Ζωηφόρος

Σύνεσις και παράνοια: Για τη μετάφραση της λατρείας μας, του π. Βασιλείου Θερμού,

Σύνεσις και παράνοια:

Για τη μετάφραση της λατρείας μας

του π. Βασιλείου θερμού


***

Δημοσιεύουμε σήμερα τον Πρόλογος του βιβλίου του π. Βασιλείου Θερμού

«Σύνεσις και παράνοια: Για τη μετάφραση της λατρείας μας» (Εκδόσεις Γρηγόρη, 2007),

τον οποίο μας απέστειλε ο π. Βασίλειος Θερμός με την παράκληση για δημοσίευση

ώστε να υπάρχει μια ισόρροπη και δίκαιη ενημέρωση των αναγνωστών μας,

μετά την αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα της «Ενωμένης Ρωμιοσύνης»

του άρθρου του κ. Σχοινά «Περί του γλωσσικού προβλήματος της θείας λατρείας», http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=8205:peri-tou-glossikou-problimatos-tis-theias-latreias-tou-foti-sxoina&catid=186&Itemid=252,

***

Ἔρχομαι νά συγκεντρώσω ὅλα τά ἔθνη καί τίς γλῶσσες.

Και θά καταφθάσουν καί θά δοῦν τή δόξα μου.

(Ἡσαῒας 66: 18)

-Τί σημαίνει τό «ψάλατε συνετῶς»; (Ψαλμ. 46: 8)

-Ὅ,τι εἶναι γιά τίς τροφές ἡ αἴσθηση τῆς ποιότητος κάθε εἴδους τροφῆς, αὐτό εἶναι καί ἡ σύνεσις στούς λόγους τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Διότι λέγει ὅτι «ὁ λάρυγγας γεύεται τίς τροφές καί ὁ νοῦς διακρίνει τά λόγια» (Ἰώβ 12: 11). Ἄν λοιπόν κάποιος ἐπηρεάζεται στήν ψυχή του ἀπό τήν δύναμη κάθε λόγου, ὅπως ἐπηρεάζεται στή γεύση ἀπό τήν ποιότητα κάθε εἴδους τροφῆς, αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἐκπλήρωσε τήν ἐντολή πού λέγει «ψάλατε συνετῶς».

(Μ. Βασιλείου Ὅροι κατ’ ἐπιτομήν, Ἐρώτησις 279, ΕΠΕ 9, 349)

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

     Λίγα ἐξομολογητικά λόγια

Α. Ἡ τωρινή γλωσσική κατάσταση τοῦ Ἕλληνα

Β. Ποιά εἶναι ἡ σχέση τοῦ Ἕλληνα μέ τή Λατρεία σήμερα;

Γ. Εἶναι ἡ ἀρχαία γλῶσσα ἀνώτερη ἀπό τή νέα ἑλληνική;

Δ. Ἡ ἄρνηση τῆς μετάφρασης μαρτυρεῖ τήν πολιτισμική καί ἐκκλησιαστική μας καχεξία

Ε. Ἡ μετάφραση προϋποθέτει ἀλλά καί συνεπάγεται μιά ἀνανεωμένη βίωση τῆς Ἐκκλησίας

Παράρτημα Ι. Δειγματοληπτικό

Παράρτημα ΙΙ. Πρακτικό-Διαδικαστικό

Ἀντί ἐπιλόγου κάποιες ὑποθετικές σκηνές

Λίγα ἐξομολογητικά λόγια

Τό βιβλίο αὐτό ἔχει ὡς ἀφορμή ἕνα ἄλλο βιβλίο, τή «Λειτουργική γλῶσσα» τοῦ κ. Φώτη Σχοινᾶ (ἐκδ. Τῆνος, 2006), τό ὁποῖο γράφτηκε γιά νά ἀντικρούσει ἀπόψεις μου ὑπέρ τῆς μεταφράσεως τῶν λειτουργικῶν κειμένων. Μόνο ὡς ἀφορμή, ὅμως, ἀφοῦ ἡ γενεσιουργός αἰτία του καί τό κίνητρο τῆς δημιουργίας του βρίσκονται στήν διαρκῆ ἐνασχόλησή μου μέ τό θέμα.

