Ζωηφόρος

Το προπέτασμα του ακαταλήπτου, του π. Θωμά Βαμβίνη,

Το προπέτασμα του ακαταλήπτου

του π. Θωμά Βαμβίνη


από το περιοδικό της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου «Εκκλησιαστική Παρέμβαση»,

τεύχος 101, Οκτώβριος 2004

Το ακατάληπτο του Θεού μπορεί να χρησιμοποιηθή σαν ένα πολύ βολικό ορθόδοξο κάλυμμα για πολλές αιρετικές απόψεις και στάσεις ζωής. Αυτό αποδεικνύει η ιστορία της Εκκλησίας μας (με πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα τον 14ο αιώνα), αυτό δείχνει, όμως, και η νοοτροπία πολλών σημερινών Χριστιανών, οι οποίοι θέλουν ν’ ακούνε από την Εκκλησία μόνον πρακτικά πράγματα, όπως είναι η αντιμετώπιση της μάστιγας των ναρκωτικών, η στάση μας απέναντι στην παγκοσμιοποίηση, η διεκδίκηση των εθνικών μας θεμάτων, ο σχολιασμός του κοινωνικού προβλήματος της ανεργίας των νέων και άλλα παρόμοια χειροπιαστά και κατανοητά θέματα, αφού τα άλλα, τα λεγόμενα πνευματικά, είναι ακατανόητα για τον πολύ κόσμο.

Πράγματι, ο Θεός και τα γύρω από τον Θεό είναι ακατανόητα πράγματα. Από τα συγγράμματα των θεοπτών Πατέρων μας μαθαίνουμε ότι ο Θεός είναι απερινόητος, αόρατος, ακατάληπτος και, σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, το μόνο καταληπτό σ’ Αυτόν είναι “η απειρία και η ακαταληψία”. Με αυτήν την έννοια, όσοι θεωρούν τα πνευματικά θέματα ακατανόητα έχουν αρκετό δίκαιο με το μέρος τους· δεν το έχουν, όμως, όλο. Το γιατί θα το δούμε στη συνέχεια. Προηγουμένως, όμως, πρέπει να πούμε ότι οι αποφατικές (δηλαδή, οι αρνητικές) εκφράσεις για τον Θεό –όπως αυτές που προαναφέραμε– συνιστούν την λεγόμενη αποφατική θεολογία, η οποία μας λέει τί δεν είναι ο Θεός. Με αυτή την μέθοδο οι άγιοι Πατέρες αφ’ ενός μεν διαχώρισαν τον Θεό τελείως από την ορατή και την αόρατη δημιουργία, αφ’ ετέρου δε δήλωσαν την ανεπάρκεια του ανθρώπου να συλλάβη και να περιγράψη τον Θεό. Ο Θεός είναι πέρα από κάθε νόημα και κάθε λογική διατύπωση. Μέσα στο πλαίσιο της ορθόδοξης εκκλησιαστικής ζωής η εμπειρική γνώση της απειρίας και ακαταληψίας του Θεού είναι κάτι το πολύ σημαντικό. Είναι το απαραίτητο θεολογικό θεμέλιο πάνω στο οποίο πρέπει να στερεώνεται η ζωή κάθε Ορθόδοξου Χριστιανού. Επειδή, όμως, μερικά τέτοια πράγματα ακούγονται “θεωρητικά” και “φιλοσοφικά”, πρέπει πάντα να τονίζεται ότι η γνώση αυτή δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου φιλοσοφικού στοχασμού. Δεν απαιτεί, δηλαδή, κάποια εξαίρετα διανοητικά ή άλλα προσόντα. Έρχεται σαν φυσικό αποτέλεσμα της ειλικρινούς σχέσης με το Θεό, της πραγματικής κοινωνίας μαζί Του, η οποία επιτυγχάνεται σταδιακά με την ασκητική υπακοή στην διδασκαλία του Χριστού και των Αποστόλων Του· είναι, δηλαδή, καρπός μιας υγιούς πνευματικής ζωής. Έξω από την ζωή αυτή η ακαταληψία του Θεού γίνεται φιλοσοφικός αγνωστικισμός.

