοτομήσουν, δηλαδή να διατυπώσουν κάτι που δεν είχε πριν ειπωθεί έστω και αν προκατοχοί τους το υπαινίχθησαν ή εάν αυτό συναγόταν απο την πίστη της Εκκλησίας. Ως προς αυτό και διεκρίθησαν απο τους προκατόχους τους. Πόσο απογοητευτικό θα ήταν το να διάβαζε κανείς το έργο ενός Βασιλείου η Γρηγορίου, ενός Μαξίμου και να εύρισκε τίποτα περισσότερο παραμόνον ένα απάνθισμα προγενεστέρων παραθεμάτων! Πόσο στάσιμη θα φάνταζε στα μάτια μας η θεολογία, εάν δεν την είχαν προχωρήσει οι Πατέρες στο σημείο το οποίο την γνωρίζουμε σήμερα, απο φόβο μήπως θεωρηθούν νεωτεριστές, παραδίδοντας απλώς ο,τι και παρέλαβαν—επί παραδείγματι, τις ομολογίες των Απολογητών του δευτέρου αιώνος; Υπάρχουν δύο τρόποι, λοιπόν, θεολογίας, ο ένας παράγει θεολογία, ο άλλος ανθολογεί καταλογάδην τα ρήματα του παρελθόντος. Ο ένας συνθέτει, ο άλλος, στην καλύτερη των περιπτώσεων, αναλύει. Φυσικά και αυτός ο δεύτερος τρόπος οφείλει την ύπαρξή του στον πρώτον, για αυτό και αποτελεί έκπληξη όταν ο δεύτερος αυτός τρόπος στρέφεται εναντίον του πρώτου διεκδικώντας μόνο για τον εαυτό του την πιστότητα του θεολογείν. Πως να συγκριθούν αυτοί οι δύο τρόποι, αυτά τα δύο ύφη θεολογίας, όντας τόσο διαφορετικά μεταξύ τους; Και πως να κρίνει κανείς το ένα με τα μέτρα του άλλου;

Τα έργα του Μητροπολίτου Περγάμου χαρακτηρίζονται αδιαμφισβήτητα από το πρώτο ύφος: σκοπό τους έχουν να πουν κάτι, δηλαδή να διατυπώσουν το νόημα αυτού που πιστεύουμε ως Εκκλησία, φέρνοντας έτσι στο φως πτυχές της πίστεως οι οποίες μπορεί να μην είχαν φωτιστεί στο παρελθόν απο άλλους θεολογικούς στοχασμούς. Ορμώμενα από βασικές δογματικές διαπιστώσεις, τόσο βασικές, καθολικά σεβαστές και αδιαμφισβήτητα αποδεκτές ώστε να εκλαμβάνονται ως δεδομένες, αναζητούν να αναδείξουν αυτό που πολλές φορές είχε παραμείνει σ’αυτές άσκεπτο. Είναι ακριβώς η συνθετική δύναμη της σκέψης του Περγάμου που γοητεύει τον αναγνώστη του έργου του. Τα υλικά του είναι πρωτογενή, η διαρρύθμισή τους, όμως, αναδεικνύει άγνωστες σχέσεις και προσφέρει έτσι έναυσμα στον θεολογικό στοχασμό.

Πρόσφατα, όμως, το θεολογικό έργο του Μητροπολίτου Περγάμου έγινε στόχος μιας κακογραμμένης κριτικής που κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο στις 18 Ιουλίου του τρέχοντος έτους με τον τίτλο «Βουλησιοκρατικός (βολονταριστικός) Περσοναλισμός». Αφορμάται το κείμενο αυτό από μια (συγκεχυμένη και άκριτη[1]) έκθεση του προβλήματος της θελήσεως στο έργο του αγ. Μαξίμου του Ομολογητού και αποπειράται να καταδείξει πως η θέληση ταυτίζεται με την φύση και όχι με το πρόσωπο και άρα όσοι επιχειρούν την ταύτιση της θελήσεως με το ανθρώπινο πρόσωπο (κατανομάζονται ρητώς ο Περγάμου Ιωάννης και ο Χρ. Γιανναράς) αποκλίνουν στην σοβαρή αίρεση του Αρειανισμού. Ας ειπωθεί εκ προοιμίου ότι για το θέμα αυτό έχουν γράψει με επιτυχία και σαφήνεια άλλοι μελετητές του έργου του αγ. Μαξίμου, όπως, αναφέρουμε ενδεικτικά, ο π. Δημήτριος Μπαθρέλος[2], ο R. A. Gauthier[3], και ο Lars Thunberg[4]. Το εν λόγω κείμενο δύσκολα θα μπορούσε να σταθεί δίπλα σε οποιαδήποτε απο αυτές τις μελέτες, η δε σύγκρισή του μαζί τους θα απέβαινε μοιραία.