Ὑπάρχει καί κάποιο ἱστορικό. Τό 1998 δημοσίευσα στή Σύναξη ἄρθρο μέ τίτλο «Ὁ λόγος ὡς προσωπεῖο: περί τῆς ἀμυντικῆς λειτουργίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς γλώσσας» (τ. 66), ἐνῶ τό 1999 μιά δευτερολογία μου (τ. 72) ἀνασκεύαζε θέσεις ἐπιστολῶν οἱ ὁποῖες σχολίαζαν τό πρῶτο μου ἄρθρο. (Ἀμφότερα συμπεριελήφθησαν στό βιβλίο μου «Ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης», ἐκδ. Ἁρμός). Ἔκτοτε δέν ἔγραψα σχεδόν τίποτε ἐπί τοῦ θέματος, παρά τό γεγονός ὅτι δέν ἔλειψαν οἱ σχετικές προκλήσεις. Στό βιβλίο ἐτοῦτο δέν ἐπαναλαμβάνω τίς θέσεις μου πού περιλαμβάνονται σέ ἐκεῖνα τά δύο ἄρθρα, ἀλλά προσπαθῶ νά προχωρήσω περαιτέρω. Ὁ ἀναγνώστης πού ἐνδιαφέρεται γιά μιά θεολογική καί ψυχολογική τεκμηρίωση τῆς μετάφρασης μπορεῖ νά τήν ἀναζητήσει ἐκεῖ· μᾶλλον θά εἶναι σκόπιμο νά τά μελετήσει πρίν ἀπό τήν ἀνάγνωση τοῦ βιβλίου αὐτοῦ.

Μέσα μου ὅμως παρέμενε μιά αἴσθηση ἐκκρεμμότητος. Εἶχα τήν ἐπίγνωση ὅτι πλῆθος ἄλλων πτυχῶν τοῦ ζητήματος τῆς λειτουργικῆς γλώσσας ἔμεναν ἀδούλευτες, ἀλλά ἀπουσίαζαν καί ὁ χρόνος καί τό κατάλληλο ἔναυσμα. Εἶμαι εὐγνώμων στόν Θεό γιά τό πρῶτο καί στόν κ. Σχοινᾶ γιά τό δεύτερο. Ἕνας πρόσθετος λόγος εὐχαριστίας πρός τόν συγγραφέα εἶναι καί ἡ εὐπρέπεια μέ τήν ὁποία ἐπιχειρεῖ τίς κριτικές του τοποθετήσεις καθ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς τελευταίας δεκαετίας, κάτι ὄχι συνηθισμένο στό ἐκκλησιαστικό μας κλῖμα, ἰδιαίτερα ἐκεῖνο πού ὑπεραμύνεται τῆς δῆθεν «παραδόσεως».

...Μοῦ δόθηκε ἡ δωρεά νά χαρῶ καί τήν ψαλτική ἐπί σειρά ἐτῶν πρίν ἱερωθῶ, ἔτσι ὥστε νά γνωρίσω τούς ὑμνολογικούς θησαυρούς μας, ἀφ’ ἑνός, ἀλλά καί νά ἀποκτήσω λατρευτική ἐμπειρία ἀπό μιάν ἄλλη σκοπιά, ἀφ’ ἑτέρου. Εἶχα ἔτσι τήν εὐκαιρία νά διαπιστώσω ὅτι «ἄλλη» εἶναι ἡ Λατρεία τοῦ ἁπλοῦ πιστοῦ καί «ἄλλη» τοῦ ψάλτη ἤ τοῦ παπᾶ, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι μεταβάλλονται αἰσθητά οἱ ψυχολογικές προϋποθέσεις ὑπό τίς ὁποῖες προσεγγίζονται τά δρώμενα καί τά λεγόμενα. Ἡ μετέπειτα ποιμαντική εὐθύνη πού ἀπέκτησα μέ βοήθησε νά ἀναθεωρήσω πολλά ἀπό ἐκεῖνα πού ἔζησα στό ἀναλόγιο, ὅπου στίς περισσότερες περιπτώσεις κυριαρχεῖ ὁ (μεγάλος ἤ μικρός) ναρκισσισμός τοῦ ψάλτη, πού ἀδιαφορεῖ γιά τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ του ὁποίου ἀποτελεῖ φωνή.