Η ευσεβής, λοιπόν, αποφατική στάση απέναντι στον Θεό έχει τις παραμορφώσεις της, γιατί εύκολα μπορεί να χρησιμοποιηθή ως προκάλυμμα ορθοδοξίας, σαν ένα προπέτασμα καπνού που βγαίνει από θυμίαμα Ορθόδοξης θεολογίας, το οποίο προσπαθεί με την ευωδία του να καλύψη την δυσωδία της αίρεσης.

Προηγουμένως σημειώσαμε ότι όσοι θεωρούν τα πνευματικά θέματα ακατανόητα έχουν αρκετό δίκαιο με το μέρος τους· δεν το έχουν, όμως, όλο. Αυτό συμβαίνει γιατί στον Θεό υπάρχει το άγνωστο, αλλά και το γνωστό. Η ουσία Του είναι –και αιωνίως θα είναι– παντελώς άγνωστη. Ο Θεός, όμως, γίνεται γνωστός σε μας από τις άκτιστες ουσιώδεις ενέργειές Του. Γι’ αυτό αφ’ ενός μεν είναι ανώνυμος ως προς την ουσία Του, αφ’ ετέρου δε είναι πολυώνυμος ως προς τις ενέργειές Του, αφού ονομάζεται από τα κτιστά αποτελέσματα των ενεργειών Του. Ο Θεός είναι αγάπη, ειρήνη, φως κ.τ.λ. γιατί έτσι αποκαλύπτεται στους αγίους, αυτά αισθάνονται όταν ενεργή μέσα τους. Είναι, επίσης, σοφός και παντοδύναμος, γιατί αυτό δείχνει η υλική δημιουργία Του. Αυτές τις βασικές προτάσεις της Ορθόδοξης Δογματικής τις αναφέραμε για να πούμε ότι η διδασκαλία για το ακατάληπτο του Θεού δεν έχει καμμιά σχέση με τον αγνωστικισμό των φιλοσόφων και κατόπιν για να μπορέσουμε να δούμε το πώς αυτή η ορθόδοξη διδασκαλία μπορεί να παραβιασθή, ώστε να γίνη προπέτασμα που καλύπτει την αίρεση.

Η παραβίαση γίνεται με δύο τρόπους. Πρώτον, με το να σχετικοποιούνται οι αποκεκαλυμμένες αλήθειες της πίστεώς μας με την δικαιολογία ότι δεν μπορούμε να πούμε τίποτε για τον Θεό, αφού είναι ακατάληπτος. Κατοχυρωμένοι πίσω από αυτή την “ευσεβή” πίστη στην ακαταληψία του Θεού, ισχυρίζονται οι αιρετικοί ότι δεν χρειάζεται να συζητάμε, αλλά ούτε και να επιμένουμε σε δόγματα ακατάληπτα, όπως είναι, για παράδειγμα, η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος ή η διάκριση ουσίας και ενεργείας στον Θεό. Αυτά τα τελευταία ήταν ισχυρισμοί του αιρετικού Βαρλαάμ του Καλαβρού και των οπαδών του, τους οποίους αντιμετώπισε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Η πρώτη μάλιστα επαφή του αγίου Γρηγορίου και του Βαρλαάμ έγινε σε μια περίοδο κινητικότητας για την λεγόμενη “ένωση των Εκκλησιών”, κατά την οποία έγιναν διάφορες συζητήσεις για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος. Ο άγιος Γρηγόριος και ο Βαρλαάμ –θεωρούμενος τότε Ορθόδοξος– συνέταξαν έργα εναντίον της παπικής διδασκαλίας του Filioque. Μόνο που ο καθένας, σύμφωνα με τον καθηγητή Π. Χρήστου, ξεκινούσε από διαφορετική αφετηρία. Ο Βαρλαάμ θεωρούσε ως “άνευ εννοίας” την απαίτηση των Λατίνων, ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού, αφού ο Θεός σύμφωνα με τους λόγους πολλών Πατέρων είναι ακατάληπτος. Δεν τολμούσε, δηλαδή, να υποστηρίξη αποδεικτικά το ορθόδοξο δόγμα. Αρκείτο στο να μη το συζητάη, θεωρώντας το ακατάληπτο. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αντέταξε σ’ αυτόν τον αγνωστικισμό του Βαρλαάμ τους Αποδεικτικούς Λόγους του περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Την ίδια τακτική ακολούθησαν οι οπαδοί του Βαρλαάμ υποστηρίζοντας το παπικό δόγμα της ταύτισης ουσίας και ενεργείας στον Θεό. Γενικά, βλέπει κανείς ότι ο αποφατισμός όταν χρησιμοποιείται φιλοσοφικά, έξω, δηλαδή, από την εμπειρία των Πατέρων, γίνεται αγνωστικισμός, που σχετικοποιεί την αλήθεια της πίστεως και ανέχεται ή και υπερασπίζεται ακόμη την οποιαδήποτε αιρετική διδασκαλία.