Ας αφήσουμε, όμως, κατά μέρους τα επιμέρους και ας στραφούμε προς το κεντρικό επιχείρημα του εν λόγω κειμένου, δηλαδή, της σχέσεως μεταξύ θελήσεως και φύσεως.

Για μια συστηματική προσέγγιση του δύσκολου προβλήματος της θελήσεως απαιτείται η διάκριση μεταξύ του «ποιός θέλει;», του «τι θέλει», του «πως θέλει;» και της θέλησης καθαυτής ως φαινομένου και δυνατότητας της ανθρώπινης ψυχής. Άλλο, λοιπόν, το υποκείμενο της θελήσεως (ο θέλων), άλλο το αντικείμενό της (το ορεκτό, το επιθυμητό), άλλος ο τρόπος κατά τον οποίον πραγματώνεται η θέληση, και άλλη η θέληση η ίδια. Η σύγχυση αυτών των τεσσάρων παραμέτρων του φαινομένου της θελήσεως δεν μπορεί παρά να παράγει μια εξίσου συγκεχυμένη εικόνα και αντίληψη της θελήσεως, όπως ακριβώς απαντάται στο εν λόγω κείμενο.

Το ερώτημα, συνεπώς, για το αν η θέληση είναι φαινόμενο της ανθρωπίνης φύσεως η του προσώπου θα πρέπει να ειδωθεί στον ορίζοντα αυτών των τεσσάρων ερωτημάτων, αλλιώς είμαστε εκ προοιμίου καταδικασμένοι σε μια μονόπλευρη θέαση του προβλήματος. Πράγματι η θέληση ως δύναμη (με την αριστοτελική έννοια του όρου, ως ικανότητος, δηλαδή, του νοός η της ψυχής), δεν μπορεί παρά να ανήκει στην καθόλου ανθρώπινη φύση, αφού αποτελεί κοινή δυνατότητα του ανθρώπου εν γένει. Παρομοίως, και το αντικείμενο της θελήσεως (το τι θέλω) επίσης προσδιορίζεται απο την ανθρώπινη φύση (ιδιαίτερα, για την Χριστιανική σκέψη, την πεπτωκυία ανθρώπινη φύση). Μόλις, όμως, θέσουμε το ερώτημα του «ποιός θέλει;» ήδη μεταφερόμαστε πέραν της φύσεως, αφού το ίδιο το ερώτημα μας αναγκάζει να στρέψουμε το βλέμμα μας προς το συγκεκριμένο υποκείμενο, τον υποστασιοποιημένο φορέα της θελήσεως, τουτέστιν, προς το πρόσωπο. Αυτός που θέλει είναι πάντοτε κάποιος. Δεν μπορούμε να αποδώσουμε το θέλειν σε μία απρόσωπη οντότητα η σε μια αφηρημένη έννοια. Άρα, μόνο το πρόσωπο θέλει και η δυνατότητα της θέλησης φανερώνεται ακριβώς σε αυτό το «θέλω» που αρθρώνει ο άνθρωπος. Είμαστε, όμως, όλοι οι άνθρωποι ως προς την θέλησή μας ίδιοι; Ήδη απαντήσαμε πως ως προς την ικανότητά μας στη θέληση, αλλά και ως προς το τι θέλουμε, κάθε άνθρωπος ακολουθεί τους όρους της ανθρωπίνης φύσεως. Πλην, όμως, δεν πραγματώνεται το «θέλω» του κάθε ανθρώπου με τον ίδιο τρόπο — το πως, δηλαδή, επιδιώκουμε την πραγμάτωση της θελήσεώς μας διαφοροποιείται απο πρόσωπο σε πρόσωπο και μάλιστα ιδιαιτεροποιεί το κάθε πρόσωπο. Τόσο το υποκείμενο της θελήσεως όσο και ο τρόπος πραγμάτωσής της μας μεταφέρουν από την χώρο της φύσεως σε αυτόν του προσώπου.