Ἡ ἀγάπη μου γιά τή γλῶσσα, γιά τήν ὁποία νοιώθω εὐγνωμοσύνη πρός τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί πρός τούς ἀνθρώπους τούς ὁποίους Αὐτός χρησιμοποίησε, δέν μοῦ χάρισε μόνο πρόσβαση στά ἀρχαῖα κείμενα. Μοῦ προσέφερε μιάν ἀνυπολόγιστη δωρεά: νά κατανοήσω τή γλῶσσα, τούς μηχανισμούς της καί τήν ἐσωτερική λογική της, τήν ἐκφραστικότητα καί τήν εὐρυχωρία της. Ὅπως καί μέ τούς ἀνθρώπους, πρέπει νά ἀγαπήσεις κάτι ἤ κάποιον γιά νά ἀρχίσεις νά τόν κατανοεῖς. Εἶναι φορές πού διερωτῶμαι μήπως ἀγαπῶ καί κατανοῶ τήν ἑλληνική γλῶσσα περισσότερο ἀπό πολλούς σημερινούς «φιλολόγους» (τά εἰσαγωγικά ἀπαραίτητα ἀφοῦ πολλοί δέν δικαιώνουν τόν τίτλο τοῦ ἐραστῆ τοῦ λόγου μιά καί πρόκειται γιά ἁπλοῦς ἀχθοφόρους του), κάτι τό ὁποῖο δέν ἔχω καταλήξει ἀκόμη ἄν εἶναι χαρᾶς ἤ θρήνου ἄξιο. Γιά ὅλους αὐτούς τούς λόγους ἔχω θυμώσει μέ ὅσους θέσπισαν τό μονοτονικό καί κατάργησαν τήν ἱστορική ὀρθογραφία, ἐνδεχομένως παίρνοντας «ἐκδίκηση» γιά τήν μακρά προσωπική ταλαιπωρία τους ὡς μαθητῶν στήν πλάτη τοῦ λαοῦ καί τοῦ ἔθνους.

Ἐπί πλέον τῆς λύπης τήν ὁποία μοῦ προσπορίζει ἡ φθορά πού ὑφίσταται ἡ γλῶσσα στά στόματα τῶν νεοελλήνων, ὁ πόνος μου ἐγγίζει τά ὅρια τῆς βαθειᾶς θλίψης γιά τήν ὁλοκληρωτική ἀποξένωσή τους ἀπό τό περιεχόμενο τῆς Λατρείας μας. Κάθε χρονιά πού ἔρχεται καί φεύγει μέ βρίσκει νά μεγαλώνω περαιτέρω ὀνειρευόμενος μιά ἐποχή ὅπου ἡ Λατρεία θά ἀποτελεῖ αὐτό γιά τό ὁποῖο δημιουργήθηκε: τήν προσευχή τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Καί ἔρχεται ὁ ἑπόμενος χρόνος καί τό σενάριο μένει ἀναλλοίωτο: οἱ ἴδιες προφητεῖες, τά ἴδια τροπάρια, οἱ ἴδιες ἱερατικές εὐχές, ἀκατάληπτες στά αὐτιά καί ἄλλων καί ἄλλων... Καί οἱ γενιές περνοῦν καί ἔρχονται καινούργιες, καί ἐμεῖς δέν μένουμε ἁπλῶς στάσιμοι ἀλλά βυθιζόμαστε στό χειρότερο.

Θέλω νά ξεκαθαρίσω ἐξ ἀρχῆς ὅτι ὅσα θά ἀκολουθήσουν δέν προέρχονται ἀπό ὑποτίμηση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς, ἤ ἄγνοιά της, ἤ διανοητική ὀκνηρία. Ἀλλά καί γιά νά δείξω ὅτι ὅσα γράφω γιά τή μετάφραση ἀποτελοῦν ξεχείλισμα ποιμαντικῆς εὐθύνης. Προκειμένου νά ἀνταποκριθῶ στό πλῆθος τῶν θείων δωρεῶν ὡς πρός τήν πρόσβαση μου στά κείμενα ἀπέναντι στούς ἀδελφούς μου πού δέν τήν εἶχαν. Προκειμένου νά πείσω ὅτι ὁ συνδυασμός τῆς ἀγάπης μου γιά τή γλῶσσα μέ τήν ἀγάπη μου γιά τήν Ἐκκλησία (δηλαδή γιά τούς πραγματικούς ἀνθρώπους πού τήν ἀποτελοῦν) εἶναι αὐτός πού ἐπιμένει, ὄχι νά θέτει θέμα λειτουργικῆς γλώσσας (δέν ἀνακαλύπτεις τό προφανές), ἀλλά νά ὑποδεικνύει τήν ὕπαρξή του, ἤ μᾶλλον τήν ἀπό πολλοῦ καιροῦ ἐγκατάστασή του στά σπλάγχνα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ.

Ἀπέναντι σέ αὐτή τήν ἀγωνία (τήν ὁποία, ἀπό ὅσο εἶμαι σέ θέση νά γνωρίζω μέσα ἀπό πολλαπλές ἐπαφές, τή συμμερίζονται πλῆθος διαφορετικῶν ἀνθρώπων: κληρικῶν, νέων, μικρῶν, μεγάλων) ἀντιτάσσονται συνήθως ἐπιχειρήματα «παράδοσης» (ὁ Θεός νά μᾶς συγχωρήσει γιά τήν κακοποίηση αὐτῆς τῆς λέξης!) ἤ ὑπεροχῆς τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς ὡς πρός τή νέα. Τή δεύτερη κυρίως ὁδό ἀκολουθεῖ ὁ κ. Σχοινάς, μόνο πού βρίσκω τήν ἐπιχειρηματολογία του ἀρκετά ἐγκεφαλική καί τίς λύσεις του τελικά ἐξωπραγματικές. Ἄν καί καλός φιλόλογος, πού μάλιστα κατέχει πλούσιες θεολογικές γνώσεις, φαίνεται ὅτι τελικά δέν ἀπέφυγε τόν πανίσχυρο σκόπελο (ἤ μᾶλλον ὕφαλο) τῆς ἰδεολογίας, γεγονός πού καθιστᾶ ἀνελεύθερη τήν κρίση του καί τίς προτάσεις του.

Τό βιβλίο τοῦ κ. Σχοινᾶ χαιρέτησαν μέ ἀνακούφιση ἀριθμός κληρικῶν καί λαϊκῶν οἱ ὁποῖοι οὐσιαστικά ἐπιθυμοῦν νά μή μετακινηθῆ τίποτε στά ἐκκλησιαστικά πράγματα. Ἄν καί τούς περιβάλλω μέ τιμή καί ἀγάπη, ἔχω ἔλθει ἐπανειλημμένα σέ δημόσια διαφωνία μαζί τους. Μέλημά μου πάντα εἶναι ἡ διαφωνία μου ὄχι ἁπλῶς νά τεκμηριώνεται, ἀλλά νά σπουδάζει τό πνεῦμα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῆς Πατερικῆς Θεολογίας. Δέν ὑποτιμῶ τό αἴσθημα ποιμαντικῆς εὐθύνης ὅσων διαφωνοῦν μέ τή μετάφραση. Ἀλλά ὁ διάλογος καί ἡ σύνθεση ἰσχυροποιοῦν τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Δόξα τῷ Θεῷ, στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (πρέπει νά) ἀπολαμβάνουμε τήν ἐλευθερία τῶν ἀπόψεών μας. Ὅλοι ἐνδέχεται νά σφάλλουμε· εὐτυχῶς δέν θά μᾶς βάλουν οἱ ἀπόψεις μας στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀλλά ἡ ἀγάπη Του. Καί τό πόσο ἀγαπήσαμε κι ἐμεῖς...

Θέλω νά πιστεύω ὅτι ἀγαπῶ τήν Ἐκκλησία ὡς σπίτι μου καί οἰκογένειά μου, γι’ αὐτό καί μέ ἀπασχολεῖ ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ὀργανώνει τήν ἐσωτερική της ζωή, κεντρικό τμῆμα τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ ἡ Λατρεία. Μπροστά σ’ αὐτή τήν ἀγάπη δέν λογαριάζω ἀντιδράσεις καί πολεμική· μ’ ἐνδιαφέρει μόνο νά ἀφήσουμε αὐτά πού πρέπει στίς ἑπόμενες γενιές. Ἐμεῖς εἴμαστε μικροί ἀλλά ἡ Ἐκκλησία μας μεγάλη. Γι’ αὐτήν ἀξίζει κάθε θυσία.

Ἔχει συμβῆ καί ἄλλες φορές στήν ἱστορία της νά θεωρηθοῦν κάποιες γνῶμες τολμηρές, ἴσως καί ἐξωφρενικές, ἐνῶ στή συνέχεια ὁ χρόνος τίς δικαίωσε. Κάποιοι θά ἰσχυριστοῦν πώς ἡ πρόταση γιά μετάφραση εἶναι πρόωρη, ὅτι δέν ἔχει ὡριμάσει ἡ ἰδέα στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀμφισβητῶ σοβαρά αὐτή τήν ἄποψη, πιστεύω πώς θά ἔπρεπε νά εἶχε ἀρχίσει «χθές». Ἀκόμη θά ἤθελα νά ὑπενθυμίσω πώς ἡ ὡρίμανση τῶν καιρῶν ἀποτελεῖ ἄκρως σχετική ἔννοια· ἐνδέχεται νά συντελοῦμε σέ αὐτή τήν αἴσθηση μέ τήν ἀμέλεια καί ἀδράνειά μας, μετατρέποντας ἔτσι τήν «προωρότητα» σέ αὐτοεκπληρούμενη προφητεία.

Ὁρισμένοι ἀποδέχονται σιωπηρά τίς καινούργιες ἰδέες ἀλλά θεωροῦν ἀνέφικτη τήν ἐφαρμογή τους. Ἐλάχιστοι ἀντιλαμβάνονται πώς οἱ φερόμενες ὡς καινούργιες ἰδέες δέν εἶναι καινοτομίες, ἀλλά συνηχοῦν μέ τό ἀπ’ αἰώνων ἐκκλησιαστικό ἦθος. Ὁ χρόνος ἔχει δείξει ὅτι μιά «κρίσιμη μᾶζα» εἶναι ἀπαραίτητη γιά τήν ὑλοποίησή τους, ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι θά ἔχει μελετήσει καλά τά θέματα καί θά ἔχει ἀποτινάξει κάθε φόβο (αὐτό τόν ἐχθρό κάθε καλοῦ στήν Ἐκκλησία).

«Ὅταν οἱ Κολλυβάδες θέλησαν νά ἀνατρέψουν τήν παραδεδομένη «τάξη» τοῦ νά κοινωνοῦν οἱ Χριστιανοί τρεῖς ἤ τέσσαρες φορές τό χρόνο, γνωρίζουμε ἀπό τήν ἱστορία τί ἀντιδράσεις συνήντησαν. Ὅταν, παλαιότερα, ἡ Ἐκκλησία εἰσήγαγε τό ἐκκλησιαστικό ἆσμα στή λατρεία, οἱ μοναχοί ἀντέδρασαν δυναμικά ἀνυποχώρητα... Ὅταν..., ὅταν... Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ζωντανός ὀργανισμός, ἡ πίστη δέν εἶναι σύνολο κανόνων, συνονθύλευμα ἰδεολογημάτων, δέν εἶναι συλλογή προσκυνουμένων εἰδώλων» (Γεώργιος Γαλίτης Ὁ «εὔσημος λόγος» καί οἱ «εἰς ἀέρα λαλοῦντες», Ἀνάπλασις, 2004, τ. 413, σ. 136).

Ἡ ἀλήθεια πάντα νικᾶ. Πρός τό τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ ’50 λίγοι νέοι ἄνθρωποι ἄρχισαν δειλά νά μιλοῦν γιά ἱεραποστολή. Ὅπως γνωρίζω ἀπό προσωπική ἐπικοινωνία μαζί τους, τούς θεωροῦσαν σχεδόν γραφικούς· κάποιος ἐπίσκοπος μάλιστα τούς ἀπάντησε: «Δηλαδή τί μοῦ ζητᾶτε; Νά κοινωνοῦν λευκοί καί μαῦροι ἀπό τό ἴδιο Ἅγιο Ποτήριο;»!!! Δέκα μόλις χρόνια μετά ἡ Ἐκκλησία διέθετε Γραφεῖο Ἐξωτερικῆς Ἱεραποστολῆς καί σήμερα ἡ Ὀρθοδοξία ἔχει ἐξαπλωθῆ στά πέρατα τοῦ κόσμου! Γιατί; Διότι ἡ ἱεραποστολή ἀποτελοῦσε μιά ἐμβάπτιση στήν ἴδια τήν οὐσία τῆς Ἐκκλησίας, στά θεμέλιά της. Τό ἴδιο καί ἡ μετάφραση, ὅπως ἐλπίζω νά φανῆ στό βιβλίο.

Παραδείγματα σάν κι αὐτά ἀποδεικνύουν πώς τελικά εἴμαστε πολύ μικροί γιά νά διαχειριστοῦμε πτυχές τῆς παράδοσής μας ὅταν αὐτή ἔρχεται σέ ἐπαφή μέ τή σύγχρονη πραγματικότητα. Τήν ἀνικανότητά μας συνήθως σπεύδουμε νά τήν καλύψουμε μέ ἕναν κακῶς ἐννοούμενο συντηρητισμό (ὁ ὁποῖος ἔχει φτάσει νά θεωρεῖται «πλυντήριο» Ὀρθοδοξίας) προκειμένου «νά ἔχουμε τό κεφάλι μας ἥσυχο». Λησμονοῦμε δηλαδή ὅτι πολλές αἱρέσεις (γνωστικισμός, μονοφυσιτισμός, εἰκονομαχία, βαρλααμισμός) ἐμφανίστηκαν μέ τό προσωπεῖο τῆς εὐλάβειας, μέ τήν διεκδίκηση ὅτι μόνο αὐτές ἐκπροσωποῦν τό ὀρθόδοξο φρόνημα. Τό τελευταῖο κινδυνεύει καί ἀπό τίς δύο πλευρές· ὁ νοσηρός συντηρητισμός ἀντιπροσωπεύει ἐξ ἴσου ἀλλοίωση τῆς ἀλήθειας μέ τόν νοσηρό «προοδευτισμό».

Ἀπερίφραστα διδακτικό καί προγραμματικό βρίσκω τό παράθεμα τοῦ π. Ἰωάννη Μάγεντορφ πού ἀκολουθεῖ: «Ἡ λειτουργική παράδοση πάντα παρέμενε ἡ κεντρική ἔκφραση τῆς ζωῆς τοῦ Σώματος, μιά μαρτυρία τῆς συνέχειας καί τῆς ἀκεραιότητάς του. Αὐτή εἶναι μιά ἀπό τίς πιό οὐσιώδεις πλευρές τῆς βυζαντινῆς κληρονομιᾶς πού μοιραζόμαστε τώρα.

Ἀλλά, ἀναγνωρίζοντας τή συνέχεια, θά ἤμασταν τυφλοί ἄν δέν βλέπαμε τήν πρόκληση τῆς κοσμικῆς μας κοινωνίας καί τῶν μεγάλων ἀλλαγῶν πού συνέβησαν στόν κόσμο μας ἀπό τήν πτώση τοῦ Βυζαντίου τό 1453. Γιά νά ἀντιμετωπίσουμε αὐτές τίς προκλήσεις εἶναι ἐπιτακτική μιά συνολική καί κριτική ματιά στή βυζαντινή παράδοση. Οὔτε ὁ τυφλός συντηρητισμός οὔτε ἡ ριζική ἀλλαγή μποροῦν νά εἶναι ἐπαρκεῖς ἀπαντήσεις, καί θά ἦταν ἀσυνεπεῖς μέ τό πνεῦμα τῆς χριστιανικῆς παράδοσης ὅπως τήν ἤξερε τό ἴδιο τό Βυζάντιο. Καμιά φορά ὁ καλύτερος τρόπος νά σκοτώσεις μιά παράδοση εἶναι νά ἀκολουθεῖς τόν ἐξωτερικό τύπο χωρίς νά κατανοεῖς πραγματικά τό περιεχόμενο. Ἡ ζῶσα παράδοση ἐμπεριέχει τό εἶδος ἐκεῖνο τῆς ἀλλαγῆς καί τῆς προσαρμοστικότητας πού διασώζει τή συνεχῆ της ἐπικαιρότητα· εἰδάλλως ἡ Ἐκκλησία γίνεται ἕνα μουσεῖο πομπώδους ἐπιδείξεως καί τοπικισμοῦ ἀνώδυνα ἀποδεκτό στό πλαίσιο μιᾶς πλουραλιστικῆς καί βασικά ἐπιφανειακῆς κοινωνίας, ἀλλά οὐσιαστικά ἀσυνεπές στήν ἴδια τήν Ὀρθοδοξία.

Ἔτσι γιά νά εἶναι πρακτικά χρήσιμη, ἡ ἱστορική μας ἔρευνα θά ἔπρεπε νά ἀναζητήσει τό νόημα καί τό σκοπό τῆς βυζαντινῆς λειτουργικῆς παράδοσης, νά ἀνακαλύψει τή διαχρονική θεολογική της διάσταση καί νά δώσει ἕνα ὑπόδειγμα διάκρισης ἀνάμεσα σ’ αὐτό πού εἶναι ἀληθινά οὐσιῶδες καί αὐτό πού εἶναι ἱστορικά σχετικό» (Ἡ βυζαντινή κληρονομιά στή Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐκδ. Ἁρμός, 1990, σ. 145-146. Ἔμφαση δική μου).

Κατά τήν μακραίωνη πορεία τῆς Ἐκκλησίας οἱ Πατέρες προέβησαν φυσικά καί ἀνενδοίαστα στή μετάφραση τῆς Λατρείας ὅταν αὐτή ἄρχισε νά τελεῖται ἀπό ἀλλογλώσσους καί ἀλλοεθνεῖς. Δέν εἶχε προκύψει ποτέ, ὅμως, ἡ ἀνάγκη γλωσσικῆς ἀπόδοσης σέ νεώτερο τύπο τῆς ἑλληνικῆς ὥστε νά ἔχουμε τή γνώμη τους ἐπ’ αὐτοῦ. Πρόκειται δηλαδή γιά ἕνα πρόβλημα γιά τό ὁποῖο δέν ὑπάρχει ἕτοιμη συνταγή, γεγονός πού φέρνει σέ ἀμηχανία ὅσους συνηθίζουν νά ζοῦν ἀπό τίς ἕτοιμες συνταγές. Ἔτσι τό ζήτημα ἐτοῦτο μετατρέπεται σέ ἄθλημα κριτηρίων· οἱ σημερινοί νεοέλληνες πιστοί, ἀναγκαζόμενοι νά αὐτενεργήσουμε ὅπως καί σέ πλῆθος ἄλλων καινοφανῶν προβλημάτων, δοκιμαζόμαστε κατ’ οὐσίαν στό πόσο ἔχουμε ἀφομοιώσει τή γνήσια Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, τό πνεῦμα της καί τό «νοῦ» της. «Δίνουμε ἐξετάσεις» στό τί μάθαμε ἀπό τούς Πατέρες μας καί κατά πόσο συμπεριφερόμαστε ὡς ἄξια παιδιά τους.

Ἡ συζήτηση γιά τή γλῶσσα τῆς Λατρείας ἔρχεται σέ μιά χρονική συγκυρία εὐνοϊκή γιά προβληματισμό. Ἐδῶ καί χρόνια ἡ Ἱερά Σύνοδος ἔχει υἱοθετήσει τόν ὅρο καί τήν ἰδέα τῆς λειτουργικῆς ἀνανέωσης, τῆς ὁποίας τό περιεχόμενο ὁρίζει, πλήν τῶν ἄλλων, καί ὡς τήν προσπάθεια γιά πιό συνειδητή καί ζωντανή συμμετοχή τῶν πιστῶν στή Λατρεία. Συνεπῶς τό ἀντικείμενο τό ὁποῖο θά συζητήσουμε στοιχοῖ στήν ἐν λόγῳ πρωτοβουλία, γι’ αὐτό καί πρέπει νά ἐνδιαφέρει καί τούς λαϊκούς ἀδελφούς μας· δέν ἀποτελεῖ τεχνικό θέμα πού ἀπασχολεῖ μόνο κάποιους «εἰδικούς», τούς κληρικούς.

Θεώρησα τό βιβλίο αὐτό ὡς εὐκαιρία νά τεθοῦν ποικίλα ζητήματα πού σχετίζονται μέ τή Λατρεία καί μέ τή γλῶσσα, ἔτσι ὥστε ἡ διαπραγμάτευση νά γίνει εὐρύτερη καί στερεότερη. Γνωρίζω καλά πώς ἡ γλῶσσα δέν ἀποτελεῖ δημοφιλές ἀντικείμενο ἐνασχόλησης γιά τόν σημερινό ἄνθρωπο· τά γλωσσικά ζητήματα δέν συνηθίζονται νά συζητοῦνται στίς παρέες καί μᾶλλον θεωρεῖται ὅτι τά προτιμοῦν οἱ σχολαστικοί τύποι. Ἄν τό βιβλίο αὐτό ἐμπνεύσει σέ κάποιους μεγαλύτερη ἀγάπη καί φροντίδα γιά τή γλῶσσα, θά ἔχει ἐπιτύχει ἕναν ἀπό τούς σκοπούς του. Ὁ ἄλλος, ὁ καί κυριώτερος, εἶναι νά καταστήσει τή Λατρεία μας ζήτημα πρώτης προτεραιότητας στίς συνειδήσεις ὅσων θά τό διαβάσουν.

Ὁ ἀναγνώστης θά χρειαστῆ νά μελετήσει τά κεφάλαια μέ τή σειρά. Ἐπίσης, ἐνδέχεται νά θεωρήσει κάποια σημεῖα τοῦ βιβλίου ἄσχετα μέ τό κεντρικό θέμα τῆς μετάφρασης τῶν λειτουργικῶν κειμένων. Θά τόν παρακαλοῦσα ἐκεῖ νά δείξει ὑπομονή καί νά προσπαθήσει νά ἀντιληφθῆ τή σύνδεση πού ὑφίσταται στήν πραγματικότητα. Τό ζήτημα «γλῶσσα» ἐπηρεάζεται ἀπό πληθώρα ἐξωγλωσσικῶν παραγόντων, ἀλλά ἐπειδή αὐτό συμβαίνει κατά τρόπο ἀσυναίσθητο δέν τό ἀντιλαμβανόμαστε. Θά χρειαστῆ ὁ ἀναγνώστης, καί μάλιστα ὁ πιστός, στοιχεῖα καί ἀπό τή ἱστορία τῆς γλώσσας, καί ἀπό τή θεωρία τῆς μετάφρασης, καί ἀπό τόν προβληματισμό γιά τή νεοελληνική ταυτότητα, καί ἀπό τήν ψυχολογία τῆς Λατρείας καί ἀπό πλῆθος ἄλλων περιοχῶν, ἄν δέν ἐπιθυμεῖ νά καταλήξει ἁπλός χρήστης ἑνός ψηφιακοῦ κώδικα πού τυχαίνει νά ἀποτελεῖται ἀπό γράμματα.

 

Αγιολογιο

Αγιον Ορος

Αγιοι της Λεσβου

Register

User Registration