Ο δεύτερος τρόπος παραβίασης γίνεται με την αποσιώπηση του βασικού έργου της Εκκλησίας, που είναι ο αγιασμός και η θέωση των ανθρώπων. Εδώ δεν έχουμε κάλυψη μιας αίρεσης στην διατύπωση του δόγματος. Έχουμε την κάλυψη μιας αιρετικής ποιμαντικής, η οποία αποχωρίζει την καθημερινή ζωή από την θεολογία, αποκόπτει τις ρίζες της Εκκλησιαστικής ζωής από το ορθόδοξο δόγμα, από το οποίο διδασκόμαστε ότι ο άνθρωπος μπορεί να δεχθή μέσα του την θεοποιό ενέργεια του Θεού. Αυτή η αποκοπή στηρίζεται στην άποψη ότι δεν καταλαβαίνουμε, οι πολλοί, το πώς δρα το Άγιο Πνεύμα μέσα μας. Υπάρχει ενεργό στην ψυχή μας, αλλά εμείς δεν το καταλαβαίνουμε, οπότε δεν χρειάζεται να συζητάμε, ούτε και να διδάσκουμε τέτοια πράγματα. Αυτά έλεγαν εξέχοντες κληρικοί στον Άγιο Συμεών τον Νέο θεολόγο τον 10ο και 11ο αιώνα, στους οποίους, βέβαια, εκείνος απάντησε καταλλήλως. Τους έλεγε ότι όπως η γυναίκα που έχει μέσα της το έμβρυο καταλαβαίνει την άλλη ζωή που υπάρχει μέσα της, έτσι καταλαβαίνουν την παρουσία του Χριστού μέσα στην καρδιά τους οι άγιοι.

Στις μέρες μας ορισμένοι είναι ακόμη πιο ριζοσπαστικοί, αφού από τον αγνωστικισμό έφθασαν στην πλήρη αδιαφορία. Είναι πολύ εκφραστική για το θέμα αυτό μια επιστολή που δημοσιεύθηκε πριν από λίγο καιρό σε εκκλησιαστική εφημερίδα. Ο επιστολογράφος καταφέρεται εναντίον αρθρογράφου της εφημερίδος που ασχολήθηκε με το πολύ σημαντικό θέμα της αναγνωρίσεως ενός συγκεκριμένου αγίου. Δεν ενδιαφέρουν εδώ οι επιμέρους απόψεις του αρθρογράφου, αλλά η σημαντικότητα του θέματός του, αφού τα κριτήρια της αγιότητος που έχει μια Εκκλησία δείχνουν το κατά πόσο είναι συντονισμένη με τις θεόπνευστες διδασκαλίες των Πατέρων και το ευσεβές φρόνημα της Εκκλησίας. Ο επιστολογράφος, λοιπόν, κρίνει ότι αυτό το σημαντικό θέμα είναι άνευ σημασίας, γι’ αυτό καταλήγει στην επιστολή του: “Δεν τον ενδιαφέρει [τον αρθρογράφο] τίποτε άλλο (λ.χ. η έκλυση των ηθών, τα Ναρκωτικά, η Παγκοσμιοποίηση, τα Εθνικά μας θέματα, η Οικονομία μας που πάσχει, η ανεργία των νέων μας, η εγκληματικότης κ.τ.ά), και κατατρίβεται με θέματα, που δεν ενδιαφέρουν τον Λαόν! Ήμαρτον, φθάνει πια”.

Προφανώς το “Ήμαρτον, φθάνει πια”, ταιριάζει να το πη κανείς για τον εαυτό του και τον πολύ λαό που δεν τον ενδιαφέρει το πώς αγιάζεται και θεώνεται ο άνθρωπος, το πώς ο ακατάληπτος Θεός γνωρίζει τον εαυτό Του στους αγίους.-

Πηγή: http://www.parembasis.gr/2004/04_07_04.htm

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Register

User Registration