Η μετάβαση αυτή είναι σημαντική. Όσο μιλάμε για την φύση μιλάμε για το καθόλου—μιλάμε, δηλαδή, για την ουσία των πραγμάτων, δίχως να ενδιαφερόμαστε αν αυτά υπάρχουν η όχι. Η συζήτησή μας έτσι παραμένει μια αμιγώς αφηρημένη ενασχόληση. Ακόμα και ως τέτοια, όμως, προϋποθέτει την εμπειρία, την εξοικείωση με το φαινόμενο της θελήσεως το οποίο δεν θα μπορούσε να γίνει αντικείμενο της οποιαδήποτε εποπτείας αν δεν μας το φανέρωνε η ίδια η ύπαρξη. Όταν, λοιπόν, καταφύγουμε στο υπαρξιακό πεδίο, όπως είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε, εκεί δεν συναντάμε τέτοιες αφαιρέσεις όπως η ανθρώπινη φύση αλλά συγκεκριμένα πρόσωπα, δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε την θέληση ως δυνατότητα, αλλά το ανθρώπινο «θέλω» σε όλο του το δράμα και την παραδοξότητά του τα οποία διετύπωσε η κλασσική πια αποστροφή του αποστόλου Παύλου στην Προς Ρωμαίους επιστολή του:

…το γαρ θέλειν παράκειταί μοι, το δε κατεργάζεσθαι το καλόν ουχ ευρίσκω• ου γαρ ο θέλω ποιώ αγαθόν, αλλ’ ο ου θέλω κακόν τούτο πράσσω. Ει δε ο ου θέλω εγώ τούτο ποιώ, ουκέτι εγώ κατεργάζομαι αυτό, αλλ’ η οικούσα εν εμοί αμαρτία. Ευρίσκω άρα τον νόμον τω θέλοντι εμοί ποιείν το καλόν, ότι εμοί το κακόν παράκειται• συνήδομαι γαρ τω νόμω του Θεού κατά τον έσω άνθρωπον, βλέπω δε έτερον νόμον εν τοις μέλεσί μου αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός μου και αιχμαλωτίζοντά με εν τω νόμω της αμαρτίας τω όντι εν τοις μέλεσί μου. Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος! Τις με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου; (7:18-24)

Πως μπορεί να ερμηνευθεί η αποστασιοποίηση του ανθρώπου από την ίδια του την θέληση, την οποία περιγράφει η Προς Ρωμαίους επιστολή, αν η θέληση ταυτιστεί πλήρως με την φύση; Και δεν συνιστά αυτή ακριβώς η αποστασιοποίησή μου την ελευθερία μου ως πρόσωπο, ελευθερία είτε προς την αμαρτία είτε από την αμαρτία; Είναι, εν τέλει, ο άνθρωπος ελεύθερος από την φύση του η από την θέλησή του η και απο τα δύο αν υποτεθεί πως ταυτίζονται;

Πόθεν η ανθρώπινη ελευθερία; Διότι η εμπειρία της πεπτωκυίας φύσεώς μας δεν μας επιτρέπει να μιλάμε για ελευθερία κατά φύσιν: δεν επιλέγω να φάω, εφ’όσον δεν μπορώ να επιλέξω να μην φάω δίχως να υποστώ τις συνέπειες της φύσεως. Επιλέγω το τι θα φάω (σχετική ελευθερία της θελήσεως/προαίρεση), αλλά μπορώ να επιλέξω, επίσης, να μην επιλέξω και να απέχω της τροφής, του ύπνου, και των άλλων όσων καταναγκαστικών λειτουργιών μου επιβάλει η φύση.

Αν η θέληση ορισθεί ως φυσική ενέργεια και μόνον, πως μπορώ να αντισταθώ τον καταναγκασμό της θέλησης της ίδιας; Πως μπορώ να πω «γενηθήτω το θέλημά σου;» Μπορεί η φύση να αντιστρατευθεί την φύση; Αν όχι, τότε που είναι η ελευθερία του ανθρώπου; Αν ο άνθρωπος—ταυτισμένος πλήρως με την φύση του—είναι ανελεύθερος, τότε πως κολάζεται και γιατί επιβραβεύεται; Η ταύτιση φύσεως και θελήσεως, δίχως αναφορά στο πρόσωπο, απειλεί ολόκληρη την ασκητική της Εκκλησίας.

Το κείμενο, όμως, «Βουλησιοκρατικός Περσοναλισμός» διαπράττει μια—εσκεμένη άραγε;—σύγχυση μεταξύ, από την μία, της δυνατότητας και, απο την άλλην, της πράξεως του θέλειν. Οπως, ήδη, είδαμε, η θέληση ως δυνατότητα αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό της ανθρωπίνης φύσεως. Ως πράξη, όμως, η θέληση, είναι πάντοτε θέληση κάποιου προσώπου και κάποιου τρόπου, δηλαδή θέληση που υποστασιοποιείται σε συγκεκριμένο πρόσωπο. «Το γνωμικό θέλημα είναι ο δικός μας τρόπος θελήματος και είναι ο μοναδικός τρόπος κατά τον οποίον μπορούμε να εκφράσουμε την φυσική μας θέληση» σημειώνει ο πατήρ Louth[5]. Το να προσπαθούμε, λοιπόν, να αποδώσουμε την θέληση σε όλη της την πολυπλοκότητα στην φύση αποτελεί ένα άχρηστο εγχείρημα, αφού μπορούμε να μιλάμε για θέληση μόνο επειδή υπάρχει εκείνος που θέλει, όπως επίσης μιλάμε για ανθρώπινη φύση επειδή υπάρχουν συγκεκριμένοι άνθρωποι. Δίδοντας και πάλι προτεραιότητα στην ουσία έναντι του προσώπου, και θυσιάζοντας τοιουτοτρόπως τα προσωπικά χαρακτηριστικά της θελήσεως, επιτρέποντάς της να βυθιστεί και πάλι στην ανωνυμία της φύσεως, δεν οδηγούμε την θεολογία πίσω στην πλατωνική της αιχμαλωσία απο όπου οι Πατέρες—και ο άγιος Μάξιμος κυρίως—εργάστηκαν τόσο σκληρά για την απελευθερώσουν;

Τέλος, εάν η θέλησις είναι φυσική και ενέργεια της φύσεως και μόνον, και εάν επιτραπή η «μετάβασις εις άλλον γένος» την οποίαν απροβλημάτιστα πραγματοποιεί ο συντάκτης του εν λόγω κειμένου, μεταφέροντας την συζήτηση απο τον άνθρωπο στον Τριαδικό Θεό—τότε θα πρέπει να αποδεχθεί και την ταύτιση μεταξύ γενήσεως και εκπορεύσεως απο την μία και δημιουργίας απο την άλλη, αφού θα μπορούσε να ειπωθεί πως ο Πατήρ γενά τον Υιό θελήσει και δημιουργεί τον κόσμο φύσει. Πως να αποφύγει κανείς τον πειρασμό να επιστρέψει την κατηγορία του Αρειανισμού σε εκείνον που πρώτος την εισηγήθηκε, αφού ο σχέση του Πατρός με τον Υιόν και του Πατρός με την κτίση δεν θα διέφερε χάριν στην ταύτιση φύσεως και θελήσεως, και άρα είτε ο Υιός θα ήταν κτίσμα η η κτίσις, ως προϊούσα εκ του φυσικού και αναγκαίου θελήματος του Θεού, άκτιστος;

Σημείωσις: Τα σημαντικά θέματα αυτά θα αποτελέσουν το αντικείμενο επιστημονικού συνεδρίου στο έργο του αγίου Μαξίμου, με την συμμετοχή εικοσιτεσσάρων διεθνώς αναγνωρισμένων θεολόγων που πρόκειται να συγκληθεί στο Βελιγράδι από τις 18 έως τις 21 Οκτωβρίου. Θα ακολουθήσει κοινό ανακοινωθέν.

Yποσημειώσεις

1. Απολείπει η οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένα κείμενα του αγ. Μαξίμου ή άλλων Πατέρων. Γράφει, για παράδειγμα, ο συγγραφέας «ο άγιος Μάξιμος σε κείμενό του» δίχως, φυσικά, να αναφέρει ποιό κείμενο έχει κατά νού. Αναφέρεται στο «γνωμικό θέλημα» χωρίς να λαμβάνει υπ’όψιν του την εξέλιξη του όρου αυτού στο έργο του αγ. Μαξίμου. Για παράδειγμα, ο αγ. Μάξιμος σε πρώϊμα έργα του δεν διστάζει να αποδίδει τον όρο «γνώμη» στο πρόσωπο του Χριστού (όρα το υπόμνημα στην Κυριακή Προσευχή, Corpus Christianorum, Series Graeca, τομ. 23, σελ. 34), θέση την οποία ανακαλεί αργότερα υπό την επήρεια της μονοθελητικής έριδος.

2. Bathrelos, D., The Byzantine Christ: Person, Nature and Will in the Christology of St Maximus the Confessor (Oxford: Oxford University Press, 2005).

3. Gauthier, R.A., “S Maxime le Confesseur et la Psychologie de l’Acte Humain” στο Recherches de Théologie Ancienne et Médiévale, τομ. 21 (1954), σελ. 51-100.

4. Thunberg, Lars, Microcosm and Mediator: The Theological Anthropology of St Maximus the Confessor, Chicago: Open Court, 1995.

5.  “Such ‘gnomic’ willing is our way or mode of willing, it is the only way in which we can express our natural will…” Όρα την εισαγωγή του στο έργο Maximus the Confessor (Λονδίνο και Νέα Υόρκη: Routledge, 1996), σελ 61.

Πηγή:http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=10588

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration